Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Μαριλένα Διαμαντοπούλου

Αργώ, είμαι γεμάτη τρύπες, και έτσι κάπως φτάνουμε

Πώς μπορεί ένα βιβλίο να είναι συγχρόνως
ελεύθερη έκφραση και διαπραγμάτευση;
Δεν είναι μάταιο να επικρίνεις ένα δίχτυ
επειδή έχει τρύπες;
[…]
[Α]κόμα δεν καταλαβαίνω τη σχέση ανάμεσα
στο γράψιμο και την ευτυχία ή
στο γράψιμο και τη φροντίδα.
Μάγκι Νέλσον, Οι Αργοναύτες, σ. 69

Οι Αργοναύτες είναι το προτελευταίο έργο της Αμερικανίδας Μάγκι Νέλσον, μιας συγγραφέως που διαχρονικά επιλέγει (ή αναγκάζεται για να πει αυτά που θέλει, όπως τα θέλει;) να πειραματίζεται με διάφορα είδη γραφής, περνώντας με χάρη από την ποίηση στην κριτική τέχνης, από τη θεωρία και τη φιλοσοφία στην αυτοβιογραφία, κουβαλώντας πάντα μαζί της τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία των φεμινισμών και του κουίρ. Οι Αργοναύτες εκδόθηκαν στα αγγλικά από την Graywolf Press το 2015 και μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τη Μαρία Φακίνου τον Νοέμβριο του 2020 (εκδόσεις Αντίποδες). Τα όσα ακολουθούν απευθύνονται σε όσα, όσες και όσους το έχουν ήδη διαβάσει. Με άλλα λόγια, αυτή είναι μια προειδοποίηση για τα σημαντικά σπόιλερ που θα βρείτε εδώ, μαζί με μια ταπεινή πρόταση από πλευράς μου αν δεν το έχετε διαβάσει, να το κάνετε προτού προχωρήσετε παρακάτω.

Την πρώτη φορά που διάβασα τους Αργοναύτες, το βιβλίο αυτό με έκανε να νιώσω καλά. Υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση πως επιτέλους είδα κάπου γραμμένες πολλές από τις σκέψεις που κατά καιρούς έχουμε μοιραστεί μεταξύ μας, αλλά ποτέ δεν θα διαλέγαμε να πούμε δημόσια, πόσο μάλλον σε ένα πολιτικό κείμενο που να αξιώνει την παραμικρή ριζοσπαστικότητα. Πράγματι, υπάρχει πάντα ένας κατάλληλος χώρος και χρόνος για να ειπωθούν, να γραφτούν και να γίνουν κάποια πράγματα. Από τη θεωρία και τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε σε αυτή, μέχρι την πολιτική και τις σχέσεις μας, τη φιλία, τη συντροφικότητα και τον έρωτα, την έκφραση μιας επιθυμίας, ενός ορίου ή μιας δυνατότητας για κάτι άλλο, ο δρόμος είναι στρωμένος με νάρκες, φόβο, ντροπή και (φορεμένη;) ενοχή. Και εδώ, όπως παντού, το χωροχρονικό context έχει τη σημασία του. Γιατί τα γράφω όμως όλα αυτά και τι σχέση έχουν με τους Αργοναύτες, ένα best seller που αν μη τι άλλο φαίνεται πως ήρθε την κατάλληλη στιγμή και εντάχθηκε σε ένα απολύτως ταιριαστό πλαίσιο ανάδειξης και ευρείας αναγνώρισης της κουίρ λογοτεχνίας στον δυτικό κόσμο;

