Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Στο Night-Club των Συνειρμών, XV

…το οποίο δέκατο πέμπτο ιρλανδέζικο ιδού, φτάνει, να το!, έρχεται με φούρια και με κοστουμιά καινούργια, ας τσουγκρίσουμε λοιπόν, Βασίλη μου, κι ας πιούμε εις υγείαν του φοβερού και τρομερού Τζων Χήλυ, που όπως σου έλεγα έκανε θητεία πίσω από τα σίδερα, καταδικασμένος για μικροκλοπές και αλητεία, ενώ είχε προηγηθεί η στρατιωτική του θητεία, φαντάσου παράτησε το σχολείο στα δεκατέσσερά του, πήγε εθελοντής στο στρατό, διέπρεψε εκεί ως πυγμάχος, μάλιστα, αλλά ήταν ο χαρακτήρας του ασταναπάνε, στυλ διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις, που έλεγε το άσμα του Μίκη, και άρχισε τα Αδικαιολογήτως Απών και τις κοπάνες και τα μπεκρουλιάσματα, και τον έκαναν τσακωτό, την κοπάνησε εκ νέου όμως, πήρε τους δρόμους, τράβηξε για Λονδίνο μεριά, μονίμως άστεγος, να πίνει και να κοιμάται σε χαμοκέλες και σοκάκια της ατιμίας, είδε έναν κολλητό του να του κόβουν το λαρύγγι με σπασμένο μπουκάλι, αντιλαμβάνεσαι σκότος και ζόφο και ζοριλίκι, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια στην κόψη του ξυραφιού, ακληρό καρύδι εντούτοις και καπάτσος και σβέλτος και καραμπουζουκλής, ένα barbaric genius, όπως είναι κι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησε για τον Χήλυ μας ο Paul Duane, ναι, αυτό είναι, βάρβαρη ιδιοφυΐα ο δικός μας, κι έτσι, μες στην μπουζού, γνωρίζει τον Χάρρυ τον Αλεπού, αγνώστων λοιπόν στοιχείων, τον λεγόμενο Harry “the Fox”, ο οποίος τον μυεί στο Ulysses και στο σκάκι, φίλε μου, στο σκάκι, και ο Χήλυ σαγηνεύεται από τους συνδυασμούς και τις στρατηγικές, από τον αναίμακτο μα σφοδρό πόλεμο ανάμεσα σε δεκαέξι λευκούς και δεκαέξι μαύρους πεσσούς στα εξήντα τέσσερα τετράγωνα, γίνεται σε χρόνο ρεκόρ εξπέρ του ζατρικίου, διάκονος της Κάισσας, και εντυπωσιάζει τον κόσμο ενώ εντυπωσιάζεται και ο ίδιος από τις δυνατότητες και τη χρήση της ομιλίας, καθώς τα αγγλικά του γίνονται απαστράπτοντα μέσα από τη μελέτη του Ulysses και τις αλλεπάλληλες παρτίδες που παίζει με τον Αλεπού και άλλους τρόφιμους, ώσπου αντιλαμβάνεται τις ικανότητές του ο έξοχος καντιανός κύριος Κλάιβ Στάφορντ Σόλι, Λόρδος και Βαρόνος παρακαλώ, και βουλευτής με το Εργατικό Κόμμα και ευγενέστατη ψυχή, καντιανός ο Σόλι είπαμε, ο οποίος ήταν ο   επιτηρητής του Χήλυ μας όταν αυτός είχε αποφυλακιστεί δοκιμαστικά, και ο οποίος, εκτιμά πολύ, μα πάαααααααρα πολύ, το ότι ο τσίφτης Χήλυ, με το σα μαγεμένο το μυαλό του να φτερουγίζει πάνω από τη σκακιέρα, αποφασίζει να κόψει το πιόμα, βλέπεις, Βασίλη μου, πώς λειτουργεί η διαλεκτική;, βλέπεις ότι τα πάντα διευθετούνται με τη διαλεκτική, καθόσον, ναι μεν η άλλη εμμονή του τσίφτη Χήλυ είναι το Ulysses, όπου καθώς ξέρουν κι οι πέτρες καταναλώνονται αγρίως άγριες ποσότητες ουίσκι, η εμμονή εντούτοις με το σκάκι ωθεί τον ήρωά μας στη λυτρωτική απόφαση να κόψει μαχαίρι το εν λόγω πιόμα προκειμένου να προσηλωθεί στον αναίμακτο μα σφοδρό πόλεμο και τα λοιπά, μια απόφαση που πρώτον διαρκεί ώς τώρα που τα λέμε και τα πίνουμε εμείς οι συκοφαντημένοι ακόμα και ως Χάιντεγκερ του Πεζοδρομίου και δεύτερον κερδίζει την αμέριστη εκτίμηση και την άπλετη εμπιστοσύνη του Βαρόνου Σόλι, ο οποίος του συμπαρίσταται και τον βοηθάει να πάρει τον δρόμο τον καλό και να ξεκόψει από τις αλητείες και τα συμπαρομαρτούντα, οπόταν και ο Χήλυ μας αρχίζει ν’ ανεβαίνει στην ιεραρχία του σκακιού, παίζει σιμουλτανέ, παίζει τυφλό