Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Άντζελα Δημητρακάκη

Τι είναι queer λογοτεχνία;

Η queer λογοτεχνία είναι λογοτεχνία.

Όπως και η φεμινιστική λογοτεχνία, είναι ένας χωροχρόνος ανοιχτότητας και αγκαλιάσματος βιωμάτων, συναισθημάτων, σκέψεων, διερεύνησης, κριτικής, αμφισβήτησης, επέκτασης και αναγνώρισης της περιπλοκότητας των ανθρώπινων δεσμών. Και αν υπάρχουν αυτά τα επίθετα (queer, φεμινιστική κ.λπ.), κατά τη γνώμη μου δεν μπορούν παρά να προσβλέπουν στον ορίζοντα απάλειψής τους, σε ανθρώπινες ζωές χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς. Υπό το πρίσμα αυτό, η queer λογοτεχνία σήμερα είναι ένα τόξο πολιτικών αισθητικών με δυνατότητες εναντίωσης σε μια παγιωμένη ιεραρχία. Η ιεραρχία της υπαρκτής πατριαρχίας ως κανονιστικής εμπειρίας φύλου και ερωτικής επιθυμίας είναι αυστηρή και τραυματική. Σε κάποιες κοινωνίες, σκοτώνει. Σχεδόν σε όλες, περιθωριοποιεί.

Η queer λογοτεχνία δεν είναι ομοιογενής: ως εργασία πολιτικών αισθητικών διεκδικεί –ακριβώς– την πολλαπλότητα. Η αναζήτηση πλαισίου όπου έστω υπαινικτικά τίθεται το ζήτημα των συνδέσεων και εν τέλει μιας πολιτικής αλληλεγγύης ενάντια στο πλέγμα αποκλεισμών επιτελεί μια συνθετική queer λογοτεχνία ως τομή με την καταπίεση. Ακόμη και η έννοια της διαθεματικότητας ανοίγει κατά την επιτέλεση, ξεφεύγοντας από μηχανιστικές εφαρμογές. Για μένα, «queer λογοτεχνία» δεν είναι άρα μόνο η πραγμάτευση της σεξουαλικότητας ως ταυτότητας «διαφορετικότητας» (με προβληματίζει η λέξη) αλλά και οι συνάψεις με συνθήκες υποκειμενικότητας που εκπίπτουν του κανονιστικού. Η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα προσφέρουν τη δυνατότητα πολυσχιδών αναγνωρίσεων ή ακόμη και εξόδων από το αναγνωρίσιμο. Η queer λογοτεχνία αγγίζει και την ένσταση στην όποια ταυτότητα.

Κατανοώ ωστόσο τη διαφωνία που ενδεχομένως προκύπτει ως προς το τι κατατίθεται εν τέλει μέσα από τον όρο «queer λογοτεχνία»: το ότι μπορεί να είναι ανεπιθύμητη η προαναφερθείσα ανοιχτότητα και επιθυμητή μια οριοθέτηση. Με αυτή την έννοια, δεν θεώρησα ότι έγραφα queer λογοτεχνία όταν συνέθετα τη λεσβία Κατίνα Μελά ή τη Θαλασσία Ύλη στο Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν και σένα ή την τρανς έφηβη Κρήνη στο ΤΙΝΑ η ιστορία μιας ευθυγράμμισης. Δεν ξέρω αν το χειμαρρώδες 40 γράμματα πένθους (2019) της Μαριέλ Νικόδημος, που με συγκίνησε βαθιά, θα οριζόταν από τη δημιουργό του ως queer λογοτεχνία (ερώτημα που τέθηκε από κριτικό). Προσωπικά, θεώρησα ότι γράφω λογοτεχνία χωρίς επίθετα, αλλά συνειδητά ενάντια στη φυσικοποίηση επαναλαμβανόμενων απουσιών. Έχει νόημα μια λογοτεχνία επιβεβλημένης απουσίας, που δεν γράφεται δηλαδή ως μάχη με την τάση αναπαραγωγής της κατάστασης πραγμάτων; Θα ήθελα να υφίσταται έστω η προσπάθεια. Από την άλλη, η λογοτεχνία δεν είναι πεδίο κάποιας απλουστευμένης και απλουστευτικής «αυθεντικότητας» –το τελευταίο είναι το πλέον περίπλοκο ζήτημα, ειδικά στη θεωρία της λογοτεχνίας όπου οι τεχνικές του Μπρεχτ συνάντησαν τον μεταδομισμό αλλά και τον κριτικό ρεαλισμό.

Η queer λογοτεχνία δεν είναι ένα στατικό μοτίβο ορατότητας αλλά η ρευστή εμβάθυνση στην φασματική κοινωνικοποίηση της ζωής που κρίνεται ως «άλλη» και άρα «παράξενη» από το κανονιστικό πλαίσιο. Είναι αναγκαίο να έχει κάποια υποκειμενικότητα βιώσει «παραξενοποίηση», σε κάποια έστω διάστασή της, για να παραγάγει queer έργο; Δεν ξέρω. Εγώ έχω βιώσει, αλλά δεν θα ήθελα να στηρίξω έναν νέο κανόνα με όρους ένταξης και εξοστρακισμού, έστω κι αν πρόκειται, φαινομενικά, για έναν αντι-κανόνα. Γιατί σε συνθήκες αγοράς και ο αντι-κανόνας γίνεται «niche», γίνεται ράφι, και μάλιστα σε έναν κόσμο όπου δεν είθισται να υπάρχει το ράφι «ετεροκανονική και cis λογοτεχνία».

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή