Η πρόσφατη επικράτηση της Τζόρτζια Μελόνι στις ιταλικές εκλογές χαιρετίστηκε σχεδόν με αίσθημα δικαίωσης από τους σχολιαστές που προειδοποιούν με αφοσίωση, μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση ανά την Ευρώπη, για την άνοδο της «ακροδεξιάς» και ιδιαίτερα του «φασισμού». Αν μη τι άλλο σημειολογικά, η νίκη στην πατρίδα του Μουσολίνι μιας πολιτικού με ιδεολογική καταγωγή στον μετα-φασιστικό χώρο δεν άφηνε καμιά αμφιβολία: οι προειδοποιήσεις γίνονταν, λυτρωτικά σχεδόν, πραγματικότητα.
Μια πιο προσεκτική ματιά βέβαια δείχνει ότι, ακόμα και στην Ιταλία, οι φασίστες ελάχιστα θυμίζουν τους ιστορικούς προγόνους τους. Η κυβέρνηση της Μελόνι εξ αρχής κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τους κανόνες της ΕΕ, καθώς ο βασικός της στόχος είναι να διαχειριστεί τον πακτωλό δισεκατομμυρίων από το κοινοτικό ταμείο ανάκαμψης. Στην εξωτερική πολιτική, η Μελόνι έχει ξεκαθαρίσει ότι η υποστήριξη της Ιταλίας προς την Ουκρανία στον πόλεμο με τη Ρωσία θα συνεχιστεί. Η κυβέρνησή της έχει βέβαια εξαγγείλει μια σκληρή στάση στο μεταναστευτικό, αν και ακόμα και εκεί είναι δύσκολο κάποιος να βρει ουσιώδεις διαφορές με τις πρόσφατες πολιτικές μη-δεξιών κυβερνήσεων, όπως της Γαλλίας και της Δανίας.
Σε τι συνίσταται τελικά ο φασισμός όταν ακόμα και οι κατ’ όνομα φασίστες αποδεικνύονται τόσο ακίνδυνοι στην πράξη; Και γιατί συζητούμε για την επιστροφή μιας ιδεολογίας όταν ακόμα και οι φερόμενοι εκπρόσωποί της δεν κάνουν τίποτε άλλο τις τελευταίες δεκαετίες από το να απομακρύνονται από αυτήν; Τι περισσότερο πρέπει να κάνει, για παράδειγμα, η Μαρίν Λεπέν, που έχει ομοφυλόφιλους σε ηγετικές θέσεις στο κόμμα της, έχει αποκηρύξει τον αντισημιτισμό και έχει αποδεχτεί τη θέση της Γαλλίας στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ και την Ευρωζώνη, για να μην θεωρείται «φασίστρια»; Είναι τελικά ο φασισμός σήμερα μια συγκεκριμένη ιδεολογία ή μια λεκτική μεταφορά για να περιγράψει έναν νεφελώδη και ακαθόριστο κίνδυνο για τη δημοκρατία; Και αν είναι το δεύτερο, ποιος ακριβώς είναι αυτός ο κίνδυνος;
H συζήτηση για τον φασισμό δεν είναι κάτι καινούργιο. Στο πρόσφατο βιβλίο του ο Μπρους Κούκλικ[1] εξηγεί, αναλύοντας την περίπτωση των ΗΠΑ, ότι ο «φασισμός» χρησιμοποιείτο ως μομφή μεταξύ πολιτικών αντιπάλων ήδη από την δεκαετία του 1920, αν και στις απαρχές του φασισμού στην Ιταλία υπήρχαν αρκετοί υποστηρικτές του σε άλλες χώρες. Tην αρνητική χρήση του επέβαλε στο λεξιλόγιο των δυτικών δημοκρατιών η συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αν και, μεταξύ των τριών δυνάμεων του Άξονα, η μεν Ιαπωνία διέθετε ένα από τα δύο κύρια συστατικά στοιχεία του φασισμού (τον επεκτατικό μιλιταρισμό) αλλά όχι το άλλο (τη μαζική κινητοποίηση), η δε Ιταλία ήταν ο πιο ακίνδυνος από τους εχθρούς των Συμμάχων.