Μου φαίνεται πως σε ολόκληρο το βιβλίο η Νέλσον ταλαντεύεται ανάμεσα στο να μη μας πει κάτι, και στο να μας το ξεράσει στα μούτρα. Μια ταλάντωση σκόπιμη, μεθοδική, εύστοχη και απολύτως απολαυστική. Η συγγραφέας του βιβλίου μοιράζεται μαζί μας έναν ασταμάτητο εσωτερικό στοχασμό, ο οποίος σε στιγμές ερεθίζεται από συζητήσεις με άλλους στοχασμούς ή με τον περίγυρό της, και που δεν έχει ως σκοπό να βεβαιωθεί ή να βεβαιώσει για κάτι, να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει ή που του τίθενται απ’ έξω, αλλά μόνο να διεκδικήσει ως τέτοιος τον χωροχρόνο του. Παρά το γεγονός ότι η αυτοβιογραφική της αφήγηση εκτείνεται πολύ πέρα, πριν και μετά από τη συγκεκριμένη φάση της ζωής της, η Νέλσον παίρνει αφορμή γι’ αυτό το μοίρασμα από το γεγονός ότι γύρω στα σαράντα της διάλεξε να επιτελέσει μια (φαινομενική;) νόρμα: να παντρευτεί και να γίνει μητέρα. Μια επιλογή που, για ένα κουίρ υποκείμενο όπως η ίδια, θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει από μόνη της σε έναν κλονισμό γύρω από το ποια είναι, πώς αυτοπροσδιορίζεται και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή η επιλογή στην πορεία της ζωής της.

Η Νέλσον σίγουρα δεν ζητάει την άδεια για να επιτελέσει αυτή τη νόρμα από το στρέιτ ετεροκανονικό αναγνωστικό κοινό, το οποίο φαίνεται να έχει γραμμένο στα παλιά της τα παπούτσια. Δεν αποζητά καμία αναγνώριση. Αντίθετα, προσφέρει όλες εκείνες τις πικάντικες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να αποξενώσουν ένα στρέιτ βίωμα από τη δική της επιλογή ζωής. Ο σύντροφός της, Χάρι Ντοτζ, είναι ένας τρανς καλλιτέχνης που πριν σχετιστεί με τη Μάγκι διατηρούσε μια λεσβιακή σχέση με τη μητέρα του πρώτου του γιου, ενός γιου που, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της ζωής του, είχε δύο μαμάδες και κανέναν μπαμπά. Ο γάμος δεν ήταν κάτι που η Μάγκι και ο Χάρι είχαν σκεφτεί ποτέ, απλά προέκυψε σε μια στιγμή όπου το δικαίωμα του γάμου μεταξύ τους τέθηκε υπό άμεση απειλή από το κράτος. Μια μέρα μετά τον γάμο τους, ο οποίος έλαβε χώρα (πού αλλού;) στο Χόλιγουντ, αυτός απαγορεύτηκε στην πολιτεία στην οποία κατοικούσαν. Η σύλληψη του μωρού τους δεν έγινε στα πλαίσια κάποιας ειδυλλιακής σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ τους. Και οι δύο φαίνεται πως είχαν μια ιδιαίτερη προτίμηση στον σοδομισμό.

Ίσως, όμως, η συγγραφέας να διερωτάται αν είχε/έχει την «άδεια» από το κουίρ περιβάλλον της, μα και (κυρίως) από την ίδια της την εαυτή, να επιτελέσει τον ρόλο της μητέρας. Μας παίρνει μαζί της σ’ αυτή τη διαδρομή των ατελείωτων συζητήσεων με την εαυτή, με βιβλία και άτομα του περιγύρου της, στην προσπάθειά της να βεβαιωθεί και να βεβαιώσει η ίδια την επιθυμία της. Ποια είναι όμως αυτή η επιθυμία που φαίνεται να (επανα-)διεκδικεί η Νέλσον εδώ, δεδομένου ότι το βιβλίο γράφεται σε μια χρονική περίοδο που έχει ήδη κάνει τις επιλογές της να παντρευτεί και να μείνει έγκυος; Αυτό που διεκδικεί είναι το μοίρασμα αυτής της εμπειρίας μαζί μας. Διανοίγοντας έναν χωροχρόνο για να μιλήσει για όλα εκείνα που την ταλάνισαν εσωτερικά, καθώς βίωνε μια (φαινομενικά;) αντιφατική επιθυμία: να συνεχίσει να είναι ένα μικρό μέρος ενός τεράστιου πάνελ με κάθε είδους φύλα, χρώματα, ανωμαλίες και αναπηρίες, μην ξεχνώντας το δικό της φύλο (γυναίκα), το δικό της χρώμα (λευκό), τη δική της ανωμαλία (να παντρευτεί τον Χάρι και να κάνει το παιδί του), να βιώσει την αβάσταχτη ευτυχία και απόλαυση που πηγάζει μόνο από όλα αυτά μαζί.

