Μαρία Παπαγεωργίου

Επί λέξει

Στην αρχή θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση, μέσω της οποίας μου δίνεται η δυνατότητα να καταθέσω τις απόψεις μου σχετικά με την ύπαρξη και το μέλλον των μικρών ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων, και να τονίσω ότι οι απόψεις αυτές εκφράζουν και τους συνεργάτες μου.

 Θεωρώ χρήσιμο να δώσω έναν ορισμό, προκειμένου να διευκολυνθούμε στην κατανόηση της ύπαρξης των μικρών αυτών χώρων.

Ως μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο, λοιπόν, ορίζουμε το βιβλιοπωλείο που δεν είναι μέλος κάποιας αλυσίδας, εκτείνεται σε λίγα συνήθως τετραγωνικά –δεν ξεπερνά τα 50-70. Ενίοτε συνυπάρχει και ένα μικρό καφέ, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα της επιβίωσης της επιχείρησης, επίσης στις δραστηριότητές του περιλαμβάνονται συγκεντρώσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις που αφορούν τα βιβλία.

Η ανάγκη δημιουργίας τέτοιων χώρων έρχεται συνήθως από δύο κατηγορίες ανθρώπων: α) Από μανιώδεις βιβλιόφιλους και β) Από πρώην υπαλλήλους μεγάλων βιβλιοπωλείων. Αμφότεροι έχουν ιδιαίτερη σχέση, σχεδόν παθιασμένη, με το βιβλίο και θέλουν να τη μεταφέρουν, όπως επίσης και τις γνώσεις και τις απόψεις τους, σε άλλους ανθρώπους. Με δεδομένη την ιδιαίτερη αυτή αγάπη και κάποια προσωπικά χαρακτηριστικά, όπως υπομονή, εργατικότητα, αντοχή και τη δυνατότητα ακροβασίας χωρίς δίχτυ προστασίας, επιχειρούν το άνοιγμα ενός βιβλιοπωλείου παραβλέποντας, πολλές φορές, τη δυνατότητα να βιοποριστούν από αυτό. Έχουν μαζί τους τους πιστούς τους φίλους, το συγγενικό και κοινωνικό τους περιβάλλον∙ στην πορεία προσεγγίζουν πελάτες, που εκτιμούν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, που τους αρέσει ο φυσικός χώρος του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου, που ικανοποιούνται από την άμεση εξυπηρέτηση, την ενημερότητα, την πληρότητα και την αναζήτηση παλιότερων και εξαντλημένων βιβλίων. Πολλοί από αυτούς γίνονται φίλοι, θεωρούν απαραίτητο το πέρασμά τους από το βιβλιοπωλείο, δημιουργώντας όμορφες, παρηγορητικές σχέσεις, καθώς οι συζητήσεις επεκτείνονται σε κοινωνικά, προσωπικά κ.ά.

Και ως εδώ καλά, και όμορφα πολύ όμορφα θα έλεγα. Όμως, όπως θα γνωρίζετε, το βιβλίο είναι και εμπορικό αντικείμενο που υπόκειται στους νόμους του κράτους και της αγοράς. Ας ξεκινήσουμε με τους νόμους της αγοράς και συγκεκριμένα με τον σκληρό και ανελέητο ανταγωνισμό που υφίστανται τα μικρά βιβλιοπωλεία, καταγράφοντας χώρους πώλησης εκτός αυτών:

α) Super Markets

β) Περίπτερα

γ) Εφημερίδες –ως προσφορά

δ) Υπαίθριοι χώροι εκδηλώσεων

ε) Οργανωμένες εκθέσεις, οργανωμένα παζάρια (υπό την αιγίδα φορέων της πολιτείας και συλλόγων).

Σε αυτά θα προσθέσουμε τα παζάρια των εκδοτικών οίκων, καθώς επίσης και το μόνιμο εκπτωτικό καθεστώς των μεγάλων βιβλιοπωλείων.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τα χαμηλά ποσοστά αναγνωσιμότητας, καθώς επίσης και τη συρρίκνωση των εισοδημάτων –κυρίως της μεσαίας τάξης, αφού αυτή είναι ο αιμοδότης του βιβλίου– αντιλαμβανόμαστε το δύσκολο περιβάλλον στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν τα μικρά βιβλιοπωλεία. Γιατί, πώς είναι δυνατόν να πουλήσεις ένα βιβλίο με έκπτωση 20%, όταν μπορεί να το αγοράσει κάποιος με έκπτωση 70%; Γιατί πώς είναι δυνατόν να λάβεις μεγαλύτερο ποσοστό έκπτωσης από τον εκδότη, αν δεν του προσφέρεις κάτι παραπάνω, π.χ. μετρητά; Επιπλέον, η μόνιμη πλέον κατάσταση των παζαριών και των εκπτώσεων διαμορφώνει την αντίληψη ότι το βιβλίο είναι ένα ευτελές αντικείμενο.

Ας δούμε τώρα τους νόμους του κράτους. Δεν υπάρχει καμία απολύτως διαφοροποίηση, καμία απολύτως προστασία για το είδος του βιβλίου. Έτσι λοιπόν θα πληρώσεις κανονικά τον φόρο, την προκαταβολή για τον επόμενο χρόνο, τον ΦΠΑ και ό,τι άλλο προκύπτει από την οικονομική σχέση με το κράτος, όπως συμβαίνει π.χ. και για τις κατασκηνώσεις!

Θα μπορούσε, αν ήθελε η πολιτεία και υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θεωρεί το βιβλίο σημαντικό πολιτισμικό και παιδευτικό αγαθό, να είχε διαμορφώσει ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο φορολόγησης, να είχε καταργήσει τον φόρο επιτηδεύματος, να είχε μειώσει τον ΦΠΑ.

Θα ήθελα να συνεισφέρω τη γνώμη μου και τις προτάσεις μου –ύστερα από τη σαραντάχρονη θητεία μου στα βιβλιοπωλεία– σε οποιονδήποτε φορέα με πείσει ότι ενδιαφέρεται πραγματικά για το βιβλίο στη χώρα μας. Κάτι που πρέπει να γίνει άμεσα, καθώς η οθόνη κερδίζει έδαφος και το μέλλον του έντυπου βιβλίου προβλέπεται σκοτεινό.

Τέλος, θα ήθελα να γράψω δυο λόγια σχετικά με τα ευπώλητα και τη δυναμική τους. Δεν διαμορφώνουν, παρά ελάχιστα, οι βιβλιοπώλες τα ευπώλητα. Οι πελάτες έρχονται προετοιμασμένοι από τα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, ενίοτε ζητούν τη γνώμη μας. Καταγραφείς είμαστε. Καμιά φορά αν κρίνουμε ότι είναι κάτι εξαιρετικό, μπορεί να το βάλουμε στις λίστες προκειμένου να διαβαστεί.

Ας μου συγχωρήσουν –ο διευθυντής του περιοδικού και ο επιμελητής του αφιερώματος– το ότι παρέκαμψα το ερωτηματολόγιό τους και επικεντρώθηκα σε ζωτικά, κατά τη γνώμη μου, θέματα που σχετίζονται με τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία. Περιέγραψα τα δύσκολα και ανορθόδοξα πράγματα που βιώνουμε. Βέβαια εδώ θα μου πείτε υπάρχει μια αντίφαση, πώς είναι δυνατόν με τέτοια προβλήματα να ανοίγουν νέα μικρά βιβλιοπωλεία; Είναι δυνατόν γιατί, όπως είπα και στην αρχή, οι άνθρωποι πίσω από τους πάγκους αυτών των βιβλιοπωλείων είναι παθιασμένοι, ολοκληρωτικά δοσμένοι στο βιβλίο, είναι από το πρωί ως το βράδυ στα μαγαζιά τους, ξέρουν έναν προς έναν τους πελάτες τους, αγαπούν τους συγγραφείς, ζωντανούς και πεθαμένους. Γιατί είναι γνωστό άλλωστε ότι ό,τι αγαπάς οφείλεις να το υπερασπιστείς.

⸙⸙⸙

Επί λέξει, Ακαδημίας 32, Αθήνα.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή