Αξιότιμε κύριε,
Έλαβα την ορχηστρική παρτιτούρα που μου στείλατε και σας ευχαριστώ. Μελέτησα το έργο σας με προσοχή και η αλήθεια είναι πως βρήκα σε αυτό πολλά όμορφα και πολλά πρωτότυπα σημεία. Το πρόβλημα είναι πως τα όμορφα σημεία δεν είναι πρωτότυπα και τα πρωτότυπα δεν είναι όμορφα.
Ειλικρινά δικός
Φραντς Λιστ
Να ήταν άραγε Έλληνας ο συνθέτης που είχε την τόλμη να στείλει το έργο του στον Λιστ για να δεχτεί στη συνέχεια την παραπάνω απάντηση; Να ήταν κάποιος που έψαχνε απλώς την επιβεβαίωση ή κάποιος που ενδιαφερόταν ειλικρινά να ακούσει τα σχόλια του Ούγγρου γίγαντα καθ’ οδόν προς τον δικό του (μουσικό) «Παρνασσό»; Εξαιρετικά απίθανο το ενδεχόμενο να ήταν Έλληνας ο αλληλογράφος του Λιστ (ας μην ξεχνάμε πως ο Λιστ έζησε από το 1811 έως το 1886, γεννήθηκε δηλαδή στην καρδιά του ρομαντισμού και λίγο πριν πεθάνει πρόλαβε να αφουγκραστεί τον μοντερνισμό που θα φαινόταν σε λίγο στον ορίζοντα), καθώς οι Έλληνες συνθέτες της εποχής –και όταν λέμε Έλληνες συνθέτες αναφερόμαστε φυσικά στους συνθέτες της Επτανήσου, μιας και στην Αθήνα το Παλάτι και η παπαγαλίζουσα αναδυόμενη «αστική» τάξη έπλεαν σε πελάγη εσωστρεφούς ημιβάρβαρης ξενομανίας– είχαν ολοκληρωτικά απορροφηθεί από την Ιταλική (!) Μούσα και τη σύνθεση των «αριστουργημάτων» τους και δεν είχαν ιδιαίτερους λόγους να δείξουν ενδιαφέρον για τον ρομαντικό Λιστ –πόσο μάλλον να ζητήσουν τη γνώμη του!– παρότι ο ίδιος ήταν ήδη ένας ζωντανός θρύλος, πιανίστας-φαινόμενο, μαέστρος, πολυγραφότατος συνθέτης, ένθερμος υποστηρικτής πολλών νέων συνθετών με τεράστια και πολυεπίπεδη δραστηριότητα, συνθέτης που κατατασσόταν από κάποιους στην κατηγορία του μουσικού επαναστάτη, από άλλους σε αυτήν του συνθέτη δεύτερης κατηγορίας, ενώ και η σχέση του με τον Βάγκνερ είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στο να δεχτεί τα ομαδικά πυρά πολλών έγκριτων κριτικών της εποχής.
Να θυμίσουμε πως ο Βαγκνερικός τυφώνας έχει μόλις κάνει την εμφάνισή του στον μουσικό ευρωπαϊκό ορίζοντα (βρισκόμαστε ακόμα κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα), σε λίγο θα σαρώσει τα πάντα, όμως στη πρώην Οθωμανική επαρχία των Νοτίων Βαλκανίων, δηλαδή το Κέντρο του Κόσμου, όλα αυτά έχουν πολύ λίγη σημασία. Η ελληνική νοοτροπία, το ελληνικό γονίδιο ή όπως θέλει να το πει κανείς, ευνοεί την έντονη ομφαλοσκοπία, η οποία και βρίσκει λίγο αργότερα την ιδανική της ενσάρκωση στο πρόσωπο του εθνικού μας συνθέτη Μ. Καλομοίρη και στην προσπάθειά του να «λιώσει» σ’ ένα εθνικιστικό μουσικό «καμίνι» τη μουσική της ελληνικής αρχαιότητας, τη Βυζαντική μουσική, την ελληνική δημώδη μουσική, την ευρωπαϊκή μουσική (εδώ κάπου εμφανίζεται η σκιά του Βάγκνερ), τον «ηγετικό ρόλο» που η ελληνική μουσική είναι, υποτίθεται, προορισμένη να παίξει για τους λαούς της Ανατολής, έναν Μεγαλοϊδεατισμό πολιτισμικών κυρίως αποχρώσεων και φυσικά έναν αλα καρτ Παλαμισμό (απαραίτητη αυτή η τελευταία και λίαν δραστική προσθήκη προκειμένου το παραχθέν υβρίδιο να γίνει αποδεκτό και από τη διανόηση της εποχής), με στόχο να κατασκευάσει την Εθνική Μουσική των ονείρων του. Είναι αυτό το υβριδικό κατασκεύασμα που στοιχειώνει τη σκέψη του Καλομοίρη μέχρι το τέλος της ζωής του στα 1962 και το οποίο αποτέλεσε ιδεολογική μάλλον παρά πολιτιστική τελικά σκευή για την, έτσι κι αλλιώς, ανερμάτιστη πολιτιστικά αστική τάξη που θα δεχόταν οποιοδήποτε πολιτιστικό προϊόν δήλωνε πως υπηρετούσε τις εθνικιστικές/ιδεολογικές της φαντασιώσεις/επιδιώξεις ή τέλος πάντων δεν ερχόταν σε φανερή σύγκρουση με αυτές. Η εντυπωσιακά διαχρονική πολιτιστική/μουσική… «αφλογιστία» αυτού του υβριδικού πολιτιστικού «υπερόπλου» (sic) δεν φαίνεται να προβληματίζει στο ελάχιστο –τουλάχιστον στα φανερά– τους ιδεολογικοπολιτιστικούς του θαυμαστές ακόμα και στις μέρες μας.
Το κατά πόσο η ομφαλοσκοπική τάση του συνθετικού/Καλομοιρικού status quo εκείνης της περιόδου (grosso modo το πρώτο μισό του 20ού αιώνα) διαιωνίζεται σαν πρακτική, είναι πολύ εύκολο να διαπιστωθεί, αρκεί κανείς να παρατηρήσει τους πιο «προβεβλημένους» ημεδαπούς συνθέτες των ημερών μας. Όπως συμβαίνει σε όλους τους καλλιτεχνικούς χώρους –συγγραφείς, ζωγράφοι, ηθοποιοί κ.λπ. θα έχουν σίγουρα πάρα πολλά να πουν εν προκειμένω– έτσι και στον μουσικό/συνθετικό χώρο υπάρχουν πολλές και μικρές «παρέες», οι οποίες ελέγχονται από έναν δυο ηγεμονίσκους και οι οποίες με τη σειρά τους ελέγχουν η καθεμιά τους μια μικρή αλλά ζωτικής σημασίας περιοχή, χωρίς η μια να ανακατεύεται επισήμως στα χωράφια της άλλης. Η καθεμιά υπηρετεί το δικό της μονολιθικό αφήγημα, έχει τους δικούς της «θεούς», προστατεύει τα μέλη της και προσπαθεί να δημιουργήσει έναν ικανής έκτασης χώρο δράσης και επιρροής –με τη φιλοδοξία φυσικά να τον επεκτείνει– σεβόμενη στο προσκήνιο την άτυπη συμφωνία κυρίων περί «μη επίθεσης» ενάντια σε άλλες «παρέες» και διατήρησης μιας σχετικής «ειρήνης». Εντούτοις, η δεδομένη «στενότητα» του ελλαδικού καλλιτεχνικού χώρου οδηγεί σε έντονες τριβές, όπως ο μικρός όγκος ενός ενυδρείου εξωθεί τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των «κατοίκων» του αργά ή γρήγορα σε επιθετικές συμπεριφορές και μοιραία κάποιες φορές στον κανιβαλισμό. Τα επιφανή αλλά και τα λιγότερο επιφανή μέλη κάθε «παρέας» αρνούνται φυσικά επισήμως την ίδια την ύπαρξη «παρεών», αλλά πολεμούν λυσσαλέα στο παρασκήνιο για την επικράτηση της δικής τους χρησιμοποιώντας διάφορα «όπλα», που εκτείνονται από συγγενικές και φιλικές σχέσεις με πολιτικά στελέχη και τζάκια μέχρι την οικονομική επιφάνεια ορισμένων μελών της «παρέας» που, ως γνωστόν, τόσο πολύ βοηθάει στην ανάπτυξη αλλά και ευρεία αποδοχή του συνθετικού ταλέντου…
Παρότι η τεχνολογία και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης δίνουν σήμερα πάρα πολλές δυνατότητες προβολής στους συνθέτες, η συνήθης πρακτική που υιοθετείται από αρκετούς επιφανείς εκλεκτούς των Μουσών στην προσπάθειά τους να φτάσουν στη πολυπόθητη «Παρνασσική» κορυφή, είναι να εξαντλούνται αυτές οι δυνατότητες αποκλειστικά στην αγοραία αυτοπροβολή τους μέχρι τα έσχατα όρια της αυτογελοιοποίησης και στη «δημιουργία» –σε αυτούς που δεν έχουν ή δεν θέλουν να έχουν για διάφορους λόγους επαφή με την ενοχλητική πραγματικότητα– της εντύπωσης πως η χώρα μας κατοικείται από μουσικές μεγαλοφυΐες που παράγουν αριστουργήματα με ρυθμό πολυβόλου∙ ταυτόχρονα βρίσκουν τον χρόνο να τροφοδοτούν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης –εποχή της εικόνας γαρ– με φωτογραφίες τους που τους απαθανατίζουν την ώρα που συνθέτουν, την ώρα που διαλογίζονται, την ώρα που τρώνε, την ώρα που δεν τρώνε, την ώρα που στέκονται απορροφημένοι από τις σκέψεις τους μπροστά στη προτομή του Μπετόβεν κ.τ.λ., κ.τ.λ., κ.τ.λ. Η δισκογραφική ανυπαρξία από την άλλη μεριά των συνθετικών «αριστουργημάτων» τους, οι ελάχιστες και με πολύ κόπο οργανωμένες συναυλιακές τους παρουσιάσεις –που αν, ο μη γένοιτο, αυξάνονταν θα οδηγούσαν τους διοργανωτές τους με μαθηματική ακρίβεια στη χρεωκοπία λόγω πολύ χαμηλής προσέλευσης κοινού–, η απροθυμία του κοινού να ακούσει αυτά τα «αριστουργήματα» ακόμα και μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες με δωρεάν πρόσβαση, δεν συνάδουν με τους ποταμούς ηλεκτρονικής και έντυπης αυτοαναφορικότητας, με την επίκληση διθυραμβικών «κριτικών» που γράφονται κατά παραγγελία συνήθως από άλλα μέλη της εκάστοτε «παρέας», συγγενείς, συνεργάτες, «αυλικούς», προϊσταμένους, υφισταμένους, φίλους ή μαθητές των ενδιαφερομένων ή ακόμα και με τη σύνταξη αυτοβιογραφικών (!) αγιογραφημάτων …στη Wikipedia!
Έχουν κάποιον ισχυρό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο όλες αυτές οι πρακτικές επί της ουσίας; Στην πραγματικότητα όχι, παρότι σαφώς επηρεάζουν πρόσκαιρα τις παρούσες συνθήκες και σίγουρα καθυστερούν κάποιες εξελίξεις. Ο χρόνος όμως, από την άλλη, που δεν βιάζεται καθόλου, είναι και ο μόνος που τελικά θα κρίνει χωρίς κανένα σύνδρομο, απολύτως ανεπηρέαστος από χάντρες και καθρεφτάκια, από το αν κάποιος συνθέτης οργάνωσε πέντε ή εικοσιπέντε επετειακές συναυλίες προς τιμήν του… εαυτού του ή από το αν κάποιος άλλος συνθέτης στηρίζει το συνθετικό του «κεφάλαιο» σε κάποιο εφοπλιστικό κεφάλαιο… Και ίσως κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον θα πρέπει να αρχίσει μια νηφάλια δημόσια συζήτηση –γιατί σε ιδιωτικό επίπεδο αυτή η κουβέντα γίνεται εδώ και χρόνια όλο και πιο έντονα– μακριά από εθνικιστικά παραληρήματα μεγαλείου δεκαετιών που συντηρούν αμιγώς «ιδεολογικά» αστικά άλλοθι και τα οποία έχουν φυσικά διαμορφώσει εδώ και δεκαετίες μια ευνοϊκή γι’ αυτά ατμόσφαιρα, για το ποια είναι τελικά η εθνική μας έντεχνη μουσική∙ ποιος την υπηρέτησε πραγματικά με τον καλύτερο τρόπο –τη μουσική κι όχι την με κάθε μέσο προσωπική του προβολή– ποιος συνθέτης έχει το μουσικό ανάστημα να είναι ο εθνικός συνθέτης αυτής της χώρας κ.τ.λ. κ.τ.λ. κι ίσως κάπως έτσι έρθει η αρχή του τέλους για την εποχή των τεράτων ή των δεινοσαύρων αν προτιμάτε…
Αντί επιλόγου αλλά και λακωνικής αναφοράς στα… «τυπικά» (έστω!) προσόντα των επιφανών εκλεκτών της Μούσας εν Ελλάδι θα τελειώσουμε όπως αρχίσαμε, δηλαδή με ένα ανέκδοτο:
Έξω από τον καθεδρικό της Ρώμης, ένας ζητιάνος παίζει στο βιολί του διάφορες γνωστές μελωδίες και οι περαστικοί τον επιβραβεύουν πετώντας σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί που βρίσκεται μπροστά του μερικές δεκάρες. Ανάμεσα στα κομμάτια που παίζει είναι και μελωδίες από όπερες του Βέρντι. Τύχη αγαθή φέρνει τον ίδιο τον Βέρντι έξω από τον καθεδρικό την ώρα ακριβώς που ο ζητιάνος παίζει μια μελωδία από τη Τραβιάτα. Ο Ιταλός μουσουργός κοντοστέκεται για λίγο και ύστερα πλησιάζει τον ζητιάνο. Σκύβει, του επισημαίνει καλοσυνάτα πως σε κάποιο σημείο παίζει κάποιες λάθος νότες και του υποδεικνύει τι να παίξει. Την επόμενη μέρα, ο ζητιάνος βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο παίζοντας τα ίδια ακριβώς κομμάτια, όμως αυτή τη φορά έχει μπροστά του μια ταμπέλα που γράφει «Μαθητής του Βέρντι».