Στην πραγματικότητα, ο φασισμός ανακηρύχτηκε σε απόλυτο κακό μόνο μετά τη συμμαχία του με τον ναζισμό, ένα αδιαπραγμάτευτα αποτρόπαιο σύστημα ιδεών. Και όμως, για κάποιον λόγο αναφέρουμε ως θανάσιμο κίνδυνο για τη δημοκρατία τον φασισμό και όχι τον ναζισμό. Κι αυτό παρά το ότι φασισμός στην Ιταλία ήταν μάλλον μετριοπαθής σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες δολοφονικές και γενοκτονικές απολυταρχίες της άκρας δεξιάς και αριστεράς του 20ού αιώνα. Ουσιαστικά, λέει ο Κούκλικ, μιλάμε για «φασισμό» έχοντας κατά νου περισσότερο τη βαρβαρότητα του ναζισμού.H sH
Ο Κούκλικ εξηγεί ότι, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, η χρήση του φασισμού στον δημόσιο λόγο ατόνησε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν αυτό που παρουσιαζόταν ως μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ο κομμουνισμός. Και όμως, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, και ενώ γινόταν σαφές ότι ο Ψυχρός Πόλεμος εισερχόταν σε μια σχετικά σταθερή ισορροπία όπου η άμεση πολεμική αναμέτρηση των δυο υπερδυνάμεων απομακρυνόταν ως ενδεχόμενο, ο φασισμός επανέρχεται ως ο μεγάλος κίνδυνος για τη δημοκρατία, αυτή τη φορά μέσα από το έργο των θεωρητικών της Νέας Αριστεράς (New Left) και την ανάδειξη των θεωριών της Σχολής της Φρανκφούρτης.
Ιδιαίτερα επιδραστικό ήταν το επιχείρημα του Αντόρνο και άλλων ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς μια επίκτητη ιδεολογία αλλά έκφραση ενός συγκεκριμένου ψυχολογικού προφίλ, της λεγόμενης «αυταρχικής προσωπικότητας» που κρύβεται μέσα σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από αυτόν που δείχνουν π.χ. τα εκλογικά αποτελέσματα. Με αυτόν τον τρόπο, η Σχολή της Φρανκφούρτης και οι επίγονοί της αντέστρεψαν τη Μακαρθική παράνοια της δεκαετίας του 1950. Από εκεί που ο κίνδυνος ήταν οι πανταχού παρόντες κομμουνιστές, τώρα ήταν ο εν υπνώσει φασισμός, ένα ψυχολογικό σύνδρομο που μπορεί να αναγνωριστεί σε ένα δυνητικά ατελείωτο φάσμα συμπεριφορών, λόγων και στάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, τα πάντα μπορούσαν πια να περιγραφούν ως φασισμός και στην πράξη αυτό γίνεται στις μέρες μας.
Η χρησιμότητα του φασισμού ως τακτικού πολιτικού όπλου είναι προφανής σήμερα. Λειτουργεί κατ’ αρχάς ως ένα προληπτικό χτύπημα εκ μέρους της αριστερής πλευράς του πολιτικού φάσματος έναντι των αντιπάλων της στα δεξιά, των οποίων η κάθε απόπειρα μετακίνησης προς ακόμα πιο δεξιές θέσεις παρουσιάζεται να «ανοίγει τον δρόμο στον φασισμό». Ο κίνδυνος του φασισμού και συναφών εννοιών (ακροδεξιά, εθνολαϊκισμός κ.λπ.) χρησιμεύει επίσης ως βολική εξήγηση (και παρηγοριά) για την αριστερά, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζικές κινητοποιήσεις που δεν ελέγχει ή κηδεμονεύει η ίδια. Θυμόμαστε ενδεικτικά τη ρητορική της τότε ελληνικής κυβέρνησης έναντι των λαϊκών κινητοποιήσεων ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών το 2018.
Η συζήτηση για την επιστροφή του φασισμού έφτασε στο αποκορύφωμά της στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ, όπου μάλιστα στη χρήση του όρου υπερθεμάτιζε όχι τόσο η αριστερά όσο το φιλελεύθερο και προοδευτικό κατεστημένο της διανόησης, των πανεπιστημίων και των μεγάλων ΜΜΕ. Η κατηγορία του φασισμού για τον Τραμπ έχει ενδιαφέρον αν σκεφτούμε πόσο αυτός ξεφεύγει και από τα τρία βασικά κριτήρια που η βιβλιογραφία συνήθως χρησιμοποιεί για να ορίσει τον φασισμό.
