Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Βασίλης Παπαδόπουλος

Η Ζαν Ντ’ Αρκ (πάλι!) στις φλόγες!

Ο Εκατονταετής Πόλεμος εναντίον της Μουσικής ξέσπασε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα όταν οι «εθνικοί» (μας) γερμανοτραφείς μουσικοί ταγοί, εκπρόσωποι της λεγόμενης «Εθνικής Σχολής» –έμπλεοι πατριωτισμού!– προτίμησαν να προχωρήσουν στην ίδρυση ιδιωτικών ωδείων (ιδιοκτησίας τους), εγκαθιδρύοντας έτσι μια μικρή μουσική επιχειρηματική αυτοκρατορία, την ώρα που είχαν τη μοναδική ευκαιρία να θεμελιώσουν κάποιας μορφής δημόσια μουσική παιδεία. Κι έτσι, αντί να «χάσουν χρόνο» με τη θεμελίωση της μουσικής παιδείας της χώρας, άφησαν να χαθεί μια μοναδική ευκαιρία και αντ’ αυτού προτίμησαν να θεμελιώσουν στέρεα τη δική τους προσωπική (οικονομική) Καλή Μοίρα (sic!), επιλογή που αποδείχτηκε χρυσοφόρα μακροπρόθεσμα. Ο ελληνισμός της εποχής, σε παρατεταμένη κατάσταση πυρετού εξαιτίας της σχεδόν μόνιμης πολιτικής ρευστότητας αλλά και της παρουσίας του φαντάσματος του πολέμου, που δεν άφηνε σε ησυχία το φιλόδοξο βρέφος που άκουγε στο όνομα «Νεοελληνικό Κράτος», δεν μπορούσε ή δεν ήθελαν να τον αφήσουν να στρέψει το ενδιαφέρον του σε θέματα που άπτονταν της μουσικής γενικότερα και της μουσικής παιδείας ειδικότερα. Εννοείται πως η εν γένει κατάσταση της μουσικής παιδείας εκείνη την περίοδο είναι απογοητευτική, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όχι μόνο να επιβεβαιώνουν τον κανόνα αλλά να δημιουργούν αργά αλλά σταθερά έναν άλλο, αρκετά στρεβλό κανόνα. Η γενικότερη μουσική κατάσταση κινείται μεταξύ σποραδικών τονωτικών ενέσεων από ξένους μουσικούς (της λεγόμενης κλασικής μουσικής) που έρχονται περιστασιακά στην Ελλάδα, ξενόφερτων επιτυχιών προς τέρψη της αναδυόμενης υβριδικής ελληνικής αστικής τάξης, δημώδους και εκκλησιαστικής μουσικής για τον πολύ κόσμο.

Το μικρό και μάλλον ασήμαντο Ελληνικό Μουσικό Βασίλειο έχει φυσικά και αυτό τον αυτοανακηρυχθέντα βασιλιά του, τους διαδόχους και τους επίδοξους δελφίνους του, οι οποίοι βρυχώμενοι προσπαθούν να επιβάλουν την κυριαρχία της φράξιας τους και να εμποδίσουν την πρόσβαση σε αυτό των εκπροσώπων του μοντερνισμού με κάθε μέσο. Οι συνεχείς πολιτικές αναταράξεις, οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική καταστροφή, τα αλλεπάλληλα κινήματα και πραξικοπήματα, στη συνέχεια ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος δεν αφήνουν περιθώρια για πολλές κινήσεις, παρότι οι «άνθρωποι του βασιλιά» καταφέρνουν να επιβιώνουν με θαυμαστή δεξιοτεχνία συνεργαζόμενοι αγαστά με τους κατά καιρούς «τοποτηρητές», που άλλοτε αναρωτιούνταν γιατί «χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα» και λίγο αργότερα ριγούσαν στο άκουσμα της «Λιλή Μαρλέν»!

Έτσι φτάνουμε μετ’ εμποδίων στη δεκαετία του ʼ50, οπότε και κρίνεται πως έχει έρθει η ώρα να ρυθμιστεί επιτέλους και αυτό το –ενοχλητικό μάλλον– ζήτημα της μουσικής παιδείας με κάποιον τρόπο. Να υπενθυμίσουμε εδώ πως φυσικά καμιά σκέψη για κρατική Μουσική Ακαδημία δεν υφίσταται, ενώ η εν λόγω ρύθμιση στοχεύει ουσιαστικά στο να ορίσει ένα πλαίσιο λειτουργίας για τα ιδιωτικά ωδεία, τα οποία αρχίζουν σιγά σιγά να εμφανίζονται. Ο βασιλιάς Παύλος και ο τότε υπουργός παιδείας Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος υπογράφουν το σχετικό βασιλικό διάταγμα στα 1957, που αποτελεί ουσιαστικά αντιγραφή του κανονισμού του Ωδείου Θεσσαλονίκης –που είχε ιδρυθεί στα 1942– με κάποιες προσθήκες. Το διάταγμα αυτό αποτελεί πραγματικό κόσμημα και θα έπρεπε να διδάσκεται στις Φιλοσοφικές σχολές όλου του κόσμου για να καταδεικνύεται πόσο η τεράστια απόσταση που μπορεί να χωρίζει τη θεωρία από την πράξη… δεν δύναται να προκαλεί τον παραμικρό κλυδωνισμό στο σαθρό οικοδόμημα της πραγματικότητας! Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε πως ποτέ, κανένα ωδείο στην ελληνική επικράτεια, δεν ακολούθησε κατά γράμμα τους κανόνες του εν λόγω διατάγματος –αντιθέτως, συν τω χρόνω οι παρεκκλίσεις έφτασαν σε κωμικοτραγικά επίπεδα. Φιλότιμες προσπάθειες grosso modo έγιναν, αλλά η εμπορική αντιμετώπιση του ζητήματος που κυριαρχούσε όλο και περισσότερο ανάμεσα στους ωδειάρχες, σε συνδυασμό με το ελληνικό modus operandi «βάζω νερό στο κρασί μου μέχρι… το κρασί να γίνει σχεδόν καθαρό νεράκι», δεν άφηνε ουσιαστικά κανένα περιθώριο γενικής τήρησης των κανόνων και ανάπτυξης μιας κάποιας μουσικής παιδείας σε σοβαρό επίπεδο. Ο κρατικός παντεπόπτης οφθαλμός που υποτίθεται πως θα εγγυόταν την τήρηση των κανόνων άρχισε να παρουσιάζει γρήγορα συμπτώματα «μυωπίας» για να φτάσουμε σήμερα, 70 σχεδόν χρόνια μετά, να υπολειτουργεί πλήρως, καθώς προσπαθεί να ελέγξει ασθμαίνοντας ένα σύνολο 1000 περίπου ωδείων σε ολόκληρη τη χώρα. Σε όλο αυτό το διάστημα τα ωδεία αναπτύχθηκαν, χιλιάδες σπουδαστές φοίτησαν και συνεχίζουν να φοιτούν σε αυτά, πτυχία και διπλώματα χορηγούνται με τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας και όλα βαίνουν καλώς…

ΠΑΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ έγινε γρήγορα από όλους αντιληπτό πως οι τίτλοι που χορηγούνταν από τα ωδεία –παρά τους πολυετείς κόπους και τα ουκ ολίγα χρήματα που οι σπουδαστές καλούνταν να καταβάλουν– δεν είχαν κανένα ακαδημαϊκό αντίκρυσμα. Το Κράτος φυσικά τους δεχόταν για αρκετές δεκαετίες σαν οχήματα διορισμού δασκάλων/καθηγητών μουσικής στα σχολεία –όμως καθώς οι εποχές άλλαζαν, οι νόμοι περί διορισμών εξελίσσονταν ακολουθώντας διεθνή πρότυπα, περισσότεροι Έλληνες σπούδαζαν σε μουσικά εκπαιδευτήρια του εξωτερικού, η κατάσταση άρχισε να γίνεται ασφυκτική. Από τη μια, τα ωδεία λειτουργούσαν σε ένα καθεστώς «ελεγχόμενης αναρχοαυτονομίας» χορηγώντας τίτλους σπουδών που δεν αναγνωρίζονταν πουθενά στο εξωτερικό, με την ευλογία και την εξαιρετικά χαλαρή έως εντελώς τυπική εποπτεία του κράτους, η ψαλίδα ανάμεσα στα «καλά» και τα «λιγότερο καλά» ωδεία ολοένα και μεγάλωνε, τα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού πανεπιστημιακά τμήματα που άρχισαν να δημιουργούνται προ 25ετίας –με τα ουκ ολίγα εγγενή τους προβλήματα, το ιδιόρρυθμο καθεστώς «προστατευτισμού» σε ό,τι αφορά την πρόσβαση σε αυτά αλλά και τη λειτουργία τους– δεν μπορούσαν να καλύψουν ένα κενό που συνεχώς διευρυνόταν, καμιά κίνηση –ούτε και καμιά σοβαρή πρόθεση– δεν υπήρχε στον ορίζοντα για δημιουργία μιας Μουσικής Ακαδημίας στα διεθνή πρότυπα (κι ενώ οι προαναφερθέντες δελφίνοι ήδη έριζαν από καιρό στο παρασκήνιο για το ποιος θα δίδασκε σε αυτή την Ακαδημία ΑΝ και ΟΤΑΝ ιδρυόταν! O sancta simplicitas!). Από την άλλη, το ίδιο το Κράτος μετέθετε συνεχώς σε ένα απροσδιόριστο μέλλον τη λύση μιας κατάστασης που όσο απομακρυνόταν τόσο πιο δυσάρεστη φαινόταν πως τελικά θα ήταν (όλα αυτά τα χρόνια φυσικά άξιοι μουσικοί βγήκαν από τα ωδεία, κινήθηκαν στο διεθνές στερέωμα, δίδαξαν στη συνέχεια σε αυτά τα ίδια ωδεία, χωρίς αυτό όμως να αλλάζει σε τίποτα την γενική κατάσταση ούτε να προωθεί την εύρεση μιας κάποιας έστω λύσης).

Σε αυτό το σκηνικό «σκιώδους» πολέμου κινούνται τα πράγματα εδώ και 70 σχεδόν χρόνια, για να φτάσουμε σήμερα, στο τέλος του 2022 να εφαρμόζεται ξαφνικά και εντελώς βιαστικά μια κατάπτυστη Προκρούστεια μέθοδος (ΠΔ 85/2022) που δεν ακουμπά μόνο τους σπουδαστές Μουσικής των ωδείων αλλά και τους σπουδαστές σχολών Χορού και Υποκριτικής (με τα αντίστοιχα εσωτερικά θηριώδη δικά τους προβλήματα), εξισώνοντας τα πτυχία όλων αυτών των καλλιτεχνικών σχολών με… απολυτήρια λυκείου! Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι απλά ζήτημα αναγνώρισης τίτλων που χορηγούνται από ελληνικά ωδεία με τη σφραγίδα του κράτους, αντιστοίχησης με τίτλους χορηγούμενους από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, στέρησης δυνατότητας μετεκπαίδευσης των αποφοίτων των εν Ελλάδι καλλιτεχνικών σχολών, μισθολογικής καταβαράθρωσης των αποφοίτων ωδείων, αλλά πρωτίστως ζήτημα ΗΘΙΚΟ –που δημιούργησε και γιγάντωσε η κρατική αδιαφορία–  απέναντι σε καλλιτεχνικούς κλάδους που υπάρχουν και δημιουργούν εδώ και χρόνια, μέσα σε «περιβάλλον» που θα ζήλευαν ο Μπέκετ και ο Ιονέσκο και που θυμόμαστε (αναγκαστικά… και όχι χωρίς κάποια δυσφορία!) όταν διακρίνονται διεθνώς αλλά που ετοιμαζόμαστε να ρίξουμε στην πυρά νομίζοντας πως έτσι τακτοποιούνται στα γρήγορα οι όποιες “εκκρεμότητες” (ή… «λογαριασμοί»;).  

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή