Ανατρέχοντας στη διαδρομή σας, θα έλεγε κανείς ότι το έργο σας εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις και θα ήθελα να τις συζητήσουμε, εάν γίνεται όλες. Είναι κατ’ αρχάς το πανεπιστήμιο και η φιλολογία. Είναι η δημόσια θεσμική παρουσία σε διάφορες επιτροπές ή διοικητικά όργανα. Είναι η έρευνα και η δημοσίευση σημαντικών αρχείων. Είναι και η εποπτεία του σύγχρονου λογοτεχνικού χώρου, και σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι τομείς που μου διαφεύγουν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Νομίζω ότι παλαιότερα όταν κάποιος αποφάσιζε να σπουδάσει φιλολογία και ακόμα περισσότερο εάν αποφάσιζε στη συνέχεια να εμβαθύνει στην επιστήμη του, δεν το έκανε επειδή απλώς έτυχε να επιτύχει σε μια Σχολή, αλλά πίσω από αυτή την απόφαση κρυβόταν ένας άλλου είδους ιδεαλισμός. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε σε αυτόν τον τομέα;
Η επιλογή σε αυτά τα πράγματα δεν θεωρώ ότι είναι αποτέλεσμα διανοητικής επεξεργασίας. Άλλο τι θέλεις και άλλο τι μπορείς. Θεωρώ ότι βασικό κίνητρο για τον επιστημονικό σου προσανατολισμό αποτελεί κάποια απροσδιόριστη εσωτερική δύναμη που σε υποκινεί, είναι η τάση που σε σπρώχνει. Για τη στροφή μου προς τη φιλολογία θεωρώ ότι πολλά πράγματα ήρθαν από μόνα τους και μάλιστα το ένα μετά το άλλο. Θέλεις η αγάπη για το βιβλίο, θέλεις η αριστεία στο Γυμνάσιο και η βράβευσή μου από το Υπουργείο Παιδείας, θέλεις η επιτυχία στη Φιλοσοφική Σχολή, όπου σπούδασα με υποτροφία του ΙΚΥ, θέλεις ακόμη η τιμητική, λίγα χρόνια μετά την αποφοίτησή μου, διάκριση από την «Γλωσσική εν Αθήναις Εταιρεία» της Ακαδημίας Αθηνών; Ίσως. Λέω ίσως, γιατί εκ των πραγμάτων όλα αυτά συνυφαίνονται και το ένα μετά το άλλο σου ανοίγουν έναν προσανατολισμό, «έναν άλλου είδους ιδεαλισμό», όπως πολύ εύστοχα είπατε. Έναν δρόμο, δηλαδή, ο οποίος στη συνέχεια σε φέρνει μπροστά σε σημαντικά διλήμματα και αναζητείς το καινούργιο, το άγνωστο. Και βέβαια όλα αυτά δεν έρχονται μαζί. Συνιστούν ωστόσο τα ερεθίσματα που οδηγούν σε αναζήτηση, σε διείσδυση, δηλαδή, σε έναν κόσμο, ο οποίος απαιτεί έρευνα∙ έρευνα πρωτότυπη και με αποτελέσματα εμφανή. Αποτελέσματα επιστημονικώς στέρεα, τα οποία ανοίγουν δρόμους και σε άλλους, νεότερους ερευνητές.
Στην πανεπιστημιακή σας εξέλιξη ασχολείστε με πολλά ζητήματα στο συγγραφικό σας έργο, από τον πολιτικό Καρυωτάκη ως τον Εμίλ Λεγκράν κι από τα Φιλολογικά σαλόνια της Αθήνας ως το περιοδικό Εστία (1876-1895), για ν’ αναφέρω κάποιους από τους σταθμούς της διαδρομής. Ποιο από τα έργα σας θα θεωρούσατε πιο σημαντικό, ποιο ήταν αυτό που σας παίδεψε περισσότερο και γιατί; Προσωπικά θα έβλεπα μια ιδιαίτερη αγάπη για τον 19ο αιώνα.
Έως σήμερα έχω εκδώσει αυτοτελώς 45 τόμους. Αποφεύγοντας τον πλατειασμό, θα μείνω μόνο στην περίπτωση Εμίλ Λεγκράν (1841-1903). Είναι ο διακεκριμένος Γάλλος ελληνιστής, καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών της Σορβόνης και θεμελιωτής της Ελληνικής Βιβλιογραφίας, έργο σταθμός για τα ελληνικά γράμματα. Η Ελληνική Βιβλιογραφία κυκλοφόρησε σταδιακά από το 1885 και εξής σε ένδεκα τόμους. Την αναστροφή με το έργο του την οφείλω στον αείμνηστο Καθηγητή μου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σταμ. Κ. Καρατζά, ο οποίος είχε στην κατοχή του μερικά κατάλοιπα από το οικείο Αρχείο. Μέρος του Αρχείου αυτού το ξεχώρισε και μου πρότεινε να το επιμεληθούμε από κοινού. Τιμή για μένα ξεχωριστή. Δυστυχώς, για λόγους υγείας, ο Καθηγητής έφυγε αδόκητα και πρόωρα από τη ζωή και η ευθύνη του πολύτιμου αυτού αρχειακού υλικού βάρυνε πλέον τους ώμους μου. Αναλαμβάνοντας αυτή την αποστολή, προχώρησα με πολλή φροντίδα και την προσήκουσα προσοχή στην επεξεργασία του, από την οποία ξεδιπλώθηκε ένας κόσμος ολόκληρος. Κατ’ αρχάς το ερευνητικό δαιμόνιο και το πάθος του Γάλλου ερευνητή. Η συγγραφική του εμβέλεια και το επιστημονικό του κύρος, ταυτισμένο και με το Ινστιτούτο της Σορβόνης, του άνοιγε δρόμους. Μέσω αλληλογραφίας για τη συγκέντρωση βιβλιογραφικών πληροφοριών κινητοποίησε έναν ολόκληρο κόσμο Ελλήνων και ξένων λογίων από την Αθήνα, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Από εκεί εξακτινώθηκε στο Άγιον Όρος, σε αρκετά Πανεπιστήμια στη Γερμανία, όπως στο Μόναχο, στη Λειψία, στη Δρέσδη, στην Τυβίγγη και συνέχεια στη Βασιλεία, στη Βιέννη, στην Οδησσό, στην Αγία Πετρούπολη και στη Μόσχα και βέβαια στη Βενετία και στο Παρίσι. Το αξιοπρόσεκτο δεν έγκειται μόνο στις βιβλιογραφικές πληροφορίες που συγκέντρωσε για άγνωστα κάθε φορά έργα, αλλά και στα φιλολογικά θέματα που προέκυπταν από την πολυσέλιδη ενίοτε αλληλογραφία όπου θίγονταν και ζητήματα επιστημονικά. Χρειάστηκε για τούτο ταξινόμηση, όπως αυτή είχε προγραμματιστεί από την προεργασία μας με τον Καθηγητή. Τελικά από όλα αυτά προέκυψε ένα έργο 700 σελίδων με μια μακρά Εισαγωγή και πολλά κατά τόπους διευκρινιστικά σχόλια. Είναι ένα έργο πολύπλευρο και πρωτότυπο. Η έκδοσή του έγινε το 2011 από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Ο τρόπος υποδοχής από έγκυρους επιστημονικούς κύκλους ήταν συγκινητικός για μένα. Λίγους μήνες αργότερα μου έγινε πρόταση από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Ουράνη να αναλάβω την κρίση και επίσης τη Γενική Φιλολογική Εποπτεία όλων των έργων που θα εκδίδονταν από το Ίδρυμα. Πρόταση τιμητική για μένα, την οποία βεβαίως και αποδέχτηκα.
Αλλά η περίπτωση Λεγκράν και του συνεργάτη του Υμπέρ Περνό (1870-1946) έχει και συνέχεια. Στα χέρια μου είχα και ένα ανάλογο σπάνιο χειρόγραφο αρχειακό υλικό, ερευνητικός καρπός και των δύο Γάλλων ελληνιστών, το οποίο με έθετε μπροστά σε νέα ερευνητικά διλήμματα. Επίκεντρό του τώρα η Ιονική Βιβλιογραφία, η οποία, μετά τον θάνατο του Λεγκράν, με τη φροντίδα του Περνό κυκλοφόρησε σε δύο τόμους το 1910. Βέβαια ο κύκλος των συνεργατών τους τώρα ήταν μικρότερος και περισσότερο ελεγχόμενος, αφού το πεδίο έρευνας περιοριζόταν μόνο στον επτανησιακό χώρο. Η μελέτη μου αυτή για το συγκεκριμένο έργο, ύστερα από ανακοίνωση στο Επτανησιακό Συνέδριο του 2017 στην Κεφαλονιά καταχωρίστηκε στον ομοειδή τόμο μου με βασικό επίκεντρο τον έξω Ελληνισμό. Το έργο έχει τον ενδεικτικό τίτλο: Δημήτριος Βικέλας – Σαιντ Ιλαίρ – Εμιλ Λεγράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνία (ΣΩΒ, Αθήνα 2022, σελ. 660).
Ας προστεθεί εδώ ότι από την επεξεργασία του ίδιου Αρχείου προέκυψε και ένα άλλο αυτοτελές πρωτότυπο και πάντη άγνωστο έργο σε χειρόγραφη μορφή με τον τίτλο Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι. Το έργο ανήκει στον Ανδρέα Λασκαράτο και έχει τη χρονολογική ένδειξη 1842. Λόγω του ειδικού περιεχομένου του, για περισσότερες πληροφορίες απευθύνθηκα στον γνωστό περί το δημοτικό τραγούδι ερευνητή και εκδότη ανάλογων τόμων Παντελή Μπουκάλα, ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για ένα άγνωστο έργο και με την πρωτοτυπία του παρουσιάζει έντονο φιλολογικό ενδιαφέρον. Ιστορικά δε, πρόκειται για την πρώτη συλλογή από Έλληνα ερευνητή. Η πρότασή μου στον Παντελή η έκδοση να γίνει από κοινού βρήκε την έκφρασή της από τις εκδόσεις Άγρα το 2016.
Έχετε ασχοληθεί αρκετά με το θέμα των ελληνικών γραμμάτων σε εξωελλαδικές περιοχές, που δεν μας είναι τόσο γνωστές, αναδεικνύοντας από τη μια μεριά έναν άγνωστο και πολύ δυναμικό ελληνισμό και από την άλλη έναν αντίστοιχα ζωηρό φιλελληνισμό. Πώς προέκυψε αυτό το ειδικό ενδιαφέρον; Υπάρχουν θεματικές στις οποίες θα συμβουλεύατε να στραφεί ένας νέος φιλόλογος επειδή είναι υποφωτισμένες από την έως τώρα έρευνα;
Προσωπικώς βλέπω τον Ελληνισμό ως μια ενότητα. Σας υπενθυμίζω και το έργο μου με τον τίτλο: Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού. (Αθήνα, ΣΩΒ, 2010). Ο τίτλος ανήκει στον Δημήτριο Βικέλα και αναφέρεται στο «Πρώτον εν Ελλάδι Εκπαιδευτικόν Συνέδριον» που οργανώθηκε στην Αθήνα το 1904, όπου μετείχαν εκπρόσωποι και από τον Βόρειο, τον Ανατολικό και τον Νότιο έξω Ελληνισμό. Ο συνολικός αριθμός των συμμετεχόντων έφτασε στους 1.000 συνέδρους. Φαινόμενο μοναδικό στα ιστορικά ελληνικά χρονικά. Η στροφή μου βέβαια σε φορείς ή και σε μεμονωμένα άτομα του έξω ελλαδικού χώρου άρχισε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και το 1980 έφερα στην επιφάνεια την πρώτη, επί της ουσίας, αξιόλογη Ελληνίδα πεζογράφο, την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (Κωνσταντινούπολη, 1867-1906), η οποία, για να αποφεύγει τον κοινωνικό έλεγχο, υπέγραφε με εννέα ψευδώνυμα, τα οποία και εταύτισα. Η δημόσια παρουσία όμως μιας νεαρής δασκάλας και μάλιστα με θέματα κοινωνικά δεν περιποιούσε τιμή για την εποχή της και μάλιστα στο συντηρητικό περιβάλλον, στο οποίο ζούσε. Για τούτο και πήρε το δρόμο για το Βουκουρέστι, όπου επίσης ερευνητικά την ακολούθησα. Η συνθετική μελέτη που προέκυψε από την πρωτογενή αυτή έρευνα αποτέλεσε και τη Διδακτορική μου Διατριβή (ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1980, σελ. 287). Σταδιακά, η περίπτωσή της, με το πρωτοποριακό για την εποχή της αφηγηματικό έργο, αποτέλεσε τη βάση για την εκπόνηση τεσσάρων μεταπτυχιακών εργασιών από νεότερους μελετητές και ακόμη αυτοτελών εκδόσεων με υπεύθυνες εισαγωγικές μελέτες και επιτυχείς επιλογές από το έργο της.
Η εν λόγω έρευνα με οδήγησε και σε άλλες άγνωστες πλευρές της πνευματικής ζωής της Πόλης, όπως είναι το μυστικά λειτουργούν «Αδερφάτο η Ανάσταση» και μετέπειτα «Αδερφάτο της Εθνικής Γλώσσας», όπως μετονομάστηκε, με αντικείμενο τον Εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Ιδρυτής του ο λόγιος γιατρός Φώτης Φωτιάδης (1849-1936) και μέλη του λόγιοι της Πόλης. Στον ίδιο κύκλο είχε ενταχθεί και η Παπαδοπούλου, ως οικοδιδασκάλισσα των τέκνων του Φωτιάδη. Ανάμεσά τους και ο εκεί τότε Πρόξενος Ίων Δραγούμης. Το Αδερφάτο, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά του, ιδρύθηκε το 1905 και στη δημοσιότητα ήρθε το 1908. Ενδεικτική στις δραστηριότητές του η συμμετοχή και γνωστών λογίων από τον εσωτερικό και τον ευρωπαϊκό Ελληνισμό, όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος, η Πηνελόπη Δέλτα, ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Αργύρης Εφταλιώτης και τόσοι άλλοι. Από την άγνωστη έως τότε ερευνητική αυτή πηγή προέκυψε ένα πολυσέλιδο πρωτότυπο έργο, μέσω του οποίου ήρθαν στη δημοσιότητα αθέατες πλευρές της πνευματικής ζωή του τόπου και των γραμμάτων μας γενικότερα με πολλές και σημαντικές προεκτάσεις (ΕΛΙΑ, Αθήνα 1985, σελ. 662). Η πρωτοτυπία του έργου προκάλεσε πολλές θετικές επιστημονικές κρίσεις και τη βράβευσή μου από την Ακαδημία Αθηνών.
Παράλληλα με αυτά, έχετε αφιερώσει πολύ χρόνο και κόπο στα φιλολογικά μαθήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (εποπτεία συγγραμμάτων, επιμορφωτικά σεμινάρια κ.λπ.). Πώς συνέβη αυτό; Πιστεύετε ότι το μάθημα της λογοτεχνίας στο σχολείο, που πλέον συνεξετάζεται με τη γλώσσα στις πανελλαδικές, διδάσκεται όπως πρέπει στα σχολεία, προκαλεί την αγάπη των μαθητών για το βιβλίο; Τι θα έπρεπε να γίνει για το θέμα της φιλαναγνωσίας;
Με το ερώτημά σας θίγετε ένα θέμα που με απασχόλησε σοβαρά. Κατ’ αρχάς το 1980 αποδέχτηκα την πρόταση του τότε Προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Αλέξανδρου Καρανικόλα και του μέλους αυτού Ηλία Σπυρόπουλου οπότε, μαζί με πέντε γνωστούς για το έργο τους στον χώρο των γραμμάτων και μάχιμους φιλολόγους αναλάβαμε τη σύνθεση των διδακτικών βιβλίων της Νέας ελληνικής λογοτεχνίας για το Λύκειο. Για λόγους τιμής τους αναφέρω: Είναι οι: Νίκος Γρηγοριάδης, Τάκης Καρβέλης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Κώστας Μπαλάσκας και Γιώργος Παγανός. Οι συνεδριάσεις για τη σύνθεση των βιβλίων ήταν διαρκείς. Εγκαινιαζόταν μια νέα περίοδος για τον τρόπο διδασκαλίας του εν λόγω μαθήματος στην Εκπαίδευση. Η ευθύνη που αναλάβαμε μεγάλη. Κατ’ αρχάς με αίσθηση ευθύνης έπρεπε να γίνει η επιλογή των ανθολογούμενων συγγραφέων και των αντιπροσωπευτικότερων έργων τους και χωρίς εξαιρέσεις. Έπρεπε μέσα στους τρεις αυτούς τόμους να ξεδιπλωθεί ολόκληρη η νεοελληνική λογοτεχνία στις ποιοτικότερες εκδοχές της από το Ακριτικό έπος έως τη σύγχρονη εποχή. Μια άλλη έγνοια ήταν η περιοδολόγηση που προκρίναμε να είναι επιστημονικά συνεπής και έγκυρη, ενώ ταυτοχρόνως τα εισαγωγικά σημειώματα και τα σχόλια να είναι με παιδαγωγικούς όρους κατάλληλα για τη διδακτική πράξη. Οι συναντήσεις μας είτε στα γραφεία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στη Μεσογείων είτε στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο ήταν πολύ συχνές. Η εργασία επίπονη. Αποτέλεσμα; Τα βιβλία αυτά βρήκαν μεγάλη απήχηση όχι μόνο στον χώρο των χιλιάδων φιλολόγων αλλά και στο ευρύτερο κοινό. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιούνται έως σήμερα. Παράλληλα δε η ομάδα προέβη στη σύσταση και μιας άλλης σειράς βιβλίων με ερμηνευτικά σχόλια και συναφείς παρατηρήσεις ως βοήθημα για τους φιλολόγους. Και τούτο γιατί η ενημέρωση των εκπαιδευτικών και τα διδακτικά βιβλία χρειάζονται μεγάλη υποστήριξη ώστε να είναι αποτελεσματικά. Τα επιμορφωτικά σεμινάρια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Προσωπικώς διετέλεσα και Πρόεδρος του Επιμορφωτικού Κέντρου Ανατολικής Αττικής. Όμως το θέμα που θίγετε με την ερώτησή σας είναι πολύπλευρο. Ξεκινάει από τις ίδιες τις πανεπιστημιακές σπουδές, σε τμήματα του οποίου, όπως στο ΠΦΨ, η διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
Φορέας της γλώσσας είναι τα κείμενα
Λέω ότι το θέμα είναι πολύπλευρο, γιατί, η λογοτεχνία πρέπει να αποτελεί αυτοτελές μάθημα στην εκπαίδευση και όχι να υποτάσσεται στη διδασκαλία της γλώσσας, εφόσον κύριος φορέας της γλωσσικής μας παράδοσης είναι τα κείμενα, κείμενα με μεστό, φορτισμένο και ουσιαστικό λόγο, ο οποίος απαντά σε έγκυρα λογοτεχνικά έργα, όπως είναι τα έργα των κορυφαίων ποιητών και πεζογράφων, όπως του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Καβάφη, του Καρυωτάκη, του Βάρναλη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Παπατσώνη, του Χατζή, για να μείνω μόνο σε μερικά ονόματα. Δεν είναι επίσης λίγοι και οι νεότεροι συγγραφείς, τα έργα των οποίων διακρίνονται για την καλλιέπεια της γραφής τους, για τον έντεχνο και πηγαίο λόγο. Συγγραφείς, δηλαδή, που έχουν αίσθηση της εξελικτικής πορείας της γλώσσας μας, την εμπλούτισαν δημιουργικά και την καταξίωσαν, όπως έχω πει κι αλλού, αντλώντας από όλο το φάσμα της διαδρομής της, από «τις αμμουδιές του Ομήρου», δηλαδή, για να θυμηθούμε τον Ελύτη, και τον Ρωμανό τον Μελωδό ίσαμε τον Μακρυγιάννη, το δημοτικό τραγούδι και τη λαϊκή παράδοση. Μέσα από την πολύτιμη αυτή πνευματική κληρονομιά απορρέει και ένα πλήθος ιδεών και ποικίλων προβληματισμών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν και την καλύτερη βάση για την άσκηση των μαθητών στη γραπτή έκφραση. Με το ίδιο θέμα συνδέεται και το θέμα της φιλαναγνωσίας, τη βάση της οποίας την αποτελεί η ουσιαστική αναστροφή των νέων με τη λογοτεχνία. Και η αναστροφή αυτή δεν καλλιεργείται με τον επικοινωνιακό λόγο.
Γνωρίζω πως παρακολουθείτε τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, κατά καιρούς ασχολείστε και με την κριτική. Παρατηρείται όμως, κι ίσως τον τελευταίο καιρό ακόμα περισσότερο, μια γενική απαξίωση του θεσμού των λογοτεχνικών βραβείων. Έχετε διατελέσει πρόεδρος της επιτροπής των κρατικών βραβείων, πιστεύετε ότι η κριτική που τους ασκείται είναι δίκαιη; Θα μπορούσε να βελτιωθεί κάπως ο θεσμός αυτός ή είναι απλώς θέμα προσώπων;
Στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού μετείχα επί έξι χρόνια από το 1996 και εξής. Τα δύο πρώτα χρόνια ως μέλος και τις υπόλοιπες δύο διετίες διαδοχικά ως Πρόεδρος. Θεωρώ ότι βασικές αρχές για την καταξίωση του θεσμού είναι η διαφάνεια και η αξιοκρατία. Για λόγους διαφάνειας, λοιπόν, τότε, για πρώτη φορά στην ιστορία των Κρατικών βραβείων, ένα μήνα πριν από την οριστική κρίση, αποφασίστηκε η κοινοποίηση των επικρατέστερων, κατά την άποψη της Επιτροπής, έργων από το κάθε είδος: από την ποίηση, δηλαδή, το μυθιστόρημα, το διήγημα, τη δοκίμιο και τη μαρτυρία. Είναι η λεγόμενη Βραχεία Λίστα (short list). Η κοινοποίηση, εκτός από τη βασική αρχή της διαφάνειας, είχε και την έννοια του κοινωνικού ελέγχου. Αποφευγόταν έτσι το ενδεχόμενο παραλείψεων αξιόλογων βιβλίων. Ας αναφερθεί εδώ ότι η Επιτροπή (μεταξύ των μελών της και ο γνωστός κριτικός Αλέξης Ζήρας) έστρεψε τότε την προσοχή της σε νεότερους συγγραφείς, η πορεία των οποίων τους καταξίωσε στον λογοτεχνικό χώρο, επιβεβαιώνοντας τις επιλογές της. Ενδεικτικώς αναφέρω τους: Ιωάννα Καρυστιάνη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιάννη Βαρβέρη, Γιώργο Βέη και άλλους, τα ονόματα των οποίων ίσως μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Κλείνοντας, θεωρώ ότι η ευθύνη για την καταξίωση του θεσμού είναι διπλή. Πρωτίστως βαραίνει τους παράγοντες του Υπουργείου και ειδικότερα την/τον εκάστοτε Υπουργό, γιατί όχι και τους εισηγητές συνεργάτες του. Ο δεύτερος παράγων είναι τα κριτήρια για τις επιλογές των μελών της κριτικής Επιτροπής. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις λανθασμένων επιλογών. Μόνη η πανεπιστημιακή ιδιότητα δεν είναι αρκετή, αν ο μετέχων δεν έχει δώσει δείγματα γραφής ότι παρακολουθεί από κοντά τη σύγχρονη λογοτεχνική δημιουργία, έργα, δηλαδή, για τα οποία ορίζεται να εκφέρει υπεύθυνη άποψη. Επίσης το να είναι ή να δηλώνει απλώς κανείς ποιητής ή πεζογράφος δεν είναι αρκετό. Η έγκυρη εκφορά γνώμης είναι εκείνο που καταξιώνει τους θεσμούς. Το αποτέλεσμα μετράει. Προσωπικώς θα πρότεινα αλλαγή στον τρόπο σύνθεσης της Επιτροπής. Και ως μια πρώτη κίνηση θα έβλεπα το σπάσιμο της αναλογίας του τύπου 3-3-3. Ανεξάρτητα από την πανεπιστημιακή ή μη ιδιότητα, η επιλογή πρέπει να γίνεται από άτομα που έχουν δώσει δημόσια εξετάσεις για τα κριτήριά τους.
Άλλο το γυαλί και άλλο το χαρτί
Πώς νομίζετε ότι επηρέασαν οι αλλεπάλληλες κρίσεις τον χώρο του βιβλίου και της λογοτεχνίας; Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για το εάν θα έπρεπε να υπάρχει ένας φορέας υπεύθυνος για το βιβλίο, όπως παλιά το ΕΚΕΒΙ, συμφωνείτε και με ποιους όρους;
Η ανάγκη στήριξης του βιβλίου σήμερα είναι αναγκαιότερη από ποτέ. Τονίζω το σήμερα, γιατί ο κίνδυνος το χαρτί να αντικατασταθεί από το γυαλί είναι ορατός. Κάτι τέτοιο θα άλλαζε πολλά πράγματα στη ζωή μας. Πρώτα πρώτα θα περιόριζε σε απελπιστικά μεγάλο βαθμό την αναγνωσιμότητα και ειδικότερα των νέων. Θα στερούσε επίσης τον αναγνώστη από τη συντροφιά ενός αγαπημένου συντρόφου του, όπως για πολλούς είναι το βιβλίο, το οποίο δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια γυάλινη εικόνα. Ας αφήσομε την αισθητική ομορφιά που απορρέει από την αφή, από το θρόισμα των φύλλων, από τις εικόνες και εν γένει από το στήσιμό του. Τις απόψεις αυτές δεν τις διατυπώνω για πρώτη φορά. Ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης είχα μετάσχει σε Συνέδριο, το οποίο από αρμόδιο υπουργικό φορέα είχε οργανωθεί σε πολυτελές ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη. Με έκπληξη διαπίστωσα τότε ότι ένα από τα θέματα που προτάθηκαν για συζήτηση ήταν όχι ο εμπλουτισμός αλλά η ενδεχόμενη αντικατάσταση του διδακτικού βιβλίου στην εκπαίδευση από άλλα μέσα, στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου εκσυγχρονισμού. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση. Τις απόψεις μου τις διατύπωσα τότε και σε άρθρο μου στην εφ. Η Καθημερινή. Μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το τοπίο εκ των πραγμάτων μας μεταφέρει σε ένα τελείως διαφορετικό πολιτιστικό πλαίσιο, σε ένα κλίμα διαφορετικό.
Πράγματι, για πολλά χρόνια ήσασταν και μέλος του ΕΣΡ, σε μια εποχή μάλιστα που μάλλον ήταν πιο δραστήριο σε σχέση με σήμερα. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Στην ελληνική τηλεόραση σήμερα η ελληνική γλώσσα δεινοπαθεί.
Λίγες μέρες μετά την αυτόβουλη αποχώρησή μου από τα Κρατικά βραβεία δέχτηκα τιμητική πρόταση από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για τη συμμετοχή μου ως μέλος στο νεοϊδρυθέν τότε Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Είναι η ανεξάρτητη Αρχή, οι αρμοδιότητες της οποίας δεν περιορίζονται μόνο στον έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, αλλά επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, με επίκεντρο την Επιτροπή Διαφάνειας. Ο τρόπος χειρισμού της γλώσσας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελεί μείζον θέμα. Κατ’ αρχάς, με εισήγησή μου, το Συμβούλιο, Πρόεδρος του οποίου ήταν ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου κύριος Ιωάννης Λασκαρίδης, προχώρησε στην οργάνωση Συνεδρίου με θέμα: «Η ελληνική γλώσσα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης». Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2007 στο Ζάππειο Μέγαρο. Οι εισηγητές προέρχονταν από πολλούς χώρους και ειδικότερα από τον πανεπιστημιακό χώρο και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ανταλλάχθηκαν απόψεις για πολλά θέματα. Κεντρικότερο θέμα η κακοποίηση της γλώσσας και οι τρόποι αποφυγής της. Οι έλεγχοι από την πλευρά του Συμβουλίου στον τομέα αυτό ήταν αυστηροί. Τα πρόστιμα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ανάλογη ήταν η στάση του και προς τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται αποκλειστικά στη χρηματοδότηση του Έλληνα πολίτη.
Ωστόσο, με τα πρόστιμα, όσο μεγάλα και αν είναι, και πρέπει να είναι (όταν μάλιστα παραβιάζονται βασικοί κανόνες όχι μόνο της ελληνικής γλώσσας, αλλά και του σεβασμού της προσωπικής ζωής των πολιτών γενικότερα), το φαινόμενο θα περιοριστεί μόνο αν οι ίδιοι οι σταθμοί συνειδητοποιήσουν το χρέος τους προς το κοινό και με άγρυπνο μάτι και τήρηση της ηθικής δεοντολογίας λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα. Ας προστεθεί εδώ ότι στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης με διαδοχικές ανανεωτικές αποφάσεις του ίδιου αρμόδιου κρατικού φορέα παρέμεινα επί δεκατρία χρόνια: από τις 2 Ιουνίου 2002 έως τις 15 Απριλίου 2015.
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, θα έλεγα ότι η συνταξιοδότησή σας από το πανεπιστήμιο λειτούργησε για εσάς απελευθερωτικά και σας έκανε πιο δραστήριο εκδοτικά. Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια;
Υπάρχουν πολλές εκκρεμότητες. Τις τελευταίες μέρες από τον ιστορικό Σύλλογο προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ) με προσωπική εισήγηση και τη Φιλολογική μου εποπτεία κυκλοφόρησε σε εννέα τόμους ολόκληρο το ποιητικό και αφηγηματικό έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον θάνατό του. Η επιμέλεια κάθε τόμου είχε ανατεθεί σε αντίστοιχους έμπειρους περί τα εκδοτικά συνεργάτες. Ήδη, με νέα πρότασή μου, από τον ΣΩΒ έχει προγραμματιστεί η έκδοση ολόκληρου του αφηγηματικού έργου και του γνωστού πεζογράφου Ανδρέα Καρκαβίτσα, το οποίο εκτείνεται σε εννέα επίσης τόμους. Η επιμέλεια έχει επίσης ανατεθεί σε εννέα γνωστούς στον χώρο των γραμμάτων συνεργάτες. Όλες οι εκδόσεις είναι φιλολογικά πολύ προσεκτικά φροντισμένες, με αναλυτικές εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρι. Και συνεχίζουμε…