σκάκι, φτάνει στο παρά πέντε να γίνει διεθνής γκρανμαίτρ, ταλέντο και βούληση πάνε αγκαζέ, βαλσάρουν όμορφα στον βίο του Χήλυ, και φανερώνονται στο βλέμμα του, ένα βλέμμα αιχμηρό, βλέμμα σουγιάς, αλλά και βλέμμα πονεμένο, βλέμμα θλιμμένο, βλέμμα του ανθρώπου που, ως έλεγε ο μέγιστος Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ, έχει πάει στην κόλαση, μας έχει στείλει ειδήσεις απ’ το πουθενά, κι έχει επιστρέψει με όλα τα μπαγκάζια του από εκεί και ζει τώρα κανονικά και με το νόμο εντός του καλού κόσμου και εντός της τέχνης, καθότι ο Χήλυ έχει καταπιεί όλες τις σελίδες του Ulysses και αρίφνητες άλλες σελίδες Ιρλανδών κλασικών, κι έτσι, όταν πια αφήνει στην άκρη το αγωνιστικό σκάκι και τα τουρνουά, το γυρίζει στο γράψιμο, είναι ο μπαγάσας ο Χήλυ γκρανμαίτρ και στη χρήση των λέξεων, ξέρει και τα κόλπα του λόγου, γνωρίζει τη δύναμη της μνήμης, τιμά με βαθιές υποκλίσεις και χειροφιλήματα τη Μνημοσύνη, την Τιτανίδα, του Ουρανού και της Γαίας τη θυγατέρα, και στρώνεται στο τραπεζάκι της κουζίνας, σαν και τον Μπουκόφσκι, κι απιθώνει στο καρό τραπεζομάντιλο τη γραφομηχανή του, και κοπανάει τα πλήκτρα με ελεγχόμενη μανία και με συγκράτηση/συγκρότηση μαζί, και περιπλανιέται νοερά στα πάρκα τα παλιά, στων αλκοολικών τα στέκια, δεκαετίες πριν, και γράφει το αυτοβιολογικό, όπως μ’ αρέσει να λέω, βιβλίο The Grass Arena, και το εκδίδει ο περιωπής οίκος Faber & Faber το 1988, και πάει στα ευπώλητα και τσιμπάει κάμποσα βραβεία, ανάμεσά τους και το έμπλεο κύρους J. R. Ackerley Award for Literary Autobiography, μάλιστα κύριε, και είναι πλέον ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας ο πρώην μέθυσος και άστεγος και κατάδικος και τρόφιμος στην ψειρού στενή μπουζού, βλέπουμε λοιπόν τι λυτρωτικό που είναι το σκάκι, τι λυτρωτικές που είναι οι έμμονες εμμονές εμμονικών σαν τον Χήλυ, ανδρών πεισμόνων και θεληματικών και τύπων που το παλεύουν γερά, όπως έλεγε κι ο Τσινάσκι, ξέρεις, γνωρίζεις, αντιλαμβάνεσαι, Βασίλη μου, αυτό θα πει δύναμη θελήσεως κι όχι αυτό που λένε τα βουκολικά φασισταριά δύναμη βουλήσεως, πώς βγαίνεις από τον ζόφο και φτάνεις στη φωτεινή αλέα, πώς οξύνεις νου και πνεύμα και αναδύεσαι στην επιφάνεια απ’ του βυθού το σκότος, μάλιστα κύριε, αυτό πάει να πει δύναμη βουλήσεως, κύριε, και φτάνεις να εκδίδεις στον περιωπής οίκο Faber & Faber, και συνεχίζεις να υπάρχεις, και συνεχίζεις να παράγεις, και συνεχίζεις να δημιουργείς, παρά τα ζόρια και τις αντιξοότητες, παρά το ότι, φέρ’ ειπείν, ύστερα από έναν καβγά του Χήλυ με τον οίκο περιωπής Faber & Faber, μόλις τρία χρόνια μετά την έκδοση του The Grass Arena, το βιβλίο εξαφανίστηκε από την κυκλοφορία, και έμελλε να περάσουν έτη δεκαεφτά, φίλε μου, ώσπου να επανεκδοθεί, ως Penguin Classic παρακαλώ, και να φτάσει έτσι στα χέρια και στα μάτια μας, λέω μάλιστα να το μεταφράσουμε Βασίλη μόλις συνέλθουμε από την μαραθώνια κραιπάλη μας και το γυρίσουμε εκ νέου στο στανιαριστικό κακάο και τους ψυχωφελείς περιπάτους, διότι καλές οι μαραθώνιες κραιπάλες, φίλε μου Βασίλη, αλλά, καντιανοί κι εμείς εν προκειμένω, γνωρίζουμε  καλά ότι η πεπλοφορούσα θεά, ενώπιον της οποίας κλίνομε το γόνυ, είναι ο ηθικός νόμος εντός μας στην άτρωτη μεγαλοπρέπειά του, και έχει άλλωστε ειπωθεί ότι εντέλει το καθήκον είναι σέξι, συνεπώς ας πιούμε τα τρία οφειλόμενα στον Τζέημς Τζόυς ιρλανδέζικα και εν συνεχεία ας… 

[Συνεχίζεται]

⸙⸙⸙

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή