Ο Γιάννης Παπακώστας, Ομότιμος σήμερα Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι ένας ακούραστος ερευνητής που έφερε στο φως πολύτιμα τεκμήρια για την ιστορία των γραμμάτων μας του 19ου και 20ού αι. και εξακολουθεί να συμβάλλει, όπως διαπιστώνουμε και με το τελευταίο, προσώρας, βιβλίο του (Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας, ΣΩΒ 2022), με πρωτότυπο αρχειακό υλικό. Αξιοποιεί μέσα από μία μακρόχρονη πορεία την επιστημονική του σκευή και την ερευνητική του εμπειρία και συνεισφέρει πολλά φιλολογικά και παιδαγωγικά εργαλεία στη συγκρότηση της γενικής εικόνας αλλά και της διδακτικής της Ιστορίας της νεοελληνικής γραμματείας.
Με όλο το ερευνητικό έργο του έχει συμβάλει στις γραμματολογικές φιλολογικές σπουδές συμπληρώνοντας ελλείποντα κομμάτια της πολιτισμικής μας Ιστορίας, εμπλουτίζοντας τους ερευνητικούς τρόπους τεκμηρίωσης και δείχνοντας εμπράκτως πώς από αντιπροσωπευτικά υποσύνολα μπορούμε να περάσουμε στη συνολική θεώρηση, κινούμενοι στοχαστικά από το γενικό στο ειδικό, από την επαγωγική διάσταση στην παραγωγική, χωρίς να υποτιμούμε την αξία των αναλογικών παραδειγμάτων. Οι αναφορές του σε παλαιότερες, κλασικές και αναγνωρίσιμες βάσεις δεδομένων και τεκμηρίων δημιουργούν ένα στέρεο όσο και διακειμενικό υπόβαθρο, ώστε να γεφυρώνουμε την αναγνωστική μας πορεία στο σήμερα. Συνταιριάζοντας την ανίχνευση διαχρονικών μοτίβων στη συγκαιρινή μας λογοτεχνία υποδεικνύει πώς να κατανοήσουμε και να εντάξουμε στον δικό μας βιωματικό ορίζοντα το λογοτεχνικό έργο, με λεκτικό κώδικα που απευθύνεται μεν στους ομοτέχνους, αλλά χωρίς να αποτελεί άβατο (μεταγλωσσικών όρων) για τον απλούστερο αναγνώστη.
Ο Γιάννης Παπακώστας έχει ασχοληθεί με εμβληματικά ονόματα Ελλήνων και φιλελλήνων διανοουμένων, καθοριστικών για την ιστορία των γραμμάτων του 19ου αι., όπως είναι ο Δημήτριος Βικέλας, ο Σαιντ Ιλαίρ, Αντόνιο Ρουβιό, Εμίλ Λεγκράν. Σημαντικές μελέτες του ανέδειξαν το έργο λογοτεχνών που παρέμεναν στην αφάνεια όπως η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, ο Γιάννης Μηλιάδης ή έφεραν στο φως άγνωστες πτυχές της ζωής και του έργου καταξιωμένων λογοτεχνών όπως ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.ά. Ας μη λησμονούμε τις επιστημονικές εργασίες με το πλούσιο και κατάλληλα σχολιασμένο αρχειακό υλικό για περιοδικά όπως η Εστία (1876-1895), για τα «φιλολογικά σαλόνια και καφενεία» κ.λπ.
Οι μελέτες του αποτελούν ένα εργαλείο πολυδιάστατα χρήσιμο για κάθε φιλόλογο αλλά και συστηματικό αναγνώστη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Καταδεικνύουν με πρόσφορο τρόπο την αναντικατάστατη αξία της φιλολογικής επιστήμης και τη σημασία των εργαλείων της σε ένα διεπιστημονικό πεδίο όπου θα συνομιλεί με τις μεθοδολογίες και το γνωστικό οπλοστάσιο άλλων επιστημών μέσα από την οδό της διαθεματικότητας, χωρίς όμως να υπονομεύεται η υπόστασή της.
Δεν είναι τυχαίο ότι τον έχουν απασχολήσει σημαίνοντα πεδία της πολιτισμικής μας ιστορίας, όπως είναι η δημιουργία και η ανάπτυξη των τυπογραφείων και εκδοτικών οίκων, συνακόλουθα της αλυσίδας δημιουργίας και διακίνησης του βιβλίου αλλά και της εξελικτικής του πορείας ως πολιτισμικού αγαθού σε όλη τη διάρκεια του 19ου και των αρχών του 20ού αι. Η διαμάχη γύρω από τον όρο της «ελληνικότητας» ανάμεσα στον Εφταλιώτη και τον Παλαμά αλλά και τον Τσάτσο και τον Σεφέρη, διαμάχες οι οποίες αναφέρονταν στον χαρακτήρα της νεότερης ποίησης∙ στην εξέλιξη του ποιητικού λόγου και στη σύγκρουση αντιλήψεων που εξέφραζαν παλαιότερη αισθητική και νοοτροπία και στις νεωτερικές εκδοχές που εξέθρεψε η εποχή του μοντερνισμού. Ακόμη στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα συμπεριλαμβάνονται οι Ενώσεις, οι φορείς και τα έντυπα που ιδρύθηκαν, καταργήθηκαν και επανήλθαν γύρω από κρίσιμα ζητήματα της γραμματείας μας, όπως το «γλωσσικό ζήτημα» και φωτίζουν φλέγοντα κεφάλαια της νεοελληνικής Ιστορίας. Πεδίο ερευνητικής φροντίδας αποτέλεσαν και οι «Νεανικοί λογοτεχνικοί σχηματισμοί κατά τις δεκαετίες του 1910 και 1920», για τους οποίους έχει προσφέρει διαφωτιστικές πληροφορίες, που δείχνουν με τη σειρά τους πώς διαμορφώθηκε η λογοτεχνική συνείδηση των νεότερων γενιών.
Η συμβολή των συνθετικών μελετών του στην επιστημονική συγχρονία προσφέρει ευκαιρία αναστοχασμού για μια σειρά από θέματα που απασχολούν όχι μόνο τον χώρο της φιλολογίας αλλά και τον χώρο των εκδόσεων, της μετάφρασης, της συγγραφής και της κριτικής. Παραδειγματικά αναφέροντας, το τελευταίο του βιβλίο συνεισφέρει στην πρόσφατη ανακίνηση του θέματος της διάδοσης της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, δείχνοντας μέσα από το παράδειγμα του Δ. Βικέλα, πώς αξιοποιούνται τα δίκτυα ανθρώπων και φορέων, πώς γίνονται οι κατάλληλες επαφές με αξιόλογους μεταφραστές και πώς διατηρείται θερμό και συνεχιζόμενο το ενδιαφέρον για μια λογοτεχνία που ξέρει να κεντράρει σε θέματα που αναδεικνύουν την πολιτισμική ιδιαιτερότητα, χωρίς να την κλείνουν σε έναν εθνικιστικά νοηματοδοτημένο απομονωτισμό.
Ως μελετητής επιλέγει να εστιάσει σε χώρους πολύ απαιτητικούς για την έρευνα, μια που οφείλει να προσφέρει ερμηνευτικά κλειδιά για κώδικες που ελέγχονται ιδιαιτέρως πολύσημοι, ενίοτε και σκοτεινοί, όπως με τη συγκέντρωση μελετών βάσει θεματικών αξόνων, μέσω των οποίων μάς υποδεικνύει ένα πρίσμα κάτω από το οποίο μπορούμε να κρίνουμε ψυχραιμότερα τις γραμματολογικές αντιπαραθέσεις και τις κριτικές κατηγοροποιήσεις. Με έναν τέτοιο τρόπο το βιβλίο του Η κρήνη της οδύνης (ΣΩΒ 2020) καλύπτει ένα μεγάλο τμήμα του φάσματος της ιδιότυπης σχέσης της ποίησης με το πένθος, τον πόνο και τη θλίψη, επιλέγοντας ποιητικά έργα τα οποία εκκινούν από ένα βίωμα απώλειας αγαπημένου προσώπου ή από το προσωπικό βίωμα της διακινδύνευσης του θανάτου για να φτάσουν στην εμπειρία μιας διαταραγμένης σχέσης με τη ζωή ή τέλος, σ’ αυτό μιας μονιμότερης σχέσης συγκατοίκησης με τον θάνατο είτε ιδιοσυγκρασιακής, είτε περισσότερο «έμφυλης». Ωστόσο τον θεματικό άξονα τον διασταυρώνει με την αισθητική αποτίμηση, καταδεικνύοντας πώς μπορεί μια ποιητική σύνθεση να αναλυθεί χωρίς τον σχολαστικό τρόπο μιας θεωρητικογενούς ανατομίας, αλλά παρακολουθώντας τον μυστικό της σφυγμό και επιμένοντας στα σημεία εκείνα που καθορίζουν τον βηματισμό της. Με έναν τέτοιο κριτικό χειρισμό Η κρήνη της οδύνης συνεισφέρει ουσιαστικά στη συζήτηση για το πώς μπορούμε να κάνουμε ερμηνευτικές προτάσεις χωρίς να χρειάζεται να οικοδομούμε συνεχώς νέους και εφήμερους κανόνες.