Κάπως έτσι, Οι Αργοναύτες έρχονται να μολύνουν το κουίρ με αναπαραγωγικές θηλυκότητες, με μη γυναικείες μητρότητες, με θετές και πνευματικές μητέρες που καυλώνουν τις «κόρες» τους και με ρόγες που ερεθίζονται από το βύζαγμα του μωρού τους, χωρίς όλα αυτά να οδηγούν σε κάποια φροϋδική τραγωδία. Η Νέλσον μας συστήνει στις «πολύφυλες μητέρες της καρδιάς της», που μπορεί ταυτόχρονα να είναι φίλες, εραστές, προστατευόμενές της, ή σεξεργάτριες art performers. Επαναφέρει τη σοδομιτική μητέρα τής Σούζαν Φράιμαν, για να θυμίσει και στην ίδια πως μπορεί να μην έχει τον ίδιο χρόνο που είχε πριν μείνει έγκυος, ούτε και να μπορεί με την ίδια ευκολία να αλλάξει ταχύτητα από μητέρα σε σεξουαλικό ον, αλλά εξακολουθεί να διεκδικεί τη θέση της στη BDSM σκηνή της καρδιάς της.

Ταυτόχρονα, επιχειρεί να αναδείξει το πνευματικό βάθος του γυναικείου σε σχέση με το μητρικό, μέσω μιας διπλής φεμινιστικής κίνησης: ενάντια στον φαλλογοκεντρισμό της ψυχανάλυσης και της φιλοσοφίας, και ενάντια σε μια μισογύνικη κουίρ στάση που, στην προσπάθειά της να αντιταχθεί στο μονογαμικό, ετεροκανονικό μοντέλο, καταλήγει να υποτιμάει από την πίσω πόρτα τη μητέρα. Επιστρατεύει ένα σωρό θεωρίες, από τον Φρόυντ και τον Γουίννικοτ μέχρι την Ιριγκαρέ και τη Μπάτλερ, επαναφέρει στη μνήμη της όλα τα αναγνώσματα περί παιδικής κακοποίησης και παιδοβιασμών (παραδεχόμενη ότι διαμόρφωσαν τη σεξουαλικότητά της), αναζητά τρόπους να γίνει μια good enough μαμά, την ίδια στιγμή που για να το κάνει αυτό φαίνεται να της χρειάζεται πρώτα να χτίσει μια νέα, ολόδική της μεταμοντέρνα θεωρία περί κουίρ μητρότητας. Εντρυφεί σε μια σπηλαιολογία της μητρικής ψυχής, του πόνου και του τρωτού σώματος («Τα πάντα γύρω μου είναι φυσιολογικά και μέσα μου βρίσκομαι στη σπηλιά του πόνου» [σ. 182]), γεμίζοντας τις σελίδες του βιβλίου της με σπλάχνα, νυστέρια, ορμόνες, καρκίνο, μεγάλωμα, γεράματα, ζωή και θάνατο. Και αν ακόμα αναρωτιέστε τι σχέση μπορεί να έχει η μητρότητα με το κουίρ, η απάντηση είναι: όση σχέση έχει ο κατακερματισμός (του δοσμένου μας εαυτού;) με το κουίρ. Η Νέλσον διαπιστώνει, the hard way, πως «για να αφήσεις το μωρό να βγει, πρέπει να είσαι πρόθυμη να κατακερματιστείς».

