Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Σταύρος Ζουμπουλάκης

Ο τρυφερός προθρήνος του Βαθέος γήρατος

Η συλλογή Βαθέος γήρατος είναι η τελευταία που εξέδωσε ο Γιάννης Βαρβέρης όσο ζούσε, από τις εκδόσεις Κέδρος. Στον κολοφώνα του βιβλίου δηλώνεται πως τυπώθηκε τον Απρίλιο του 2011, έναν μήνα δηλαδή πριν από τον θάνατό του, στις 25 Μαΐου. Η ζωή όμως, και πολύ περισσότερο ο θάνατος, δεν υπακούν, όπως πικρά γνωρίζουμε, στα σχέδια των ανθρώπων και στους κολοφώνες των βιβλίων. Ο Βαρβέρης ετοίμασε τη συλλογή, είδε και διόρθωσε δοκίμια, έλεγξε πως μπήκε σωστά το ονοματεπώνυμό του στη θέση του κοπυράιτ, αποφάσισε το εξώφυλλό της, αλλά δεν την έπιασε τυπωμένη στα χέρια του. Πραγματικά, habent sua fata libelli. Το βιβλίο κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, και ο κολοφώνας έμεινε ανάλλαχτος στη θέση του, για να παραπλανά σαρκαστικά τους βιβλιογράφους[1]. Το βαθύ γήρας άλλωστε βρίσκεται ούτως ή άλλως, όπως και η βαριά αρρώστια, στο σύνορο ζωής και θανάτου και ο Βαρβέρης το ξέρει πολύ καλά, καταπώς φαίνεται ευθύς εξαρχής, στο πρώτο κιόλας ποίημα, από το δίλημμα που έχει για τον τίτλο της συλλογής. Το παραθέτω:

Τίτλος
Πάντοτε ο τίτλος
είναι πρόβλημα.
Όμως εδώ το δίλημμα
βαρύνει εσένα.
Κατά την έκδοση
θα ’χεις εσύ αποφασίσει
ανάμεσα στα δυο:
«Βαθέος γήρατος»
ή
«Ύπνου βαθέος»;

Το δίλημμα είναι πραγματικό, όχι εκφραστικό ή υφολογικό, είναι κυριολεκτικά δίλημμα ζωής ή θανάτου. Η λύση του βαρύνει την ηλικιωμένη μητέρα: αν ζήσει μέχρι την έκδοση της συλλογής, τότε αρμόζει ο πρώτος τίτλος: «Βαθέος γήρατος»· αν έχει πεθάνει, τότε καταλληλότερος είναι ο δεύτερος: «Ύπνου βαθέος». Η μητέρα δεν τον έβγαλε από το δίλημμα, αρνήθηκε να δώσει τη λύση, και την έδωσε ο γιος, στο τελευταίο ποίημα:

Τίτλοι τέλους
Ό,τι και να ’χει συμβεί
όχι, όχι «Ύπνου βαθέος».

Σε κάθε περίπτωση
έστω και σαν παράταση πλασματική:
«Βαθέος γήρατος».

Ό,τι και αν θα έχει συμβεί εντωμεταξύ, μέχρι την έκδοση δηλαδή της συλλογής, ο γιος το έχει αποφασίσει: Βαθέος γήρατος, όχι γιατί ένας τίτλος μπορεί να λειτουργήσει αποτροπαϊκά για τον έσχατο εχθρό, μα απλώς για να παραταθεί πλασματικά, κυρίως μέσα στα ποιήματα και στις σελίδες του βιβλίου, η ζωή της μητέρας. Η άτιμη η ζωή όμως –αν δεν μιλούσα από την αίθουσα της Γερουσίας, του ελληνικού Κοινοβουλίου, θα χρησιμοποιούσα άλλη λέξη για να προσδιορίσω επιθετικά τη ζωή– δεν χαμπαριάζει από τέτοια, και η έκδοση της συλλογής βρήκε και τους δυο, μάνα και γιο, σε κατάσταση «Ύπνου βαθέος». Η μητέρα του Γιάννη Βαρβέρη πέθανε στις 12 Μαρτίου 2011, δυο μήνες πριν από τον ίδιο, σε ηλικία 94 ετών. Πρόλαβε πάντως να χαράξει, σε ριγωτό χαρτί, με τρεμάμενο χέρι, τον τίτλο του βιβλίου[2].

Πριν συζητήσω αναλυτικότερα τη συλλογή, θα προτάξω λίγα μικροφιλολογικά, που αφορούν τις πρώτες δημοσιεύσεις των ποιημάτων. Ο Βαρβέρης, άνθρωπος της λογοτεχνικής συντεχνίας, αγαπούσε το κύριο, παλαιότερα, εργαλείο της, τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα παρακολουθούσε και δημοσίευε συχνά σε αυτά. Πολλά από τα ποιήματα και του Βαθέος γήρατος έχουν προδημοσιευτεί σε περιοδικά. Τα σημειώνω κατά τη χρονική σειρά: 1. Poeticanet, Φεβρουάριος 2009: «Προθρήνος», «Αναβαθμοί», «Επιφώνημα». Και τα τρία δημοσιεύονται άτιτλα στο περιοδικό και αναδημοσιεύονται με αλλαγές στη συλλογή. Ο Βαρβέρης, όπως γνωρίζουμε, έκανε αλλαγές και διορθώσεις στα ποιήματά του μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν από το τύπωμα. 2. Νέα Εστία, τχ. 1837, Οκτώβριος 2010, σ. 407-415: Όλα τα ποιήματα της ενότητας «Λουτράκι». Τα ποιήματα «Tino Rossi» και «Ανακαίνιση» αναδημοσιεύτηκαν με μικρές αλλαγές. Τέσσερα ωστόσο ποιήματα της Νέας Εστίας («Ταβάνια», «Άθληση», «Στο μπαλκόνι», «Οξυγόνο») δεν συμπεριλήφθηκαν τελικά στη συλλογή. 3. Οροπέδιο, τχ. 10, Άνοιξη 2011, σ. 296-298: Τα δύο ποιήματα «Χαρίκλεια Π. Καβάφη». Το δεύτερο αναδημοσιεύτηκε με μικρές αλλαγές. 4. Πλανόδιον, τχ. 50, Ιούνιος 2011, σ. 275-278: «Επιφώνημα» (είχε δημοσιευτεί και στο Poeticanet, αλλά εδώ στην τελική του μορφή), «Αντίδωρο», «Πρωθύστερο Ι», «Πρωθύστερο, ΙΙ», «Συνδιάλεξη», «Εθνικές επέτειοι», «Idée fixe», «Σώμα σε όνειρο», «Διαιτησία», «Βρέχει βρέφη» «Quiproquo», «Οίκοι ευγηρίας». 5. Νέα Ευθύνη, τχ. 6, Ιούλιος-Αύγουστος 2011, σ. 336: «Ξενύχτι», Συνδιάλεξη» (είχε σταλεί και δημοσιευτεί και στο Πλανόδιον), «Φωτογραφία, I». Το Οροπέδιο, το Πλανόδιον και η Νέα Ευθύνη κυκλοφορούν μετά τον θάνατο του Βαρβέρη και δημοσιεύουν και τα τρία σύντομο σημείωμα ή νεκρολογία για τον θάνατό του.[3]

Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Αθήνα, Λουτράκι, Αθήνα. Είναι οι τρεις τόποι κατοικίας και παραθερισμού. Από την Αθήνα στο Λουτράκι για το καλοκαίρι και επιστροφή στην Αθήνα. Το τελευταίο ποίημα κάθε ενότητας εισάγει την επόμενη. Στην Αθήνα ζούσαν πάντα, και στο Λουτράκι, με το μυθικό καζίνο του[4], θα παραθέρισαν προφανώς κάποια καλοκαίρια. Πόσα και πότε και άλλα σχετικά, ας μην τα ψάχνουμε μάταια, τα ποιήματα δεν αποτελούν βιογραφικό υλικό. Το Λουτράκι του Βαθέος γήρατος είναι αληθινό, δεν είναι όμως το Λουτράκι της γεωγραφίας και των ταξιδιωτικών οδηγών, είναι το αληθινό Λουτράκι του Γιάννη Βαρβέρη:

Οπτική γωνία
Μου λεν για το Λουτράκι:
πολύ ζεστό
κρύα η θάλασσα
πολλά παιδιά
και θόρυβος.

Βεβαίως και δεν πάμε
στο ίδιο μέρος.

