[Ο Έντσο Τραβέρσο, γεννημένος το 1957, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, είναι ένας από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς και φιλοσόφους με ειδίκευση στην εβραϊκή ιστορία, τις μορφές του φασισμού, κλασικού και μεταμοντέρνου, τον ολοκληρωτισμό εν γένει και την κριτική θεωρία, έχοντας μεταξύ άλλων καθιερώσει τον όρο «αριστερή μελαγχολία». Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε εντελώς επίκαιρα θέματα της τελευταίας χρονιάς υπό το φως μιας ευρύτερης Πολιτικής Φιλοσοφίας – Δ.Σ.]
Έχετε αναλύσει στο έργο σας τις σύγχρονες μορφές φασισμού και θα ήθελα ένα σχόλιό σας για την ανάδυση μορφών ριζοσπαστικής ή ακραίας δεξιάς σε ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες διεκδικούν ακόμη και την κυβέρνηση, όπως βλέπουμε στην Ιταλία με τη Τζόρτζια Μελόνι ή στη Γαλλία με τη Μαρίν Λε Πεν. Εξακολουθείτε να κάνετε χρήση του όρου «μεταφασισμός»;
Χρησιμοποιώ τον όρο «μεταφασισμός», γιατί υπάρχει μία σειρά από σύγχρονα φαινόμενα ανάδυσης μιας ριζοσπαστικής δεξιάς, τα οποία δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς αναφορά στον κλασικό φασισμό. Η κύρια αιτία αυτής της ανόδου του μεταφασισμού παγκοσμίως, αλλά ιδιαίτερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η αντίθεση της ριζοσπαστικής δεξιάς στο κατεστημένο που εκφράζεται από θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κ.ο.κ.
Στο χαρακτηριστικό παράδειγμα της Ιταλίας λ.χ. η Τζόρτζια Μελόνι δεν πραγματοποίησε κάποια θεαματική επανάσταση. Κέρδισε τις εκλογές επειδή το κόμμα της ήταν το μοναδικό που αντιτάχθηκε με συνέπεια στην κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, δηλαδή σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία υποστηριζόταν τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Ως προς την ισορροπία δυνάμεων, η νίκη της υπήρξε τόσο εντυπωσιακή λόγω της διαίρεσης των δυνάμεων της αριστεράς. Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι μπορούμε να κάνουμε λόγο για κάποιο μεγάλο κύμα μεταφασισμού στην Ιταλία. Παρομοίως, στις Η.Π.Α. ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κερδίσει τις εκλογές του 2016 επειδή αντιτάχθηκε στο κατεστημένο της Χίλαρι Κλίντον κ.ο.κ.
Ένα από τα προβλήματα, όμως, που αντιμετωπίζουν αυτά τα κινήματα της άκρας δεξιάς είναι ότι, όταν κερδίζουν την εξουσία, αντιμετωπίζουν πολιτικά διλήμματα που δεν μπορούν να διαχειριστούν. Η Μελόνι λ.χ. οφείλει την εκλογή της στην εναντίωσή της προς τον Ντράγκι, όμως ως επικεφαλής κυβέρνησης η πολιτική της παρουσιάζει συνέχεια με αυτήν του προκατόχου της. Δήλωσε, μάλιστα, κατ’ επανάληψη ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει την οικονομική πολιτική του Ντράγκι, να σέβεται τη θέση της Ιταλίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και να υποστηρίζει την πολεμική προσπάθεια εναντίον της Ρωσίας στην Ουκρανία. Με άλλα λόγια, η ακραία δεξιά καταλαμβάνει την εξουσία λόγω μιας αντισυστημικής πολιτικής την οποία δεν μπορεί πλέον να εφαρμόσει, όταν γίνεται η ίδια μέρος του συστήματος εξουσίας. Πρόκειται για μια αντίφαση, η οποία συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο και θέτει σαφή όρια σε αυτήν την τάση διεθνούς ανόδου της άκρας δεξιάς.
Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ο κλασικός φασισμός διέθετε μία πολύ σημαντική ουτοπική διάσταση. Διεκδικούσε τον νέο άνθρωπο, τον νέο πολιτισμό, μία εναλλακτική στον καπιταλισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία ήταν επίσης αντίθετη στον κομμουνισμό. Η νέα ριζοσπαστική δεξιά διεκδικεί μια υπεράσπιση της οικογένειας, της εθνικής κουλτούρας και των παραδοσιακών αξιών, ενώ υποστηρίζει ανοικτά ρατσιστικές θέσεις για την εθνική ταυτότητα, για την άμυνα εντός της επικράτειας, καθώς και ξενοφοβικές αντιλήψεις για τις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης εναντίον του Ισλάμ και μιας θεωρούμενης ισλαμικής εισβολής. Όταν, όμως, αναλάβουν την κυβέρνηση, τα κόμματα της νέας δεξιάς δεν μπορούν να εφαρμόσουν τις πολιτικές τους, είτε πρόκειται για την Μελόνι στην Ιταλία είτε, ενδεχομένως στο μέλλον, για τη Λε Πεν στη Γαλλία.
Ακριβώς το ίδιο, όμως, δεν συμβαίνει και με τη ριζοσπαστική αριστερά, η οποία οποτεδήποτε αναλάβει την εξουσία δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και περιπίπτει σε διαβρωτικές αντιφάσεις;
Η ερώτησή σας θέτει έναν παραλληλισμό στον αντίθετο πόλο του πολιτικού φάσματος. Όντως η ριζοσπαστική αριστερά και δεξιά αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα αντιφάσεων και έλλειψης μιας ουτοπικής διάστασης. Στον 20ό αιώνα υπήρχε ο ορίζοντας προσδοκιών που αποκαλείτο σοσιαλισμός ή κομμουνισμός. Ο ορίζοντας αυτός έχει πλέον εκλείψει, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη μορφή που είχε λάβει. Και τόσο η ριζοσπαστική αριστερά όσο και η αντίστοιχη δεξιά μπορούν να αυτοπαρουσιάζονται ως εναλλακτικές στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, αλλά δεν μπορούν να προβάλουν τον εαυτό τους στο μέλλον. Είναι λ.χ. χαρακτηριστική η περίπτωση της πρόσφατης αποτυχίας της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ελλάδα, κυρίως λόγω των πολιτικών σχέσεων και των ισορροπιών δυνάμεων στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Τίθεται βεβαίως το ερώτημα τι θα συνέβαινε αν επικρατούσε η ριζοσπαστική αριστερά σε μια μεγαλύτερη χώρα, όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, λ.χ. υπάρχουν τώρα ενδείξεις μιας ανασύνθεσης της αριστεράς στη Γαλλία.
Είναι παρόμοιοι λόγοι που σας έχουν οδηγήσει στην έκφραση «αριστερή μελαγχολία», η οποία έχει πλέον καθιερωθεί και είναι πολύ δημοφιλής για να περιγράψει ένα ευρύτερο αίσθημα σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας;
Χρειάζεται να σημειώσω ότι όταν προσπάθησα να αποσαφηνίσω εννοιολογικώς την αριστερή μελαγχολία αυτό συνέβη στο πλαίσιο μιας ιστορικής έρευνας και όχι ανάλυσης του παρόντος. Και όντως η αριστερή μελαγχολία δεν αποτελεί γέννημα μιας πρόσφατης εποχής. Υπήρχε πάντα ως μια θεμελιώδης συνιστώσα της δομής των αισθημάτων στην αριστερά, ανήκει εγγενώς στην κουλτούρα. Η αριστερά δεν παράγει αποκλειστικά και μόνο ιδέες, σχέδια και στρατηγικές, η αριστερή κουλτούρα συνίσταται από βιωμένες ιστορικές εμπειρίες συγκεκριμένων ανθρώπινων όντων, συγκροτείται από πάθη και αισθήματα. Αξίζει λ.χ. να φέρουμε και πάλι το παράδειγμα της ελληνικής κρίσης του 2015. Θυμάμαι μία συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Πάμπλο Ιγκλέσιας, είχε εμφανιστεί ως μια ελπίδα για την Ευρώπη, υπήρχε ένας ορίζοντας προσδοκιών που απευθυνόταν και στο συναίσθημα. Θα τολμούσα να πω ότι από τη δεκαετία του 1970 δεν είχε εμφανιστεί ένας παρόμοιος ενθουσιασμός και πίστη στις δυνατότητες της αριστεράς. Αναφέρω το παράδειγμα ως χαρακτηριστικό του ότι η κουλτούρα της αριστεράς είναι γεμάτη από συναισθήματα, δεν μπορούμε να φανταστούμε την αριστερά χωρίς μια κινητοποίηση παθών και αισθημάτων. Την αριστερή μελαγχολία και τη μελαγχολία εν γένει δεν πρέπει να την καταστείλουμε ή να τη λογοκρίνουμε, αλλά να την αναγνωρίσουμε ως μέρος της υποκειμενικότητάς μας, καθώς και της πολιτικής μας ταυτότητας. Ωστόσο δεν συνιστώ την αριστερή μελαγχολία ως συνταγή ή ως στρατηγική για τη μέριμνά μας. Ούτε αποτελεί λύση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αριστερά σήμερα.
Υπάρχει αντιστοίχως μια «φιλελεύθερη μελαγχολία»;
Εξαρτάται από το νόημα που αποδίδουμε στον όρο «φιλελεύθερος» (liberal). Στον αγγλοσαξονικό κόσμο η φιλελεύθερη μελαγχολία θα ανήκε στο φάσμα της αριστερής μελαγχολίας, ενώ στην ηπειρωτική Ευρώπη θα συνδεόταν με την παράδοση του κλασικού φιλελευθερισμού. Θα ήταν όμως κατεξοχήν αδύνατο να κατανοήσουμε την ιστορία του συντηρητισμού, αν δεν αναγνωρίσουμε τα έντονα μελαγχολικά στοιχεία που διαθέτει. Ο συντηρητισμός διαμορφώνεται από το παρελθόν και την εξιδανίκευσή του, ένα προνεωτερικό παρελθόν αυθεντίας, ένα παρελθόν στο οποίο η δημοκρατία δεν θόλωνε τις κοινωνικές διαφορές κ.ο.κ. Θα τολμούσα να πω ότι ο φιλελευθερισμός είναι το λιγότερο μελαγχολικό ρεύμα. Ιδίως ο νεοφιλελευθερισμός που αυτή τη στιγμή θριαμβεύει. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν έχουν κανέναν λόγο να είναι μελαγχολικοί από τη στιγμή που διαμορφώνουν έναν κόσμο στον οποίο έχουν νικήσει. Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός είναι πολύ περισσότερο ένα εργαλείο πολιτικής στρατηγικής, ένα ανθρωπολογικό μοντέλο θεμελιωμένο σε αξίες όπως ο ατομικισμός και ο ανταγωνισμός. Δεν βλέπω, λοιπόν, κάποιο έρεισμα επί του οποίου να μπορεί να βασιστεί η φιλελεύθερη μελαγχολία στην οποία αναφέρεστε. Ας διαβάσουμε τους κλασικούς συγγραφείς, δεν νομίζω ότι η μελαγχολία είναι το αίσθημα που περιβάλλει τα έργα του Μίλτον Φρίντμαν ή του Φρίντριχ Χάγιεκ. Ίσως ανιχνεύσουμε στοιχεία μελαγχολίας στον Φρανσουά Φυρέ, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι ο Φυρέ είναι κατά βάση συντηρητικός και έχει υπάρξει παρεξήγηση ως προς αυτό. Μεταξύ των κλασικών συγγραφέων του φιλελευθερισμού βρίσκουμε λ.χ. μελαγχολία στον Αλεξίς ντε Τοκβίλ, αλλά πρόκειται για έναν παραιτημένο μελαγχολικό συγγραφέα, επειδή είχε αριστοκρατικές καταβολές. Για τον λόγο αυτό ο ορισμός του για τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία είναι εμποτισμένος με ένα ορισμένο μελαγχολικό αίσθημα για το αριστοκρατικό παρελθόν που ο ίδιος ενσωμάτωνε.
Η ιστορική αναδρομή που κάνετε είναι πολύ διαφωτιστική και ακριβής, αλλά σκεφτόμουν εντελώς σύγχρονα φαινόμενα όπως τη μελαγχολία υποστηρικτών της φιλελεύθερης δημοκρατίας που βλέπουν καθεστώτα με αυταρχική δομή να ηγούνται χωρών που έχουν ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και απειλούν να υπερκεράσουν τη Δύση.
Πρώτα από όλα θα ήθελα να απαντήσω στην ερώτησή σας, λέγοντας ότι απορρίπτω την αντίθεση ανάμεσα στη φιλελεύθερη δημοκρατία και τις νέες μορφές αυταρχισμού. Υπάρχουν, βεβαίως, οι βεμπεριανοί ιδεώδεις τύποι της δημοκρατίας και του ολοκληρωτισμού. Όμως η νέα φιλελεύθερη τάξη, την οποία ζούμε τώρα, αποτελεί μία αυταρχική μεταμόρφωση που έχει επιφέρει ο νεοφιλελευθερισμός. Έχουμε λ.χ. αυταρχικά νομοθετήματα που καταστέλλουν τις κοινωνικές εξεγέρσεις και μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, χρησιμοποιώντας διάφορες αφορμές, όπως την εναντίωση στα συνδικάτα ή τον διεθνή αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία. Χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τη σχέση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό. Ο ονομαζόμενος «ελεύθερος κόσμος» είναι μια ταμπέλα που μας κληροδότησε ο Ψυχρός Πόλεμος. Εκείνη την εποχή ο εχθρός ήταν ο κομμουνισμός, τώρα είναι η Ρωσία, η Κίνα ή η ισλαμική τρομοκρατία. Οπωσδήποτε ο ασαφής αυτός εχθρός διαρκώς κινείται και μας διαφεύγει, είναι δύσκολο να τον εντοπίσουμε, οπότε ο αγώνας ενάντια σε αυτήν την απειλή του ολοκληρωτισμού οδηγεί στο να αυξήσουμε τα αυταρχικά μέτρα στις δικές μας κοινωνίες, το οποίο ήταν και ο σκοπός εξαρχής. Το βλέπουμε αυτό κατεξοχήν στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου οδηγούμαστε σε μία στρατιωτικοποίηση όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Οπότε χρειάζεται να αυξήσουμε τις στρατιωτικές δαπάνες, προκειμένου να προστατεύσουμε τα σύνορά μας ενάντια στις εξωτερικές απειλές και αυτό σημαίνει ταυτοχρόνως μία ενίσχυση των αυταρχικών χαρακτηριστικών των κυβερνήσεών μας. Ένα επείγον καθήκον για την αριστερά θα ήταν να εναντιωθεί σε αυτές τις τάσεις.
Καθώς είστε ένας από τους πλέον επιδραστικούς ειδικούς στις σύγχρονες μορφές φασισμού θα ήθελα να σας ζητήσω ένα σχόλιο για το γεγονός ότι στον τρέχοντα πόλεμο στην Ουκρανία και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν την κατηγορία του φασισμού εναντίον των αντιπάλων τους.
Πιστεύω ότι οι αναφορές στον κλασικό φασισμό δεν μπορούν να εξηγήσουν το τι συμβαίνει στην Ουκρανία, αλλά ανήκουν περισσότερο στη δημαγωγική διάσταση της προπαγάνδας που περιβάλλει τον πόλεμο και από τις δύο μεριές. Δεν λέω βέβαια ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένα φασιστικό στοιχείο που να εμπλέκεται στον πόλεμο. Αυτό που λέω είναι ότι δεν συμβαίνει στην Ουκρανία κάτι παρόμοιο με την προσπάθεια των ναζί να κατακτήσουν την Ευρώπη. Πρόκειται μάλλον για έναν αμυντικό επεκτατισμό έναντι της Δύσης και μάλιστα όχι ιδιαίτερα επιτυχημένο. Περισσότερο έχουμε να κάνουμε με αναφορές και από τις δύο πλευρές στην ιστορική μνήμη και αυτό είναι κατανοητό γιατί και στις δύο χώρες η μνήμη της ναζιστικής κατοχής ήταν κομβική για την ιστορική αυτοσυνειδησία τους, με έννοιες όπως λ.χ. ο «μεγάλος πατριωτικός πόλεμος» ή η «αντίσταση στη ναζιστική κατοχή». Έχουμε, λοιπόν, μια προσπάθεια κινητοποίησης της ιστορικής μνήμης, με διεκδίκηση και από τις δύο πλευρές της νίκης ενάντια στον φασισμό.
Πιστεύω ότι στο έδαφος της Ουκρανίας συμβαίνει μία πληθώρα πολλών διαφορετικών πολέμων. Από κάποιους τονίζεται η παράδοση του ουκρανικού αντιρωσικού εθνικισμού, μέρος της οποίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμάχησε με τον ναζισμό. Ωστόσο επρόκειτο για μια μειοψηφία του ουκρανικού λαού. Υπήρχε εξάλλου και ο ουκρανικός εθνικισμός ως αντίδραση στον ρωσικό ιμπεριαλισμό. Όλα αυτά σήμερα νομίζω ότι αφορούν μία μικρή μειοψηφία της ουκρανικής κοινής γνώμης και δεν μπορούν να εξηγήσουν το τι συμβαίνει στην Ουκρανία. Από την άλλη, υπάρχει ένας επιθετικός πόλεμος από την πλευρά της Ρωσίας, εναντίον μίας κυρίαρχης χώρας. Τον ονομάζω «αμυντικό επεκτατισμό», αλλά παραμένει ασφαλώς μία μορφή επίθεσης και προσβολής της εδαφικής ακεραιότητας μιας κυρίαρχης χώρας. Και οπωσδήποτε η Ουκρανία διεξάγει έναν αμυντικό πόλεμο εναντία στη ρωσική επιθετικότητα. Πρόκειται ταυτοχρόνως για μία γεωπολιτική σύγκρουση στην οποία οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους εμπλέκονται βαθιά με πολλαπλούς τρόπους και με εντελώς διαφορετικούς στόχους από αυτούς της ίδιας της Ουκρανίας. Ο σκοπός των ΗΠΑ είναι όχι μόνο να βοηθήσουν την ουκρανική αντίσταση, αλλά να βεβαιώσουν την ηγεμονία τους στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Ίσως ο μόνος που συμμετέχει σε αυτή τη σύγκρουση όχι με ενεργητικό, αλλά με παθητικό τρόπο να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία σύρεται πίσω από τις αποφάσεις των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, που εργαλειοποιούν και αναδεικνύουν το πλέον αντιρωσικό μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούμενο από χώρες όπως λ.χ. η Πολωνία και η Τσεχία. Τίθεται, λοιπόν, εντόνως το ζήτημα του μέλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως και του ΝΑΤΟ. Και εδώ νομίζω ότι η αριστερά δεν μπορεί να έχει μία μοναδική απάντηση με οικουμενική εμβέλεια, αλλά χρειάζονται ιδιαίτερες αποχρώσεις στη συμπεριφορά και τη στάση της ανάλογα με τη συνάφεια. Ασφαλώς στην Ουκρανία υπάρχει μια κινητοποίηση της αριστεράς στην αντίσταση ενάντια στη ρωσική κατοχή και από αυτήν την άποψη κατανοώ το να ζητούνται όπλα και στρατιωτική υποστήριξη. Ωστόσο, στο εσωτερικό των χωρών της Δυτικής Ευρώπης ή της Αμερικής χρειάζεται να τεθούν και άλλες παράμετροι, όπως το γεγονός ότι οι ΗΠΑ προωθούν τη δική τους ηγεμονική στρατηγική. Γι’ αυτό δεν μπορεί η αριστερά να έχει μια ενιαία στάση, αλλά να λαμβάνει υπόψη την πολλαπλότητα των διακυβευμάτων.
Ο ρόλος της Κίνας πώς μπορεί να αναλυθεί σε σχέση με αυτήν την «πληθώρα» πολέμων που συμβαίνουν ταυτόχρονα;
Η Κίνα δεν μπορεί να υπαχθεί στις γνωστές κατηγορίες του πολιτικού λεξικού μας. Είναι μια γιγάντια χώρα, η οποία καθοδηγείται από μία πολιτική δύναμη που αποκαλείται «Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας» και διεκδικεί την κληρονομιά της επανάστασης του Μάο Τσε Τουνγκ. Πρόκειται για μια κομμουνιστική παράδοση, η οποία υπήρξε το εργαστήριο πολλών νέων τάσεων ολοκληρωτισμού του 20ού αιώνα, ενώ η ίδια χώρα αναπτύσσει με πρωτοποριακό τρόπο πολλές από τις μορφές του ήπιου ολοκληρωτισμού του 21ου αιώνα, όπως τον ψηφιακό έλεγχο, τις βιομετρικές συσκευές κ.ο.κ. Αυτός ο κληρονόμος της κομμουνιστικής επανάστασης εμπλέκεται στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του σύγχρονου καπιταλισμού. Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε την Κίνα με τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της πολιτικής σκέψης. Πολύ ενδιαφέρον σχετικά είναι το έργο του Τζιοβάνι Αρίγκι Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο, πρόταση του οποίου είναι να ξανασκεφτούμε την ιστορία του καπιταλισμού μέσα από τα μάτια των Κινέζων.
Παραμένει, όμως, σημαντικός και ο ρόλος του Ισλάμ στο σύγχρονο γεωπολιτικό πεδίο. Ορισμένοι θεωρητικοί, όχι μόνο της συντηρητικής δεξιάς, αλλά και της αριστεράς, κάνουν λόγο για «ισλαμοφασισμό». Θεωρείτε τον όρο αυτό δικαιολογημένο ή παραπλανητικό;
Δεν έχω πρόβλημα να σκεφτούμε λ.χ. τον ISIS ως μια μορφή φασισμού, ενώ και οι Ταλιμπάν είναι μια πολύ ιδιαίτερη μορφή ολοκληρωτικού ισλαμικού καθεστώτος. Όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να μην πέσουμε σε υπεραπλουστεύσεις και γενικεύσεις. Οφείλουμε να εξετάσουμε την ετερογένεια των διαφορετικών μορφών του Ισλάμ σε διάφορες χώρες. Πάντως, ως προς το θρησκευτικό στοιχείο, ας μην ξεχνάμε ότι και ο κλασικός φασισμός περιλάμβανε θρησκευτικά συστατικά, όπως τον κληρικαλιστικό φασισμό στην Αυστρία. Το καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία είχε ένα έντονο ρωμαιοκαθολικό στοιχείο και μπορούμε να βρούμε κι άλλες περιπτώσεις με θρησκευτικές συνιστώσες, που διαφοροποιούν τα καθεστώτα αυτά από τις κυρίαρχες μορφές του ιταλικού φασισμού και του ναζισμού. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον ISIS στη Συρία και το Ιράκ ως φασιστικό καθεστώς, επειδή κατέστρεψε ολοσχερώς τα δημοκρατικά στοιχεία και οποιοδήποτε είδος ελευθερίας, διεκδίκησε μια κρατική ιδεολογία που υπήρξε πολύ αντιδραστική και εφάρμοσε μορφές βίας ως συνήθη πρακτική διακυβέρνησης. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι τυπικά και για τον κλασικό φασισμό. Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στο Αφγανιστάν έχουμε ένα καθεστώς των Ταλιμπάν που δεν αποτελεί προϊόν της νεωτερικότητας, ούτε καν ενός αντιδραστικού μοντερνισμού, όπως υπήρξαν ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός ναζισμός. Οπότε δεν πρέπει να βάζουμε την ταμπέλα του φασισμού σε όλα τα ιντεγκριστικά ισλαμιστικά καθεστώτα, είναι διαφορετική η περίπτωση του ISIS από αυτή των Ταλιμπάν. Για να επιστρέψω στο καθεστώς του ISIS, πρόκειται για μια μορφή σουνιτικού εθνικισμού, γεγονός που το προσεγγίζει στον κλασικό φασισμό. Το σχέδιο αυτού του εθνικισμού απέτυχε λόγω της στρατιωτικής ήττας και των δυτικών δυνάμεων, αλλά ηττήθηκε και εντός του πλαισίου του αραβικού κόσμου. Αξίζει πάντως να δούμε και αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας στο Ιράν που αποτελούν μια απόδειξη ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός δεν είναι το πρόσωπο του Ισλάμ για το μέλλον. Μπορεί να υπήρξε μια ιστορική παρένθεση λόγω ιστορικών συγκυριών, που σχετίζονται με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, την αποτυχία του παναραβισμού και μιας σειράς από αιφνίδιες εκρήξεις που υπερβαίνουν τον θρησκευτικό παράγοντα. Χρειαζόμαστε, επομένως, πιο πολύπλευρες αναλύσεις που να αποδίδουν δικαιοσύνη στον ρόλο της θρησκείας χωρίς να τον υπερβάλλουν. Το Ισλάμ και οι ισλαμικές κοινωνίες είναι πολύ ευρύτερες από τον συγκεκριμένο ισλαμικό φονταμενταλισμό των τελευταίων δεκαετιών, ο οποίος είχε και πολιτικά αίτια σε περιόδους κρίσης, και ενδέχεται να καταστεί παρωχημένος.