Καταλαβαίνω πως αργώ, μα έχω να μιλήσω για δύο τρία ακόμα πράγματα που θα μου πάρουν μάλλον άλλο τόσο, οπότε bear with me και κάπου φτάνουμε. Οι Αργοναύτες έχουν θεωρηθεί ως ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα βιβλία επιτελεστικής γραφής και αυτοθεωρίας [autotheory], όρο που δανείζεται η συγγραφέας από το Testo Junkie του Πρεθιάδο για να περιγράψει και το δικό της έργο, παραδεχόμενη ωστόσο πως ο τρόπος που εκείνη πειραματίστηκε με το είδος ήταν αρκετά διαφορετικός. Τι είναι όμως αυτή η αυτοθεωρία; Για το ελληνικό κοινό, ίσως έχει μια σημασία να ξεκαθαριστεί πως το autotheory δεν είναι autofiction. Εδώ, όπως υποστηρίζει η Lauren Fournier στο πρόσφατο βιβλίο της για το θέμα, η αυτοβιογραφία, παρότι διατρέχει το βιβλίο, δεν είναι ο κεντρικός στόχος του, αλλά το όχημα «για την ανάδυση του εαυτού ως ενός αναπόσπαστου μέρους του να κάνεις θεωρία». Ταυτόχρονα, η βιωμένη εμπειρία, τα απομνημονεύματα και τα υλικά της ζωής της καλλιτέχνιδας έρχονται να συναντηθούν, κι ενίοτε να παλέψουν με θεωρητικούς και φιλοσοφικούς λόγους, καθώς και «με υλικές πραγματικότητες που διαποτίζουν τη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία» (Autotheory as Feminist Practice in Art, Writing, and Criticism, 2021, σ. 27). Με λίγα λόγια, η αυτοθεωρία δεν είναι μια θεωρία για τον εαυτό, είναι μια θεωρία για κάτι άλλο, η οποία χτίζεται μέσα από την εμβύθιση στον εαυτό και στην καθημερινή ζωή. Το προσωπικό γίνεται έτσι θεωρητικό, ένα ζήτημα περί ηθικής, αισθητικής και πολιτικής. Προκύπτει λοιπόν μια σύμμιξη θεωρίας, φιλοσοφίας και αυτοβιογραφίας.

Η αυτοθεωρία αφορά σε μια καλλιτεχνική πρακτική κριτικής, η οποία χρωστάει πολλά στη φεμινιστική γραφή και στον κουίρ ακτιβισμό. Η χρήση της αναδεικνύει τη σαθρότητα των καθαρών διακρίσεων μεταξύ τέχνης και ζωής, θεωρίας και πράξης, καλλιτεχνικού έργου και εαυτού. Μέσα από αυτό το θόλωμα των ορίων, το εγώ επιτελείται σαν ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο είμαι. Η γραφή γίνεται αντανακλαστική, συνδέει τη διαδικασία της σκέψης με τη διαδικασία του να κάνεις τέχνη, να ζεις και να θεωρητικοποιείς. Οι μνήμες εδώ δεν είναι παρά τα υλικά για την ιστορία που θα χτίσει μία θεωρία. Είναι ζωντανές, αλλάζουν κατά τη γραφή. Δεν μας αφορά η αυθεντικότητα ή η σταθερότητά τους στον χρόνο. Αυτό που μας νοιάζει είναι το τι κάνουν αυτές οι μνήμες στη ροή της ιστορίας, ή το πώς οι ίδιες έρχονται να μεταλλαχθούν ή να διορθωθούν στην πορεία της αφήγησης. Η Νέλσον συχνά φαίνεται να παίζει ένα συνειρμικό παιχνίδι με τα απομνημονεύματά της, καθώς τα συνδέει με κάτι που διάβασε, κάτι που είδε ή σκέφτηκε, ή τα χρησιμοποιεί ως επιχειρήματα κατάρριψης μιας θεωρητικής θέσης.

Τοποθετώντας την προσωπική εμπειρία μέσα σε ένα φιλοσοφικό ή πολιτικό διάλογο, η συγγραφέας μας θυμίζει ότι τα θεωρητικά πλαίσια είναι πολλαπλά και επιδέχονται αλλαγές, την ίδια στιγμή που βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση. Ταυτόχρονα, μας δείχνει πως αυτό που έχουμε μάθει να ορίζουμε ως προσωπική εμπειρία και βίωμα είναι κάτι το οποίο έχει κατασκευαστεί και εξακολουθεί να κατασκευάζεται εντός πολύ ορισμένων θεωρητικών πλαισίων. Οι Αργοναύτες δείχνουν προς μια φεμινιστική τροπικότητα, προτείνουν μια μεθοδολογική αναταραχή και μοιάζουν σα να διαμαρτύρονται σιωπηρά: Οι θεωρίες δεν υπάρχουν για να μετράνε, να περιγράφουν, να ερμηνεύουν και να ορίζουν τις ζωές μας. Τις θεωρίες πρέπει κάπως να τις κάνουμε δικές μας, να τις ενσωματώνουμε (όχι άκριτα) ή να τις ξερνάμε, να τις εργαλειοποιούμε, κάνοντάς τες έτσι μέρος της ζωής.