Ομόλογα έχει χτιστεί και το βιβλίο του Πού μας πάει αυτό το αίμα; (Πατάκης 2017) όπου με επίκεντρο την αυτοδικία και τη βία, διερευνά τις αναπαραστάσεις της στη νεοελληνική λογοτεχνία, επιλέγοντας λογοτεχνικά έργα η υπόθεση των οποίων έχει ως κεντρικό θέμα την αυτοδικία και κατ’ επέκταση το έγκλημα, τη βιαιότητα, τα κίνητρα των οποίων είναι πολλά και ενίοτε απροσδιόριστα. Εκτός από αυτήν τη νοηματοδότηση μάς αποκαλύπτει μεθοδολογικά πώς από ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο μπορούμε να περάσουμε στη γενικότερη θεώρηση, πώς από ένα κείμενο μπορούμε να οδηγηθούμε στα κύρια γνωρίσματα της γραφής και μετά να τα αναζητήσουμε επαληθεύοντάς τα στο σύνολο ενός έργου ή και μιας λογοτεχνικής περιόδου.
Και επιμένω στα προαναφερθέντα σημεία για να τονιστεί πόσο υπήρξε πάντοτε έγνοια του Καθηγητή Παπακώστα όχι μόνο η προώθηση της φιλολογικής έρευνας αλλά και οι παιδαγωγικές προτάσεις για τη λογοτεχνία στον χώρο της εκπαίδευσης. Έτσι αναδεικνύονται διττά χρήσιμα τα ερμηνευτικά του συμπεράσματα: εδραιώνονται ως αποδεικτικοί συλλογισμοί χωρίς να εντοπίζονται φορμαλιστικά (σαν αποδελτιώσεις ενός αποστασιοποιημένου ερευνητή) αλλά φορτισμένα με την παρατηρητικότητα ενός ένθερμου και συγκινημένου ερμηνευτή γίνονται αφόρμηση ανατροφοδοτούμενου προβληματισμού. Οι κειμενικές παρατηρήσεις του συμπληρώνονται με εξωκειμενικές αναφορές που λειτουργούν τεκμηριωτικά στον σχολιασμό των κειμένων. Aναλύονται τόσο οι λειτουργίες των δομικών στοιχείων όσο και οι εκλεκτικές συγγένειες, με αναφορές σε παραδείγματα ομοιότροπων λεκτικών σχημάτων. Δεν είναι μόνο η δόμηση των σκέψεων με συνεκτική αλληλουχία και η συνεχής παραδειγματική τεκμηρίωση, αλλά είναι και εκείνος ο σεβασμός, η προσοχή στην ανθρώπινη διάσταση που καθιστούν τις μελέτες του Γιάννη Παπακώστα, παιδαγωγικά χρήσιμες. Υπάρχει δηλαδή εκείνη η ισορροπία στο λεκτικό, τη δομή και τη συνεκτικότητα που χρειάζεται τόσο ο μυημένος γνώστης όσο και ο ανυποψίαστος αναγνώστης.
Ένα τέτοιο πολύπλευρο έργο ανανεώνει την πίστη μας στην αναντικατάστατη αξία της φιλολογικής επιστήμης και δείχνει την παιδαγωγική αξία μιας ερμηνευτικής μεθοδολογίας που μας προτρέπει να ξαναδιαβάσουμε τη λογοτεχνία χωρίς να την εξαντλούμε σχολαστικά και να ψηλαφούμε τα κείμενα χωρίς να καταστρέφουμε την αισθητική τους συγκίνηση. Μας δείχνει, επομένως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να συστήσουμε τις λογοτεχνικές αξίες στις νεότερες γενιές χωρίς να κουράζουμε, να νοηματοδοτούμε χωρίς να αφυδατώνουμε τη ζώσα συγκίνηση. Σε μια εποχή πλήρους αποδόμησης, το να κρατήσουμε ισχυρό το νήμα της φιλολογικής μας παράδοσης ίσως να μας προστατεύσει από την εξοντωτική ισοπέδωση και ίσως να αποτρέψει τον δυστοπικό εξοβελισμό του αναγκαίου, όσο ποτέ, κριτικού μας λόγου. «Ή τουλάχιστον αυτό αξίζει να πιστεύουμε»,[1] για να χρησιμοποιήσω τον στίχο ενός πολύ αγαπητού στιχουργού/τραγουδοποιού της νέας γενιάς μας.
[1] Λεξ, «Ευτυχισμένες Ημέρες in C Minor», Arte Povera, Beats Pliz (2023)