Όλη η συλλογή είναι ένας προθρήνος, όπως δηλώνει ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος, για την υπέργηρη μητέρα και τον θάνατό της που πλησιάζει. Γιατί όμως ο γιος την προθρηνεί; Γιατί δεν περιμένει να την θρηνήσει στην αρμόδια ώρα, την ώρα του θανάτου; Μα ακριβώς επειδή φοβάται μήπως δεν είναι εκεί για να το κάνει. Τούτος ο προθρήνος είναι τελικά και για τους δυο τους, για την υπέργηρη μητέρα και για τον βασανισμένο από την αρρώστια γιο, που ξέρει ότι το μέλλον του δεν είναι μακρύ. Παραθέτω το ποίημα:

Προθρήνος
Έπρεπε χρόνια πριν
να είχες φύγει.
Όμως φοβάμαι μήπως τώρα
το εκλάβω σαν συνέπεια φυσική
μήπως τα δάκρυα
σου τα ’χω προπληρώσει
ή ακόμα μήπως, ποιος το ξέρει
πρέπει εσύ να ετοιμάζεσαι
για μια, χωρίς εμένα
αβάσταχτη επιβίωση.

Στο επόμενο ποίημα της συλλογής («Αναβαθμοί») ο Βαρβέρης αμφισβητεί εκείνο το καταληκτικό «αβάσταχτη» του προηγούμενου.

Αναβαθμοί
Όμως δεν ξέρω
πόσο αβάσταχτη
θα ’ταν χωρίς εμένα
η επιβίωσή σου.
Όταν πεθαίνει νέος
οι γέροι λεν πως ήταν θέλημα θεού
όταν πεθάνει γέρος
πως είχε πια γεράσει·
όμως οι πάρα πολύ γέροι
εκτρέφουν πια
μια προσδοκία αθανασίας.

Η προσδοκία είναι μάλλον του γιου, ο γιος προσδοκά ότι ο θάνατός του δεν θα κάνει την επιβίωση της μητέρας αβάσταχτη, όχι βεβαίως επειδή οι πολύ γέροι καλλιεργούν προσδοκίες αθανασίας, αλλά επειδή αυξάνει η ενασχόληση με τον εαυτό τους και αμβλύνονται οι συναισθηματικές αντιδράσεις τους.

Όπως φάνηκε και από τους λίγους στίχους που παρέθεσα, αυτός ο προθρήνος του γιου για τη μητέρα (και για τον ίδιο) είναι συνομιλητικός, πολύ συχνά της απευθύνεται σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, όπως γίνεται, επίσης πολύ συχνά, και στους κανονικούς θρήνους, λόγιους και δημώδεις.

Σε τούτη την τελευταία συνομιλία, οι χρόνοι της κοινής ζωής τους συμφύρονται και συναιρούνται. Όλα είναι ένα αδιάστατο παρόν, το παρόν του θρήνου. Ο γιος, τώρα που της μιλάει, επενδύει αισθήματα «σε γεγονότα κοινότατα / του απωτάτου παρελθόντος της», αλλά και εξοργίζεται και συγκινείται «με συμπεριφορές της τώρα / βαθέος γήρατος» («Βαθέος γήρατος, I»). Ο γιος ζητάει καφέ και εκείνη του «φέρνει πάλι / ένα ποτήρι γάλα» («Idée fixe»), όπως όταν ήτανε παιδί. Χορεύει μαζί της ακούγοντας Τίνο Ρόσσι, μα εκείνη πιστεύει ότι άλλος είναι ο καβαλιέρος της (ο άντρας της μάλλον, ο πεθαμένος εδώ και δεκαετίες) και ο γιος προσπαθεί με μάθε τρόπο να επιτείνει τη σύγχυση («Tino Rossi»). Στο ποίημα με τον καβαφικό τίτλο «… Στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται», η μητέρα θρηνεί τη δική της μητέρα και ο γιος παρατηρεί: «Μετά από εξήντα χρόνια / ένα παιδί / θυμάται τη μαμά του».Δεν έχει ξεχάσει η μητέρα τα λόγια από την Αντιγόνη που έπαιζε μαθήτρια του Γυμνασίου και τα λέει τώρα στον γιο της «με φωνή σπασμένη» –«χαρμόσυνη σύγχυση / του αρχαίου με το παλιό» («“Aντιγόνη”»).