Παρά τον ξεκάθαρο λαϊκισμό του, ο Τραμπ δεν επένδυσε σε οργανωτικές δομές μαζικής κινητοποίησης, προτιμώντας αντίθετα τον χαλαρό κινηματικό χαρακτήρα διαφόρων ρευμάτων υποστηρικτών του με έμφαση στην επικοινωνία μέσω διαδικτύου. Ο Τραμπ επίσης απέρριπτε την λογική της στρατιωτικής ιμπεριαλιστικής επέκτασης, σε ευθεία αντίθεση με τους αντιπάλους του και στα δυο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ. Τέλος, σε αντίθεση με την αδιαπραγμάτευτη αποθέωση του κράτους που συναντούμε στον φασισμό, ο Τραμπ ήταν κατά βάση αντικρατιστής τόσο με την οικονομική όσο και με την πολιτική έννοια. Εκπρόσωποι του βαθέος κράτους της γραφειοκρατίας και των μυστικών υπηρεσιών, των δομών δηλαδή που ο φασισμός συνήθως θαυμάζει, συγκαταλέγονταν στους σκληρότερους επικριτές του Τραμπ.
Και όμως, παρά το ότι ο Τραμπ δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί φασίστας με αυτά τα συμβατικά κριτήρια, το φιλελεύθερο κατεστημένο στις ΗΠΑ είχε μια τεράστια εσωτερική ανάγκη να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο για να δείξει ότι ο Τραμπ δεν ήταν απλώς ένας ιδεολογικός αντίπαλος, αλλά ένας κίνδυνος για την ίδια τη δημοκρατία. Κάπως έτσι, διανοητές όπως ο Τιμ Σνάιντερ[2] χρειάστηκε να προστρέξουν σε δευτερογενή, επιλεκτικά και συζητήσιμα κριτήρια για την περιγραφή ενός νεφελώδους αυταρχισμού –τη ροπή στη συνωμοσιολογία, τη χρήση ψεμάτων στον δημόσιο λόγο, την αντιθεσμική συμπεριφορά κ.ο.κ.– προκειμένου να μπορέσει ο Τραμπ να ταιριάξει στην έννοια του φασισμού.
Αυτή η εμμονή του φιλελεύθερου-προοδευτικού στρατοπέδου των ΗΠΑ στον φασισμό ως στοιχείο της πολιτικής ρητορικής του παρουσιάζει πάντως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί αποκαλύπτει μια χρήση του αντι-φασισμού όχι απλώς ως ένα παραταξιακό εργαλείο στρατηγικής, όπως είδαμε πιο πάνω για την αριστερά, αλλά ως βασικό συστατικό στοιχείο νομιμοποίησης ολόκληρου του πολιτικού συστήματος και των συνδεδεμένων με αυτό ηγετικών ομάδων και οικονομικών συμφερόντων στις δυτικές δημοκρατίες σήμερα. Το βασικό δίπολο έτσι γίνεται ο φασισμός εναντίον του φιλελευθερισμού ως συνολικό πλέγμα αρχών της πολιτικής μας ζωής.
Η σχέση φιλελευθερισμού και φασισμού όμως είναι αρκετά πιο περίπλοκη από ό,τι αυτό το σχήμα δείχνει. Χρήσιμο εδώ είναι το έργο του Ρενάτο Κρίστι[3] για τη σκέψη του Γερμανού νομικού και στοχαστή Καρλ Σμιτ, που αποκαλύπτει τα σημεία επαφής των δύο ιδεολογιών. Ταυτισμένος φυσικά με τον φασισμό και ιδιαίτερα τον γερμανικό ναζισμό, ο Σμιτ παρ’ όλα αυτά, εξηγεί ο Κρίστι, σε μεγάλο βαθμό εξέφραζε κλασικές συντηρητικές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους και την αυτονομία της κοινωνίας (και κυρίως της ελεύθερης αγοράς) έναντι αυτού. Η κριτική του Σμιτ προς τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το δημοκρατικό πολίτευμα εν γένει, εκπορευόταν από τον φόβο του για τον απολυταρχισμό που θα μπορούσε να προκύψει αν το κράτος αναλάμβανε υπερβολικές εξουσίες και καταπατούσε τις ελευθερίες της κοινωνίας.
Αν και ο Σμιτ υπήρξε πάντα οπαδός του ισχυρού κράτους, κάτι που τελικά τον οδήγησε στην αποδοχή του ναζιστικού καθεστώτος, αυτό σήμαινε αρχικά για τον Σμιτ απλώς ένα κράτος που θα έμενε ανεξάρτητο από επιμέρους συμφέροντα και θα περιφρουρούσε την ελευθερία, την ιδιοκτησία και τα δικαιώματα των πολιτών. Από αυτήν την άποψη, η προτίμηση του Σμιτ ταυτόχρονα για ένα ισχυρό κράτος και μια ισχυρή κοινωνία, με το καθένα αυτόνομο και ανεπηρέαστο από το άλλο, τον έφερνε πολύ κοντά στις ιδέες του Τόμας Χομπς, του θεμελιωτή του φιλελευθερισμού, αλλά και του Χάγιεκ.
Για τον Κρίστι, αυτή η διαδρομή του Σμιτ είναι αποκαλυπτική των σκοτεινών πλευρών του φιλελευθερισμού. Ο Κρίστι χαρακτηρίζει την ιδεολογία του Σμιτ στα χρόνια της Βαϊμάρης ως «απολυταρχικό φιλελευθερισμό», μια μετεξέλιξη των ιδεών του Χομπς που έβλεπε την κρατική εξουσία ως έναν πανίσχυρο Λεβιάθαν που θα παρέμενε ανεξάρτητος από την κοινωνία (και άρα, κάθε προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου πάνω σε αυτόν) ακριβώς για να μπορεί να εγγυηθεί τις ελευθερίες και την αυτονομία της. Αυτή η «ισχυρή κοινωνία» του Χομπς και του Σμιτ ήταν βασικά η κοινωνία της ιδιοκτησίας, της αγοράς και των ατομικών δικαιωμάτων. Για να είναι ασφαλή αυτά τα δικαιώματα, η ίδια η κοινωνία θα έπρεπε να μένει μακριά από το κράτος και να μην προσπαθεί να το ελέγξει, γιατί τότε υπάρχει ο κίνδυνος αυτό να πέσει στον έλεγχο κάποιων κοινωνικών ομάδων που θα το χρησιμοποιούν εις βάρος άλλων. Με άλλα λόγια, προϋπόθεση του φιλελευθερισμού ήταν ακριβώς ο περιορισμός της δημοκρατίας.
Για τον Κρίστι, η κατάληξη του Σμιτ στο πλευρό των ναζί δεν θα πρέπει να συγκαλύπτει το γεγονός ότι ο φασισμός έχει την ίδια μήτρα με τις κλασικές φιλελεύθερες ιδέες. Και στις δυο ιδεολογίες, ο στόχος είναι ο διαχωρισμός του κράτους από την κοινωνία, με παραμερισμό των παραδοσιακών ενδιάμεσων σωμάτων και θεσμών εκπροσώπησης που εξασφάλιζαν την συμμετοχή τουλάχιστον κάποιων κοινωνικών ομάδων στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, με το ισχυρό κράτος να εγγυάται την ελευθερία της κοινωνίας, όπου η τελευταία κατανοείται με όρους ατομικών δικαιωμάτων και ιδιοκτησίας. Και στον κλασικό φιλελευθερισμό και στον φασισμό, ο δημοκρατικός αυτο-περιορισμός της κοινωνίας είναι θεμέλιο της ελευθερίας της.
O Σμιτ βέβαια είναι γνωστός ως ένας από τους σκληρότερους επικριτές του φιλελευθερισμού. Ο Κρίστι εξηγεί όμως ότι ο Σμιτ καταφερόταν όχι εναντίον του φιλελευθερισμού εν γένει, αλλά εναντίον αυτού που θεωρούσε την παραφθορά των αρχών του αυθεντικού φιλελευθερισμού που ο ίδιος ενστερνιζόταν. Ο Κρίστι τον ονομάζει «ανθρωπιστικό φιλελευθερισμό» και τον αντιπαραθέτει προς τον «αυταρχικό φιλελευθερισμό» του Σμιτ. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο Σμιτ θεωρούσε ότι ο πραγματικός κίνδυνος της απολυταρχίας εκπορευόταν ακριβώς από αυτόν τον ανθρωπιστικό φιλελευθερισμό, ο οποίος έβλεπε το κράτος ως όργανο κοινωνικής παρέμβασης στο όνομα ακαθόριστων αρχών προόδου, βελτίωσης και αλλαγής.
Η υπαρξιακή απειλή για τον Σμιτ ήταν η χρήση της ισχύος του κράτους προς όφελος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Ο σοσιαλισμός αντιπροσώπευε από αυτήν την άποψη τον άμεσο κίνδυνο. Ο προοδευτικός φιλελευθερισμός όμως ήταν δυνητικά ακόμα πιο επικίνδυνος γιατί συμπύκνωνε μια λογική τεχνοκρατικής διαχείρισης των προβλημάτων της κοινωνίας από κρατικές και επιστημονικές ελίτ. Αν και αυτός ο προοδευτικός φιλελευθερισμός εμφανίζεται αρχικά σαν ένα πρόγραμμα επίλυσης των προβλημάτων που δημιουργεί η βιομηχανική οικονομία, ενέχει τον κίνδυνο του τεχνοκρατικού αυταρχισμού, καθώς οι διοικητικές και επιστημονικές ελίτ θεωρούν ότι η τεχνική τους επάρκεια τις νομιμοποιεί να λειτουργούν πέρα από κάθε πολιτικό έλεγχο. Mόνος φραγμός αυτού του παρεμβατικού κράτους είναι ο οικειοθελής αυτοπεριορισμός αυτών των ελίτ, κάτι που στην πράξη συμβαίνει σπανιότατα.
Με βάση αυτό το σχήμα του Κρίστι, η κριτική του Σμιτ στον φιλελευθερισμό και η θεμελιώδης αντιπαράθεση φασισμού-φιλελευθερισμού που αυτή αντανακλά είναι στην πραγματικότητα σύγκρουση δυο φιλελευθερισμών: του κλασικού αυταρχικού φιλελευθερισμού του Σμιτ με τον προοδευτικό ανθρωπιστικό φιλελευθερισμό των αντιπάλων του. Οι διαφορές μεταξύ των δύο είναι οπωσδήποτε σημαντικότατες. Στη μια περίπτωση, το κράτος θεωρείται ένας δρων που πρέπει να μένει μακριά από την κοινωνία αλλά ταυτόχρονα να είναι σε θέση να ασκεί βία έναντι των εχθρών του. Στην άλλη, το κράτος λειτουργεί επί τη βάσει επιστημονικών/τεχνοκρατικών αρχών για να επιλύσει τα προβλήματα της κοινωνίας. Παρά τις αντιθέσεις τους, τα δυο μοντέλα λειτουργούν στη βάση κοινών παραδοχών: ότι αν και θεωρούνται κατ’ αρχήν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, στην πράξη το κράτος έχει την πρωτοκαθεδρία έναντι της κοινωνίας, και ότι η τελευταία πρέπει να θυσιάσει το ιδεώδες της πολιτικής συμμετοχής για χάρη της προστασίας των δικαιωμάτων και της ευημερίας της από αυτό το κράτος.
Βλέπουμε ότι αυτή η διαμάχη των δυο φιλελευθερισμών ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στη σημερινή διαιρετική τομή μεταξύ λαϊκισμού (που θεωρείται από πολλούς κεκαλυμμένος φασισμός), και ενός καθεστωτικού φιλελευθερισμού γύρω από τον οποίο συσπειρώνονται μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις διαφόρων ιδεολογικών αποχρώσεων και η τεράστια πλειοψηφία των τεχνολογικών, οικονομικών, ακαδημαϊκών και ιδεολογικών ελίτ. Και σε αυτήν τη διαμάχη η κάθε πλευρά βλέπει την άλλη ως δυνάμει φορέα αυταρχισμού. Το φιλελεύθερο τεχνοκρατικό στρατόπεδο βλέπει στον δεξιό λαϊκισμό τον κίνδυνο του φασισμού, δηλαδή την κατάργηση της δημοκρατίας και την εγκαθίδρυση δικτατορίας. Οι λαϊκιστές από την άλλη βλέπουν στο ακτιβιστικό κράτος τον κίνδυνο επιβολής ενός τεχνοκρατικού αυταρχισμού στο όνομα της επιστήμης και της αντιμετώπισης συνεχόμενων και διαρκών κρίσεων. Στην πραγματικότητα όμως, η (βάσιμη) κριτική της κάθε πλευράς αναδεικνύει τον θεμελιωδώς αυταρχικό και αντι-δημοκρατικό χαρακτήρα και των δυο εκφάνσεων του φιλελευθερισμού.
Οι λαϊκιστές υπόσχονται στους ψηφοφόρους τους ότι η πολιτική εξουσία «θα τους αφήσει στην ησυχία τους» και το μόνο πράγμα που εγγυάται τον αυτοπεριορισμό του κράτους έναντι της κοινωνίας είναι η δική τους παρουσία στην εξουσία. Ουσιαστικά, οι σύγχρονοι λαϊκιστές δεν υπόσχονται κάτι παραπάνω από την επανίδρυση του κλασικού φιλελεύθερου Χομπσιανού κράτους. Οι προοδευτικοί τεχνοκράτες/φιλελεύθεροι, από την άλλη, υπόσχονται στην κοινωνία ότι η τεχνική επάρκεια των ελίτ μπορεί να επιλύσει προβλήματα, αρκεί το έργο τους να μην περιπλέκεται από υπέρμετρη πολιτικοποίηση και τη συμμετοχή των μη-επαϊόντων. Και στις δυο περιπτώσεις, οι επιθυμίες της κοινωνίας καθορίζονται εκ των προτέρων και από πάνω, και η εκπλήρωσή τους έχει ως προϋπόθεση την απονεύρωση της δικής της συμμετοχής.
Ακόμα και στο ζήτημα της μαζικής συμμετοχής, ο φιλελευθερισμός και ο φασισμός δεν διαφέρουν και τόσο πολύ. Και οι δυο επιζητούν τη μαζική κινητοποίηση, μάλιστα θεωρούν ότι όσο μεγαλύτερες οι μάζες τόσο μεγαλύτερη είναι η νομιμοποίησή τους. Η μαζική συμμετοχή κατανοείται βεβαίως όχι ως αυθεντική από τα κάτω έκφραση λαϊκών αιτημάτων, αλλά ως επιβεβαίωση διά της κινητοποιήσεως των επιλογών που έχουν γίνει από τα πάνω. Στα φασιστικά καθεστώτα αυτό γινόταν μέσω της κινητοποίησης μέσα στο ένα και μοναδικό νόμιμο κόμμα που θεωρείτο ότι εξέφραζε ολόκληρο το έθνος και μέσα στο οποίο οι επιμέρους ταξικές και ιδεολογικές διαφορές εξαφανίζονταν. Σήμερα, οι ακροδεξιοί λαϊκιστές (οι για πολλούς «φασίστες») παρουσιάζουν ως δική τους νομιμοποίηση το γεγονός ότι ψηφίζονται από όλο και περισσότερους πολίτες –παραδόξως, συμβάλλοντας στην εκλογική νομιμοποίηση του συστήματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας συνολικά.
Και η φιλελεύθερη δημοκρατία όμως αναζητά τη δική της νομιμοποίηση στους μεγάλους αριθμούς, όπως βλέπουμε κάθε φορά που μια εκλογική αναμέτρηση αξιολογείται με βάση το ποσοστό συμμετοχής σε αυτήν. Γίνεται πλέον όλο και πιο σύνηθες τα αποτελέσματα των εκλογών να αναγιγνώσκονται όχι με βάση τις επιμέρους ιδεολογικές διαφορές που η δύναμη των κομμάτων εκφράζει, αλλά με βάση το ποσοστό συμμετοχής, το οποίο χρεώνεται συνολικά στο φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς. Αυτή είναι η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός κατεξοχήν φιλελεύθερου, τεχνοκρατικού, αντι-πλειοψηφικού και σε τελική ανάλυση μη-δημοκρατικού συστήματος, το οποίο όμως σχεδόν ικετεύει κάθε πέντε χρόνια τους ψηφοφόρους να προσέλθουν στις Ευρωεκλογές και πανηγυρίζει όταν το ποσοστό συμμετοχής σε αυτές ξεπερνάει το 50%, ωσάν αυτό να είναι ψήφος εμπιστοσύνης προς την ίδια.