Θυμήσου την πρώτη φορά που διάβασες κάτι και σε έκανε να νιώσεις ότι δεν είσαι μόνο σου στον κόσμο. Όταν βάζεις δίπλα δίπλα, σε διάλογο την καθημερινότητα και τη θεωρία, τότε αρχίζουν να ξηλώνονται ακόμα και οι πιο στιβαρές βεβαιότητες, αρχίζουν να αχνοφαίνονται οι τρύπες τους. Η Νέλσον δεν ψάχνει να βρει κάποιο δογματικό μέτρο της πραγματικότητάς μας, δεν θέλει να χτίσει μια θεωρία που θα μας λέει ποι@ είναι κουίρ και ποι@ δεν είναι, ή πώς να είμαστε σωστά κουίρ. Θέλει μια θεωρία που να τη βοηθήσει να σκεφτεί γύρω από τη ζωή της, μια θεωρία που εντέλει μας βοηθάει κι εμάς να σκεφτούμε γύρω από τις κουίρ ζωές μας, ώστε οι κρίσεις και οι αποφάσεις μας σε σχέση με αυτές να γίνονται ολοένα και πιο αυτόνομα, ολοένα και πιο ελεύθερα.

Και κάπου εδώ φτάνουμε στην υπόκωφη (μα εκκωφαντική) προδοσία, στην οποία προβαίνει η Νέλσον με τους Αργοναύτες της, σε μια κουίρ παραλλαγή του ανεκδοτολογικού πια ρητού της Έμμα Γκόλντμαν: «Αν δεν μπορώ να χορέψω, δεν είναι η δική μου Επανάσταση». Θα ήθελα δηλαδή να εστιάσω εδώ σε ένα βασικό πράγμα με το οποίο νομίζω πως καταπιάνεται η Νέλσον στο βιβλίο της, που είναι η άσκηση μιας ενδελεχούς κριτικής στην κυρίαρχη νοηματοδότηση της κουίρ ριζοσπαστικότητας. Σε μια προσπάθεια να καταρρίψει τον μύθο που έχει καλλιεργήσει η κουίρ ριζοσπαστικότητα γύρω από την κουίρ ριζοσπαστικότητα, γράφει: «κανένα σύνολο πρακτικών ή σχέσεων δεν έχει το μονοπώλιο στο επονομαζόμενο ριζοσπαστικό ή στο επονομαζόμενο κανονιστικό» (σ. 106). Η συγγραφέας βγάζει τα άπλυτά της στη φόρα, θέτοντας εύλογα ερωτήματα και μολύνοντας το κουίρ με τις συγγραφικές της ανωμαλίες.

Αυτό που υποστηρίζει δεν είναι ότι η διαφορά μεταξύ ομοκανονικότητας και ριζοσπαστικότητας δεν υπάρχει, αλλά ότι αυτά τα δύο δεν συνιστούν ένα στέρεο και ξεκάθαρο δίπολο, παρά μια διαρκή διαδικασία πάλης με την εαυτή, με τα όρια και τις δυνατότητες μιας ζωής στον σύγχρονο δυτικό, καπιταλιστικό, πατριαρχικό και ετεροκανονικό κόσμο. Σε έναν κόσμο που μας ωθεί στη μιζέρια, τη φτώχεια, τη μοναξιά, την αποξένωση και τον θάνατο. Το συγκλονιστικό φωτογραφικό έργο της Κάθριν Όπι, στο οποίο αναφέρεται η Νέλσον στο βιβλίο της, και ιδίως τα τρία έργα της Self-Portait/Cutting, Self-Portrait/Pervert και Self-Portrait/Nursing μοιάζουν με μια εικαστική προσομοίωση ενός παρόμοιου ταξιδιού με αυτό στο οποίο μας καλεί και η Νέλσον να κάνουμε με τις λέξεις της.

Η στρατηγική της άρνησης που επιλέγει η Νέλσον, σ’ αυτό το βιβλίο τουλάχιστον, δεν βασίζεται σε ένα ερώτημα του τύπου: Magic mirror on the wall, who’s the queerest one of all?, αλλά σε μια διαρκή διεκδίκηση χωροχρόνου, εντός αυτού που έχει επιλέξει να θεωρεί οικείο, κομμάτι της. Η συγγραφέας δεν μιλάει από παντού, ούτε από ψηλά, δεν αξιώνει η εμπειρία της να λάβει κάποιον οικουμενικό κουίρ χαρακτήρα. Μιλάει ακριβώς από εκεί που βρίσκεται κατά την ώρα της συγγραφής. Εκθέτει διάφανη την εαυτή και την οπτική της, τοποθετείται στον χάρτη της κουίρ ιστορικότητας σα μια λευκή, μεσοαστή, κουίρ Αμερικανίδα ακαδημαϊκός, μητέρα (θετή και βιολογική), ερωτευμένη, παντρεμένη, ευτυχισμένη. Τίποτα περισσότερο, και τίποτα λιγότερο. Σ’ αυτή τη διαδρομή, μπορεί κάποια να διαβάσει μια παράλληλη ιστορία για την πάλη ενάντια στην εσωτερικευμένη ντροπή ή ενοχή που φέρουμε όταν δεν στεκόμαστε «σωστά», δεν θεωρούμαστε «αρκετές», ή «πραγματικές» (αγωνίστριες, μητέρες, γυναίκες, άντρες, τίποτα από τα δύο, και τα δυο), όταν προδίδουμε (φαινομενικά;) τις τάξεις μας.

Το βιβλίο επιχειρηματολογεί απέναντι στον εαυτό του, προκρίνει τη μία άποψη, ύστερα δίνει χώρο σε μια φαινομενικά αντίθετη, προσπαθεί κάτι να συμφιλιώσει, ή έστω να δεχτεί ότι θα πρέπει όλα μας να ζήσουμε με το δεδομένο ότι οι επιθυμίες μας διαφέρουν όχι μόνο από τον κανόνα, αλλά και μεταξύ τους, μεταξύ μας. Διαφέρουμε σημαντικά κι οι αποστάσεις μας έχουν σημασία. Άλλες φορές είναι σωτήριες, καθώς είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων που δεν επιδέχονται καμία άλλη λύση, άλλες φορές όμως η σύγκρουση (ή η προδοσία) θα φέρει το απαραίτητο ξέσπασμα μιας έντασης που τελικά θα έρθει να συμφιλιώσει. Η Νέλσον μιλάει για τη ζωή της, και μέσω αυτής για τις δυσκολίες και –κυρίως– τις απολαύσεις μιας επιλογής να χτίζεις και να ξαναχτίζεις διαρκώς τις οικογένειες των προτιμήσεών σου. Τα επιχειρήματα δρουν εσωτερικά και διαθλώνται μέσα από μια διαρκή άρνηση της συγγραφέως να έχει ως πυξίδα και φιλοσοφία ζωής τις κοινοτοπίες και τα στερεότυπα, με τα οποία είναι κι εκείνη, όπως όλα μας, εμποτισμένη.

Προσέξτε τον τρόπο παραπομπών της στο βιβλίο. Τα ονόματα των συγγραφέων μπαίνουν στο περιθώριο της σελίδας (και ξέρουμε καλά τη σημασία του περιθωρίου), δίπλα ακριβώς σε αυτά που γράφει η ίδια για/από το έργο τους, μια καινοτομία που έχει αντιγράψει από το έργο του Ρολάν Μπαρτ Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου. Τα κείμενα εδώ σχετίζονται με έναν οικείο τρόπο, έρχονται κυριολεκτικά κοντά, σε μια προσπάθεια ανεύρεσης σημείων επαφής. Η Νέλσον μας καλεί να πάρουμε κι εμείς μέρος σ’ αυτή τη διαδικασία οικειοποίησης, μα και στην ίδια τη διαδικασία της συγγραφής (οι σημειώσεις στο περιθώριο συνήθως παραπέμπουν στα χειρόγραφα πριν την έκδοση). Μας καλεί, όμως, να λάβουμε μέρος και στην ίδια τη συζήτηση που την απασχολεί. Όχι για να βρούμε απαντήσεις, αλλά για να ξεφύγουμε, να ξεφύγουμε μαζί από αυτό. Η αναγνωστική κοινότητα στην οποία απευθύνεται είναι αρκετά συγκεκριμένη, και είναι αυτή των ακαδημαϊκών της φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας, καθώς και των κουίρ καλλιτεχν@ν, μια κοινότητα από την οποία η Νέλσον εξαρτάται. Η προσπάθειά της να επιδιορθώσει, να ξαναχτίσει, να μεταβάλει αυτή την κοινότητα (ας την πούμε Αργώ), δεν είναι παρά ο τρόπος της να δείξει την αγάπη της γι’ αυτή.

Επιστρέφω στον λόγο που Οι Αργοναύτες κατά την πρώτη ανάγνωση με έκαναν να νιώσω καλά. Η Νέλσον είναι σίγουρη για ένα και μόνο πράγμα, κι αυτό είναι πως προκειμένου να υπάρξουμε και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, είτε ως βρέφη είτε ως υποκείμενα που διαρκώς επαναδιαπραγματευόμαστε τους όρους της ύπαρξής μας, χρειαζόμαστε να στηριχθούμε από κάπου. Και μπορεί ένα έμβρυο να μην είναι σε θέση να επιλέξει το άτομο από το οποίο θα είναι απολύτως εξαρτημένο για τους επόμενους μήνες ή τα επόμενα χρόνια της ζωής του, αλλά εμείς συνήθως έχουμε την τύχη να μπορούμε να διαλέγουμε τις μερικές εξαρτήσεις και τους συναισθηματικούς μας δεσμούς. Διαβάζουμε στη σελίδα 146 της ελληνικής έκδοσης:

Άνταμ Φίλιπς/ Μπάρμπαρα ΤαίηλορΈνας εαυτός χωρίς συναισθηματικούς δεσμούς είναι είτε ένα αποκύημα της φαντασίας είτε μια τρέλα. […] [Εντούτοις] η εξάρτηση περιφρονείται ακόμα και στις πιο προσωπικές σχέσεις, σαν η εξάρτηση να ήταν κάτι ασύμβατο με την αυτάρκεια και όχι το μόνο πράγμα που την καθιστά εφικτή.    

Η Νέλσον μοιράζεται, αλλά δεν ξερνάει πάνω μας. Εξαρτάται, και κάπως έτσι καθίσταται αυτάρκης. Ανοίγει προσεκτικές τρύπες στην ιδιωτική της σφαίρα, διαπραγματεύεται μέχρι πού θα το φτάσει (αυτό δεν είναι το αγαπημένο της, but still), περιγράφει τι κάνει στο κρεβάτι και στη μπανιέρα της, όχι για να σβήσει την ιστορία όσων διάλεξαν να τα κάνουν όλα αλλιώς (πιο σιωπηρά ή πιο φωνακλάδικα), αλλά για να ξεγυμνωθεί όπως εκείνη θέλει και να διεκδικήσει έτσι τη συνέχιση της συνύπαρξης με το περιβάλλον της.

Η επιτέλεση ενός κανόνα, όπως και η παραδοχή μας ότι βρισκόμαστε σε σχέση εξάρτησης με μια φιλοσοφία ζωής, με μια κουλτούρα, με μια κοινότητα ή με ένα πλάσμα δεν μας οδηγεί μονόδρομα στην κανονικότητα ή στην (αυτο-)υποδούλωση. Έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία τι κάνουμε με αυτόν τον κανόνα, αυτή τη φιλοσοφία ζωής, αυτή την κουλτούρα κ.ο.κ., τι τους κάνουμε και πώς, πώς τα αφήνουμε όλα αυτά στο πέρασμά μας. Η Νέλσον δεν αρνείται την εξάρτησή της από την κουίρ παράδοση, αντίθετα τη διεκδικεί, προβαίνοντας σε μια συμβολική προδοσία. Την προδοσία μιας αισιοδοξίας, ενός έρωτα και μιας αγάπης που διεκδικούν να λέγονται κουίρ.

Αργώ, είμαι γεμάτη τρύπες, μα το υπόσχομαι πως κάπως φτάνουμε. Όσο κι αν η ίδια η Νέλσον προσπαθεί να το μετριάσει μισοδείχνοντάς το, η ανάγνωση του βιβλίου, ιδίως αν δεν περνάς και την καλύτερη περίοδο της ζωής σου, συχνά σου αφήνει την αίσθηση ότι κάποια σου τρίβει απαλά στη μούρη την κουίρ ευτυχία της. Μια ευτυχία στην οποία πολλά καταπιεσμένα υποκείμενα δεν είχαν/έχουν/θα έχουν ποτέ πρόσβαση (ή μήπως όχι;), την οποία δεν είχαν/έχουν/θα έχουν ποτέ την τύχη να γευτούν (ή μήπως όχι;). Και κάπου εδώ φτάνω στην απόπειρα της δεύτερης ανάγνωσης του βιβλίου για τις ανάγκες συγγραφής αυτού του κειμένου. Μιας απόπειρας που με πέτυχε σε μια περίοδο έντονης εργασιακής επισφάλειας και υπέρτατης ερωτικής απελπισίας, μια περίοδο ματαίωσης του οποιουδήποτε κουίρ οικογενειακού ονείρου, που μπορεί κατά διαστήματα να παίζει έργο στο κεφάλι μου.

Ακόμα και σ’ αυτή τη στιγμή, προτιμώ να γνωρίζω ότι η Νέλσον κάπου, κάπως διέσωσε την εαυτή της προδίδοντας τον κουίρ κυνισμό (μου; μας; της;). Λένε για τον κυνισμό πως είναι ένας απογοητευμένος ρομαντισμός. Εδώ η Νέλσον φαίνεται περισσότερο να απογοητεύει άθελά της έναν αυθόρμητο, κληροδοτημένο από φεμινιστική γενιά σε κουίρ γενιά κυνισμό, διαπιστώνοντας και περιγράφοντας και η ίδια με δυσκολία την ευ-τυχία της. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αλλά και για μερικούς ακόμα, μέρος των οποίων αναφέρθηκαν παραπάνω, η Χέδερ Λοβ φαίνεται να προτείνει να δώσουμε στη λευκή, cis, μεσοαστή, ακαδημαϊκό, σύζυγο και μητέρα Μάγκι Νέλσον, μια άφεση για την άφατη χαρά και ευτυχία της. Λέει στην ομιλία της για το βιβλίο, στο πλαίσιο της ημερίδας «The Argonauts: A Salon in Honor of Maggie Nelson»:

Χέδερ ΛοβΟι Αργοναύτες μου προσφέρουν μια εικόνα της ευτυχίας, πάνω κάτω με τον μόνο τρόπο που μπορώ να την αντέξω: με ένα βαρύ υπόγειο ρεύμα αμφιθυμίας, αμφιβολίας και αυτοτραυματισμού. Τόσο η προσωπική μου ιστορία, όσο και η αφοσίωσή μου σε μια κουίρ λογοτεχνική παράδοση με κάνουν να σκέφτομαι πως η αγάπη που αποκλείει την προδοσία είναι προδοσία.

Σαν μια ταπεινή έκφραση της δικής μου σπλαχνικής απαισιοδοξίας, λοιπόν, σαν μια επιτέλεση της φροντιστικής μου οικειότητας προς το βιβλίο, και σαν μια επιθυμία βαθιάς σύνδεσης μαζί του, τούτη τη δεύτερη φορά παραιτήθηκα απ’ το να ξαναφτάσω μέχρι το ευοίωνο τέλος του. Αποβιβαστείτε.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή