Γιάννης Παπακώστας, Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, Εκδόσεις ΣΩΒ (Σύλλογος προς διάδοση ωφέλιμων βιβλίων), Αθήνα 2020.
Η έννοια της απώλειας, κατά κανόνα προσωπικής υπόθεσης, δοκιμάζει τόσο τις αντοχές στον πόνο όσο και τα όρια μιας λογικής προσέγγισης στο σκοτεινό τοπίο του θανάτου. Υπάρχει, άραγε, μια νοητή δίοδος, ένα πέρασμα προς τη μη-ζωή –αν μπορούμε με αυτό τον αδόκιμο όρο να ονομάσουμε εκείνο που σηματοδοτεί ένα υπαρκτό και συνειδητό τέλος αλλά ταυτόχρονα συνιστά μια ευκταία αρχή, όσο κι αν αγγίζει το πεδίο του άφατου και αόρατου– ώστε να καταστεί απτός και κατανοητός στις αισθήσεις μας ο χώρος επέκεινα; Και αν υπάρχει αυτή η δίοδος, είναι άραγε ο ποιητικός λόγος ικανός να την περιγράψει, να τη μεταποιήσει σε λέξεις, κώδικες επικοινωνίας; Δεν είναι εύκολη μια απάντηση σε τέτοια ερώτηση, καθώς το τοπίο δύσβατο στη λογική επεξεργασία, οπότε ανοιχτή η αναζήτηση σε άλλους τρόπους. Ο ποιητικός λόγος, εν προκειμένω, έχει συχνά τις αφορμές του στο πένθος, τη δυναμική έννοια που, ως απότοκο της απώλειας, βρίσκει το πρόσφορο έδαφος στη μεταφορικότητα και στον συμπυκνωμένο πολυσήμαντο λόγο της ποίησης για να εκφραστεί.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα σκέφτομαι την έννοια της απώλειας, όπως την απέδωσε ο Μπόρχες: «Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. […] Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους»[1]. Πρόκειται για μια από τις πιο γενναιόδωρες και ελπιδοφόρες προσεγγίσεις, που καθιστά, μέσα από το οξύμωρο σχήμα και πίσω από τη φαινομενική αντίφαση, υπαρκτό το ταυτόχρονο των δύο εννοιών: τα απολεσθέντα και τα κερδισμένα. Αυτά τα απολεσθέντα καταγράφουν οι ποιητές που απασχολούν τον μελετητή του πένθους στο βιβλίο: Η κρήνη της οδύνης – το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας. Εδώ το πένθος εξετάζεται ως αφορμή που ωθεί στη δημιουργία, ως καταστάλαγμα του πόνου που αναζητά την αποφόρτιση μοιρασμένο με τους άλλους. Υπάρχει, άραγε, κάποια άλλη αφορμή ικανή να αποτελέσει την «κρήνη» της δημιουργίας στην ποίηση, από το πένθος, κάτι ως έναυσμα ισχυρότερο του πόνου της απώλειας, διαρκέστερου από την αίσθηση του κενού, της απουσίας; Γιατί, όσοι πιστοί της ποίησης το γνωρίζουν καλά, το χρώμα της είναι το μαύρο, κι αν παρεισφρήσει το κόκκινο, τότε είναι αυτό του αίματος. Δεν χωρούν άλλα χρώματα στην ποιητική κλίμακα, καθώς σκιάζουν την πρωτογενή αιτία της γέννησής της –αν θέλουμε να δούμε τη βαθύτερη ρίζα της ποιητικής ποιότητας, και όχι μόνον ως σχέση περιστασιακή (οριζόντια και εν μέρει επιφανειακή) ανάμεσα στο αίτιο και το αιτιατό.
Ο Παπακώστας, εμφορούμενος από μια ανάλογη θεώρηση της ποίησης, εξετάζει, ενδεικτικά φυσικά, καθώς πληθώρα των ανάλογων ποιητικών καταθέσεων, δέκα ποιητές και ποιήτριες, στο έργο των οποίων έχει τη θέση του (σε κάποιους απολύτως) το πένθος: Κική Δημουλά, Παντελής Μπουκάλας, Αγγελική Σιδηρά, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Γιώργος Μαρκόπουλος, Μαρία Κυρτζάκη, Νάσος Βαγενάς, Στέλιος Μαφρέδας, Λευτέρης Πούλιος, Γιάννης Βαρβέρης. Με τον τρόπο αυτό μοιάζει να τεκμηριώνει την προσωπική του θεώρηση για το πένθος ως γενεσιουργού δύναμης της ποίησης, θέση που καθίσταται φανερή και από τον υπότιτλο του βιβλίου: Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας. Σε μια μελέτη που αναζητά τον «κοινό τόπο» στον οποίο οι δημιουργοί αυτοί συναντώνται, το ενδιαφέρον κυρίως εστιάζεται στον διαφορετικό τρόπο που ο καθένας επιλέγει για να διαχειριστεί το πένθος του, να το καταγράψει σε στίχους αιμάσσοντες, να το μοιραστεί με τους αποδέκτες, εν προκειμένω «παρείσακτους» όχι μόνο στην ποίησή του αλλά και στο δικό του τραύμα της απώλειας. Ο καθένας κάνει τη δική του σπουδή θανάτου μέσα στα κείμενά του. Άλλοι με τη διατάραξη (έως και κατάργηση) της συντακτικής ακολουθίας, άλλοι με επινόηση νέου κώδικα επικοινωνίας για τη σύλληψη και εκφορά το άρρητου, άλλοι με τον απόλυτο ρεαλισμό ή την απόλυτη υπέρβασή του, γιατί πώς αλλιώς να συλληφθεί η ακατανόητη εικόνα της μετα-ζωής ή της μη-ζωής, άλλοι με την κατακρεούργηση των λέξεων, που σε μία πρώτη ανάγνωση να γίνεται εμφανής η ανατροπή των κανόνων της λογικής, να επιτρέπουν όμως να υπονοηθεί το άφατο, άλλοι με μια αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στο άρρητο και στο εκλογικευμένο, πότε με ξεκάθαρες κουβέντες και πότε με κρυπτικό, ανελέητο λόγο, με ψυχική ταραχή πίσω από τις λέξεις, με διαδρομή από την παιδική αθωότητα έως την ενήλικη αυταπάτη, άλλοι ξορκίζοντας τον θάνατο κι άλλοι σε μια εξοικείωση μαζί του, εν είδει αναγκαίας συμφιλίωσης, υποταγής στο αναπότρεπτο. Ο μελετητής εστιάζει στους διαφορετικούς αυτούς τρόπους, με εύστοχες παρατηρήσεις ως απόλυτη ένδειξη τόσο για την ικανότητά του να διαβάσει πίσω από τις λέξεις, όσο και για την πολυμορφία εν τέλει των τρόπων βίωσης της απώλειας. Γιατί, κοινή η μοίρα. Αλλάζει μόνον ο χρόνος της συνειδητοποίησης. Από το σημείο αυτό και πέρα, ο κόσμος όλος διηθείται στο πρόσωπο του ποιητή, που αγωνιά να κατανοήσει όσο γίνεται περισσότερα από την ουσία του. Εις μάτην, καθώς «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»[2], το έχει πει ο άλλος ποιητής.
Αλλά επειδή η αλήθεια σκληρή, καθώς ουδείς αμέτοχος του πάθους, αναπόφευκτα και ο μελετητής τους, επιλέγοντας, αναλύοντας και εν τέλει συνεκτιμώντας τα ίχνη του πένθους στον ποιητικό λόγο, παραθέτει εμμέσως τη δική του αιμάσσουσα σπουδή. Κάτω από αυτή την οπτική, θα μπορούσε όλο το πόνημα να εκληφθεί και ως μια δίοδος προς την προσωπική ίαση του γράφοντος ή έστω προς τη συνειδητή αποδοχή του σκοτεινού αναπόφευκτου. Το ερώτημα, ωστόσο, ορατό: είναι η ποίηση, ως δημιουργία που πηγάζει από την εσωτερίκευση της απώλειας, ικανή να αποτελέσει ταυτόχρονα ίαμα, βάμμα λυτρωτικό του πόνου; Οξύμωρο το σχήμα, εν μέρει λειτουργικό, αν σκεφθούμε τον καβαφικό ποιητή Ιάσονα, που αναζητά, για μια πληγή άλλης φύσης, που τον κατατρώει, «νάρκης του άλγους δοκιμές», φάρμακα της ποίησης, «που κάμνουμε –για λίγο– να μη νιώθεται η πληγή»[3], με την αυτονόητη επίγνωση του ελάχιστου και πρόσκαιρου της ίασης. Η ίαση σύντομη, ο πόνος διαρκής. Αλλά και από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοηθεί το άτοπον να θεωρηθεί ιαματικό ένα πεδίο γεμάτο νάρκες, γιατί μόνον ως τέτοιο θα γινόταν διαβατός, εν μέσω κινδύνου προσωπικού και με αβέβαιη την επιβίωση, ο ποιητικός λόγος, και ως γραφή και ως ανάγνωση. Το έχει εύστοχα πει ο άλλος ποιητής: «Η ποίηση δεν είναι λιβάδι με παπαρούνες. Είναι ναρκοπέδιο»[4].
Κι αν, κάτω από αυτή τη συνθήκη του σύντομου ιάματος, δούμε την εισχώρηση του πένθους στον ποιητικό λόγο, προκύπτει ακόμη ένα ερώτημα: δεν είναι το πένθος πρωτίστως μια ιδιωτική υπόθεση, μέσα στην οποία όποιος τρίτος εισχωρήσει δεν δύναται να εννοήσει (πόσο περισσότερο να μοιραστεί) το μέγεθος της οδύνης του πάσχοντος προσώπου; Γράφει ο Ίρβιν Γιάλομ, βαθύς ανατόμος του ανθρώπινου πένθους: «Περισσότερο απ’ τον θάνατο αυτό που φοβόμαστε είναι η απόλυτη απομόνωση που τον συνοδεύει»[5], εννοώντας τόσο το άγνωστο πεδίο στο οποίο πλέον μεταβαίνει η ζωή ως μη-ζωή, αλλά και τη μοναξιά του εναπομείναντος πάσχοντος εν μέσω της στέρησης του προσφιλούς προσώπου. Αλλά και η Κατερίνα Μάτσα επισημαίνει: «Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. Αυτός ο συνομιλητής πρέπει να είναι όχι απλώς ένα πρόσωπο ή έστω το περιβάλλον των συγγενών του νεκρού, αλλά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα»[6]. Είναι, λοιπόν, η ανάγκη καταγραφής του πένθους ένα είδος μοιράσματος, μια κραυγή, όσο ηχηρή, να ακουστεί όπου δει, να καταλαγιάσει μοιρασμένος ο πόνος; Το πλήθος των ποιητών που αφήνουν το έργο τους, γεμάτο από προσωπικό άλγος, να φθάσει στον αποδέκτη, τον ξένο και παρείσακτο εκ του ρόλου του, τεκμηριώνει αυτή τη θέση. Η γραφή πηγάζει από το πένθος, τροφοδοτείται από αυτό. Όσο το πένθος παραμένει ζωντανό, τόσο ο στίχος αναζητά το μοίρασμά του με τους άλλους, τόσο ανανεώνεται η ποιητική έμπνευση. Τουλάχιστον στην περίπτωση της Κικής Δημουλά ας δεχθούμε ότι ισχύει αυτό. Μια ποιήτρια που η ποίησή της πυροδοτήθηκε από την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, για να ατονήσει κατόπιν με την πάροδο του χρόνου ως προς την πηγαία έμπνευση, να σιγήσει για κάποια χρόνια και να επανέλθει περισσότερο αμήχανη ως προς τα μέσα έκφρασης. Αλλά αυτή ας είναι, φυσικά, μια προσωπική εκτίμηση αυτού του κριτικού σημειώματος. Υπάρχουν, όμως, και ποιητικές καταθέσεις, όπως η περίπτωση της Αγγελικής Σιδηρά, που η διάρκεια και η ένταση του πένθους είναι εμφανής, οδηγώντας σε μια ποίηση που συγκινεί σε κάθε της λέξη. Γράφει σχετικά ο Παπακώστας: «Όσο όμως το μαύρο αρχίζει να αχνοφέγγει, τόσο ο πόνος οδηγεί στη λύτρωση, συντροφιά πάντοτε με τη θλίψη και τη μνήμη· μνήμη ζεστή και αέναη» (Αγγελική Σιδηρά, Οίμοι λέγουσα, σ. 105), επισημαίνοντας τον σπαρακτικό και ανεπούλωτο θρήνο της ποιήτριας, που αναζητά το δυνητικά ιαματικό μοίρασμα του πένθους.
Ωστόσο, άλλη μία εκδοχή απάντησης στο ερώτημα του μοιράσματος του πένθους αναφαίνεται και από τη μελέτη των ποιητών που εξετάζονται εδώ, αλλά και από τις κριτικές παρεμβάσεις του μελετητή. Η ποίηση αυτή κοιτάζει κατά πρόσωπο το πένθος της, το ακουμπά στη γραφή της εν είδει μιας προσωπικής απόπειρας απάντησης στο αιώνιο ερώτημα: τι συμβαίνει εδώ, πού πάμε και από πού ερχόμαστε; Στην κραυγαλέα έλλειψη απάντησης, στην ανελέητη σιωπή του σύμπαντος κόσμου, ο ποιητής με τα δικά του όπλα (δεν έχει κάτι πιο ισχυρό) τολμά να μιλήσει για το άφατο προσδίδοντας στις λέξεις του μια ψευδαίσθηση έστω αιωνιότητας. Ακροβατεί ανάμεσα στο σκότος και το φως, εναλλάσσοντας την ψυχική ανάταση της δημιουργίας με τη ματαιωμένη ελπίδα μιας απάντησης. Στο κείμενό του για τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, ο Παπακώστας εστιάζει στην προσωπική κάθοδο εις Άδη: «Όταν όμως μπαίνουμε στα ενδότερα της συλλογής, τα πράγματα γίνονται πολύ προσωπικά, τα βιώματα τραυματικά, εξουθενωτικά. Η συλλογή μοιάζει με Νέκυια και σε προσωπικό επίπεδο με κάθοδο στον Άδη. Ο Μαρκόπουλος έχει τον δικό του τρόπο να δει εκείνο που μας έδειξε ο μακρινός πατέρας όλων των ποιητών του κόσμου. Μια πρόβα θανάτου κι αυτή». (Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, σ. 127). Έτσι υπογραμμίζει ο μελετητής τη διττή εμφάνιση του πένθους στον ποιητικό λόγο: τόσο ως βίωση της απώλειας των προσφιλών όσο και ως αντιμετώπιση του προσωπικού άλγους, ως συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας της θνητότητας, εν μέσω ανθρώπινης άγνοιας, αδυναμίας μιας λογικής εξήγησης, αλλά κυρίως εν μέσω μιας διαρκούς σιωπής του σύμπαντος κόσμου. Το ποίημα, βέβαια, από τη στιγμή της δημιουργίας του και μετά ζει εις το διηνεκές, εκφράζοντας κάθε εποχή με άλλο τρόπο, ανήκοντας πλέον στον κάθε φορά νέο αποδέκτη του. Και αυτό είναι μια υπόσχεση αιωνιότητας. Το ποίημα, σε κάθε περίπτωση, είναι σουγιάς που ξεσκίζει τον δημιουργό του, γιατί αυτό μπορεί να ενσαρκώνει μια ελπίδα αιωνιότητας, ο ποιητής όμως παραμένει δεμένος στην ανελέητη θνητότητα. Αυτή τη συνειδητή πορεία πλέον μοιράζεται ο ποιητής με τους αποδέκτες της ποίησής του, με αυτούς επικοινωνεί για να νιώθει πιο ανεκτή τη μοναξιά του, εν μέσω ομού πασχόντων.
Το βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα είναι μια μελέτη για τη βίωση του πένθους και τις διαφορετικές δικλείδες διαφυγής από αυτό μέσω της ποίησης, όσο κι αν αυτές αποδεικνύονται εν τέλει ανίσχυρες μπροστά στο τραύμα, στο άχθος μιας απώλειας ή στην επίγνωση της κοινής μοίρας. Στο προλογικό κείμενο του βιβλίου εμφανείς οι δύο αυτές συνιστώσες της έρευνας. Ο μελετητής δείχνει πώς επέλεξε τα συγκεκριμένα έργα των ποιητών και ποιητριών επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του «στη βασική θεματική τους, που δεν είναι παρά η ποιητική μετάπλαση της άμεσης βιωματικής εμπειρίας του πένθους λόγω θανάτου ή πόνου, σωματικού και ψυχικού· ενός πένθος συνδυασμένου πάντοτε με τον τρόμο και την αβεβαιότητα, αλλά και με προσωπικές στιγμές μελαγχολίας, θλίψης, φόβου, ακόμη και θεωρητικού προβληματισμού» («Εν είδει προλόγου», σ. 18). Το γεγονός πως επιλέχθηκε η ποίηση από όλες τις άλλες λογοτεχνικές γραφές, καταδεικνύει τη δύναμη του ποιητικού λόγου να ενσωματώσει κραυγές εν σιωπή, να προσδώσει στον άφατο πόνο του δημιουργού ένα λεκτικό σώμα, να τον μορφοποιήσει, και με όχημα τις λέξεις να βρει τον δρόμο πρώτα για τη δική του ψυχή και κατόπιν για την ψυχή του αποδέκτη. Αυτός μαζί με τον δημιουργό, ο καθένας ακουμπώντας στις δικές του αφορμές, «μετέχει» στο ποίημα ως «υποκριτής» ενός θιάσου, σαν σε δρώμενο πλέον, ζωντανό και διαρκές. Ουδείς αμέτοχος του πένθους.
[1] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Κατοχή του χθες», Οι συνωμότες, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά, Εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια, σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 622.
[2] Η αναφορά στο «Ρήμα το σκοτεινόν» του Οδυσσέα Ελύτη, το ποίημα στο οποίο ο περιπλανώμενος του κόσμου (ορατού και αοράτου) πάλεψε να βρει τα κλειδιά της ερμηνείας («Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του/ Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή –εύω/ Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου/ H άλλη σου φανεί») εφευρίσκοντας ένα δικό του ρήμα που να ανοίγει τα ανεξερεύνητα όλα («Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας/ Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:/ κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω»), για να καταλήξει πως η αλήθεια δεν χαρίζεται σε κανέναν, παρά μόνον με το τίμημα του θανάτου, τη διάβαση του νοητού περάσματος («Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί/ Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν/ Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη// Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’/ H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται» (από τα Ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991.
[3] Κ. Π. Καβάφης, «Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ. Χ.», 1921.
[4] Βαγγέλης Αλεξόπουλος, «Τα όνειρα των ποιητών», Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη, Οδός Πανός, Αθήνα 2018.
[5] Ίρβιν Γιάλομ, Η μάνα και το νόημα της ζωής. Ιστορίες ψυχοθεραπείας, μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, Γιάννης Ζέρβας, Άγρα, Αθήνα, σ. 36.
[6] Κατερίνα Μάτσα, Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη. Ο τοξικομανής και ο θάνατος, Άγρα, Αθήνα, σ. 33.