Με όλα τα παραπάνω δεν θέλουμε να εξισώσουμε φυσικά τον φιλελευθερισμό με τον φασισμό, ούτε ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές στο πώς ζει κάποιος κάτω από το καθένα από αυτά τα καθεστώτα. Αυτό που λέμε είναι ότι η εντεινόμενη φιλελεύθερη ανησυχία για το μέλλον της δημοκρατίας, μέρος της οποίας είναι η συνεχιζόμενη χρήση του «φασισμού» ως κατηγορία για τους αντιπάλους της, αντανακλά περισσότερο έναν ανταγωνισμό για τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας μέσα σε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την πρωτοκαθεδρία του κράτους έναντι της κοινωνίας, όπου η συμμετοχή της τελευταίας περιορίζεται στη διά βοής εκλογική επιβεβαίωση των επιλογών και αρμοδιοτήτων του πρώτου.
Συμπεραίνουμε ότι η επίμονη χρήση του όρου «φασισμός» εμπεριέχει μια αντίφαση. Από τη μια μεριά, αποτελεί αναμφισβήτητα μια ανακόλουθη και υπερβολική περιγραφή πολιτικών δυνάμεων οι οποίες, ακόμα και όταν έρχονται στην εξουσία, δεν έχουν ούτε τη διάθεση ούτε τη δυνατότητα να εφαρμόσουν πολιτικές στα πρότυπα αυτού που υπήρξε πραγματικά ο φασισμός. Από την άλλη, η συνεχής αναφορά στον κίνδυνο του φασισμού εμπεριέχει όντως έναν σπόρο αλήθειας, όχι όμως όπως την εννοούν αυτοί που κάνουν χρήση του όρου. Η αναφορά στον φασισμό ως τον μεγάλο εχθρό της φιλελεύθερης δημοκρατίας οριοθετεί την πολιτική διαπάλη μέσα στο πλαίσιο των αρχών με τις οποίες ο ίδιος ο φιλελευθερισμός αισθάνεται άνετα, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον φασισμό ως την κύρια εναλλακτική ιδεολογία της δυτικής νεωτερικότητας, ως έναν ισότιμο (όσο και δυσάρεστο) συνομιλητή.
Με τη συνεχή αναφορά στον φασισμό ως τον μεγάλο εχθρό, η φιλελεύθερη δημοκρατία πριμοδοτεί τον αντίπαλο που αμφισβητεί λιγότερο από όλους τους άλλους το βασικό θεμέλιο των ιδεών της: την πρωτοκαθεδρία της κρατικής εξουσίας έναντι μιας ιδιωτεύουσας κοινωνίας. Με τις δυτικές κοινωνίες πια σε μια μόνιμη κατάσταση ημι-πολεμικής ετοιμότητας απέναντι σε συνεχείς κρίσεις (οικονομική, ενεργειακή, υγειονομική, περιβαλλοντική), επίπονες μεταβάσεις (πράσινη, ψηφιακή κ.λπ.) και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς με μη-δυτικούς αντιπάλους, η ανάδειξη του φασισμού σε μόνο εναλλακτικό πολιτικό ορίζοντα, εν είδει προειδοποίησης και εκβιασμού ταυτόχρονα, αποτελεί ουσιαστικά μια παραδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας ότι έχει φτάσει στα όριά της, ότι το πρώτο εκ των δυο συστατικών στοιχείων της μπορεί να επιβιώσει μόνο εις βάρος του δεύτερου.
[1] Bruce Kucklick, Fascism Comes to America: A Century of Obsession in Politics and Culture. Chicago: University of Chicago Press, 2022.
[2] Timothy Snyder, On Tyranny. New York: Duggan, 2017.
[3] Renato Cristi, Carl Schmitt and Authoritarian Liberalism. Cardiff: University of Wales Press, 1998.