Ο συνομιλητικός αυτός προθρήνος διαπνέεται απ’ αρχής μέχρι τέλους από απέραντη κατανόηση και συγχωρητικότητα, όλα τώρα έχουν σβηστεί, κανένα παράπονο δεν επιβιώνει:

Αν κάτι με παρηγορεί
Αν κάτι με παρηγορεί
για όλες τις τύψεις μου
είναι ότι θα φύγεις
χωρίς καμιά υποψία τύψης
για κάτι που ίσως μου είχες κάνει.

Ο γιος παρηγορείται που η μάνα φεύγει χωρίς τύψεις για ό,τι κακό αναμφίβολα και αναπόφευκτα θα του έκανε, αλλά ο ίδιος κρατάει, αντίθετα, τις δικές του τύψεις, που δεν τις απαλείφει καμία φροντίδα και καμιά συχνότητα επισκέψεων («Άνισες μάχες»), και θέλει να τις κρατήσει και στο μέλλον, γιατί οι τύψεις, όσο και να βασανίζουν, είναι «το μόνο φάρμακο / κατά της λήθης» («Νάρκης του άλγους δοκιμές»). Μόνιμη έγνοια του τώρα, προ του τέλους, είναι να μην την πληγώσει, γι’ αυτό την αφήνει να πιστεύει ότι ο πατέρας του δεν την απάτησε ποτέ, παρότι έχει στοιχεία για το αντίθετο, «αλλά το πιο ισχυρό / είναι πως πρέπει να σ’ αφήσω ερωτευμένη» («Περί του αντιθέτου»). Όχι μόνο δεν διαπληκτίζεται πια μαζί της για τα χρόνια που κρύβει («Ψευδής δήλωση»), αλλά απεναντίας θα απαιτήσει να τα ζήσει τώρα όλα τα κρυμμένα χρόνια («Καμένα αρχεία»). Το χιούμορ με το οποίο της απευθύνεται είναι τρυφερό («Τα δυο σου δώρα»), δεν γίνεται ποτέ ειρωνεία ή σαρκαστικότητα, όπως σε άλλα ποιήματα άλλων συλλογών του Βαρβέρη. Επίσης δεν υπάρχει σε τούτη τη συλλογή κανένας παλαιός θυμός και καμιά εξέγερση (η οποία κορυφώθηκε στην ποίησή του με την εξέγερση εναντίον του Θεού των χριστιανών, στη συλλογή Ο άνθρωπος μόνος, 2009). Τα γεράματα του Βαθέος γήρατος δεν είναι οδυνηρά, μα ούτε και ο θάνατος, που το στρώνει ασταμάτητα στα ποιήματα του Βαρβέρη, έχει εδώ άγρια όψη. Η τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη είναι ένας ήρεμος αποχαιρετισμός. Ο ποιητής έχει χαμηλώσει τα πανιά, για να μπει «στο ήρεμο λιμάνι του θανάτου», κατά τη θαλασσινή αλληγορία του Αγκριππά ντ’ Ωμπινιέ (Agrippa d’ Aubigné, 1552-1630)[5].  Υπάρχουν στη συλλογή δυο ποιήματα, ένα ποιητικό δίπτυχο, που δεν αφορούν τη μητέρα του και τον ίδιο, αλλά μια άλλη μητέρα ενός άλλου ποιητή, την Χαρίκλεια Π. Καβάφη, που πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1899, ενώ πήγαινε σε φωτογραφείο[6]. Στο πρώτο ποίημα του δίπτυχου, ο Βαρβέρης μακαρίζει τη Χαρίκλεια Καβάφη, επειδή «στον θρήνο της προσήλθε / ένας Καβάφης». Στο δεύτερο, καβαφικότερο υφολογικά και γλωσσικά, ο ποιητής (ο Καβάφης) γυρνώντας από την κηδεία άνοιξε το συρτάρι όπου η μάνα είχε φυλάξει γι’ αυτόν ποικίλα τιμαλφή. Του ήρθε προς στιγμή να δακρύσει αλλά συγκρατήθηκε. Εκείνα τα τιμαλφή «τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξη / σε ποίημα από πολύτιμο μετάξι». Αναγνωρίζουμε αμέσως τους δύο πρώτους στίχους από το ποίημα του Καβάφη «Του μαγαζιού»: «Τα ντύλιξε προσεκτικά με τάξι /σε πράσινο πολύτιμο μετάξι». Το έχουμε αναγνωρίσει άλλωστε εξαρχής, από τους πρώτους στίχους του ποιήματος του Βαρβέρη: «Τα είχε εκείνη από καιρό / ντυλίξει όλα / σε πράσινο πολύτιμο μετάξι», και όλο το ποίημα συνομιλεί με το καβαφικό «Του μαγαζιού». Όπως εκεί ο τεχνίτης έχει τυλίξει και κλείσει «στο ταμείον» τα έργα του που αγαπάει περισσότερο και δεν τα δείχνει στους αγοραστές, όμοια και ο Καβάφης στο ποίημα του Βαρβέρη, τύλιξε τα τιμαλφή της μητέρας του και «δεν τα ξανάνοιξε ποτέ». Ο δεύτερος ωστόσο στίχος του ποιήματος του Καβάφη έχει αλλάξει στο τέλος του ποιήματος του Βαρβέρη: αντί «σε πράσινο πολύτιμο μετάξι» διαβάζουμε τώρα «σε ποίημα από πολύτιμο μετάξι». Ο Καβάφης δεν έγραψε κανένα ποίημα για τη μητέρα του, ο Βαρβέρης όμως με τη συλλογή Βαθέος γήρατος, αυτόν τον τρυφερό προθρήνο για τη μητέρα του (και για τον ίδιο) μας παρέδωσε πολύτιμα ποιήματα: απλά, αστόλιστα, χωρίς άσκοπη και αχρείαστη ασάφεια και κρυπτικότητα, χωρίς τίποτε θολό. Ποιήματα κουβεντιαστά. Ποιήματα ενός σπουδαίου τεχνίτη όπου οι ασκημένοι στην τέχνη της ποίησης θαυμάζουν την μαστοριά τους, αλλά και οι απαράσκευοι δεν εμποδίζονται σε κανένα σημείο να νιώσουν και να συγκινηθούν. Κατόρθωμα!


[1] Η συλλογή έχει συμπεριληφθεί στον μεταθανάτιο δεύτερο τόμο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του, Ποιήματα, Τόμος Β΄, 2001-2013, Κέδρος, Αθήνα 2013, προτελευταία στη σειρά, γιατί ακολουθεί η συλλογή Ζώα στα σύννεφα, η καθαυτό μεταθανάτια συλλογή του, που βρέθηκε πάντως έτοιμη στα κατάλοιπά του και πρωτοεκδόθηκε το 2013, πάντα από τις εκδόσεις Κέδρος.

[2] Υποσημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν είναι μόνο τα ποιήματα αυτής της συλλογής όσα ο Βαρβέρης έχει γράψει για τη μητέρα του και επίσης πως, αν εδώ ο πατέρας ουσιαστικά απουσιάζει, έχει γράψει και για αυτόν συγκινητικά ποιήματα.

[3] Ευχαριστώ θερμά τον Νίκο Βαρβέρη για τη βιβλιογραφική βοήθειά του.

[4] Διάβαζε παράλληλα και το ποίημα «Βιαία προσαγωγή μαρτύρων», από τη συλλογή Πιάνο βυθού (1991), Ποιήματα 1975-1996, Κέδρος 2000, σ. 285-286.

[5] «Σα μουσική, την νύχτα…». Γαλλικά ποιήματα αποχαιρετισμού, επιλογή-μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης, Κέδρος, Αθήνα 2007, σ. 13.

[6] Δεν είναι τα μόνα καβαφικά ποιήματα του Βαρβέρη, βλ. ακόμη «Ο ποιητής Καβάφης εις Αθήνας», Ο θάνατος το στρώνει (1986), (=Ποιήματα 1975-1996, ό.π., σ. 149-150), «Ο ποιητής Καβάφης στην πλατεία Αιγύπτου», Πεταμένα λεφτά (2005), «Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας προ του Κ. Π. Καβάφη», Ο άνθρωπος μόνος (2009), «[Εδώ στο απέραντο]», Ζώα στα σύννεφα (2013), (=Ποιήματα, τόμ. Β΄, 2001-2013, ό. π., σ. 79, 143-144, 322 αντιστοίχως).

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή