Κυριάκος Μαργαρίτης

Δελτίο καιρού για τους αγρότες
Η παλινωδία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ.
Λουκάς, 8:8

Την Κυριακή 23 Απριλίου 2023, ο φίλος συγγραφέας Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης μού έστειλε το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα: «Xaipe εν Χριστώ αναστάντι. Ετοιμάζεται παρουσίαση νέας έκδοσης Δημακούδη και Μαρτυριών χαμού και δεύτερης πανοπλίας στην Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Είσαι ελεύθερος να πεις δυο λόγια στις 4/5;»

Στο κείμενο του μηνύματος ο Δημακούδης και οι Μαρτυρίες πλαγιογραφούνται ως τίτλοι, αλλά ο μεταξύ τους σύνδεσμος και τίθεται σε όρθια γραφή και πληροφορεί για τη σοφή απόφαση του Πεντζίκη υιού να αποκαταστήσει τη βιβλιακή μορφή του πατρώου έργου, τουτέστιν την αυτονομία του μυθιστορήματος Αντρέας Δημακούδης, που εκδόθηκε το 1935 σηματοδοτώντας την εμφάνιση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη στα γράμματα, αλλά επανεκδόθηκε το 1977 (σημειωτέον: από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις), σε έναν τόμο με άλλα δεκαέξι κείμενα, τις Μαρτυρίες[1].

Ο ενιαίος ή συγκεντρωτικός αυτός τόμος φέρει τρεις διαφορετικούς τίτλους, ένα work in progress που αναπτύσσεται στο εξώφυλλο και τη ράχη του βιβλίου, και πιστεύω ότι φωτίζει τη σημασία (και τη σοφία) στον εκδοτικό σχεδιασμό του Γαβριήλ Πεντζίκη.

Κατ’ αρχάς, στο κάτω μέρος του εξωφύλλου, διά χειρός του ίδιου του συγγραφέα, διαβάζουμε: Ανδρέας Δημακούδης (ένας νέος μονάχος) και μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας. Θα προσπεράσω το δέλτα στο όνομα του ήρωα, Ανδρέας αντί Αντρέας, και θα υπογραμμίσω τον υπότιτλο στην παρένθεση, που είχε τεθεί και στην έκδοση του 1935: ο Αντρέας είναι ένας νέος μονάχος. Στο πάνω μέρος του εξωφύλλου, όμως, με πιο έντονα στοιχεία, ο Πεντζίκης γράφει, Αντρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες, ένας τίτλος που εμπλουτίζεται στη ράχη, τουλάχιστον όσο το επιτρέπει η έκταση, Αντρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού, και ολοκληρώνεται πια στο εσώφυλλο: Αντρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας.

Θα προσέξατε την απουσία του αρχικού υποτίτλου, της παρενθετικής ένδειξης ότι ο Δημακούδης είναι μονάχος, που υποθέτω ότι ο Πεντζίκης την αφαιρεί επειδή προσθέτει αυτό το άλλες στις μαρτυρίες, εντάσσοντας έτσι πιο οργανικά στον τόμο τον Δημακούδη, ο οποίος παύει να είναι μονάχος, και γίνεται άλλη μια, ή μια ακόμα μαρτυρία χαμού.

Για αυτό οφείλω να διαφωνήσω με τον Ηλία Γιούρη, ο οποίος, στην εξαιρετική του μελέτη Η ποιητική του Ν.Γ. Πεντζίκη, αναφέρει σε υποσημείωση ότι ο Δημακούδης «διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την κλασική μορφή του ορθόδοξου μυθιστορήματος και παραμένει ουσιαστικά ξένο σώμα στο κυρίως corpus του πεντζικικού έργου. Θεωρούμε το Ο πεθαμένος και η ανάσταση (1944) πρώτο έργο του Πεντζίκη, γιατί από αυτό και μετά αρχίζει να αναπτύσσει τις αφηγηματικές τεχνικές που θα δώσουν στο έργο του το ιδιάζον στίγμα της αιρετικότητας με το οποίο έχει ταυτιστεί γραμματολογικά η θέση του στην ελληνική λογοτεχνία»[2].

Το επ’ εμοί, φοβάμαι ότι αν αφαιρέσουμε τον Δημακούδη από το πεντζικικό έργο θα είναι σαν να αφαιρούμε την κάρα του Αδάμ από την εικονογραφία της Σταυρώσεως – θέλω να πω: η ανάσταση θα μείνει χωρίς πεθαμένο.

Ο ίδιος ο Πεντζίκης, με το παιχνίδι των τίτλων που μόλις ανέφερα, αρνείται αυτό τον ακρωτηριασμό συσσωματώνοντας το πρώτο μυθιστόρημά του στις Μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας, το έτος 1977. Η σημερινή πρωτοβουλία του Πεντζίκη υιού να αφαιρέσει τον Δημακούδη από τις (άλλες) Μαρτυρίες δεν θα ήταν και τόσο σοφή, αν η αφαίρεση δεν συνοδευόταν από την προσθήκη, στην αυτόνομη επανέκδοση του μυθιστορήματος, και της ταυτόχρονης επανέκδοσης των Μαρτυριών, που κυκλοφορούν μάλιστα για πρώτη φορά σε αυτόνομο τόμο.

 Τα δυο έργα βγαίνουν λοιπόν μαζί για περίπατο, κυκλοφορούν εν ετέρα μορφή, που θεωρώ ότι μας επιτρέπει να διακρίνουμε καθαρότερα τη μεταξύ τους αδιάρρηκτη σχέση. Η αυτονομία δεν υπονομεύει τον σύνδεσμο, και δεν θα είναι τυχαίο που σε αυτή τη νέα έκδοση του Δημακούδη απουσιάζει επίσης (από το εξώφυλλο) ο υπότιτλος για τη μοναξιά του ανδρός. Η αυτονομία, εννοώ, εγγυάται τον σύνδεσμο, επειδή τον πυροδοτεί ως αεικίνητο στάση, χειρονομία που ζητά να καλύψει (διαρκώς να καλύπτει) την απόσταση ανάμεσα στον Δημακούδη και τις Μαρτυρίες. Μπορεί να μιλώ εδώ και για τη δική μας ανάγνωση.

Το κενό που δημιουργείται (που αποκαθίσταται) ανάμεσα στα δύο έργα, ακόμα και από το γεγονός ότι πρέπει να κλείσουμε το ένα βιβλίο για να ανοίξουμε το άλλο, το παρομοιάζω με το κενό του φρέατος Ιακώβ, μιαν άβυσσο επί της οποίας η Σαμαρείτιδα αναγνώρισε τον Χριστό ως Θεό. Στην εικόνα αυτή θα επανέλθω.

Στον τόμο του έτους 1977 ο Δημακούδης καλύπτει τις 126 από τις 284 συνολικά σελίδες, λίγο λιγότερο από το μισό βιβλίο, που αρκεί για να μας βάλει σε υποψίες ότι ο Δημακούδης ως μαρτυρία δεν σχετίζεται ισότιμα με τα υπόλοιπα δεκαέξι κείμενα· δεν πρόκειται, ας πούμε, για σιαμαία δίδυμα, αλλά μάλλον για έναν νεκρό μεγάλο αδελφό, έναν αυτόχειρα big brother, που τώρα πασχίζουν να τον σώσουν οι άλλοι, οι ελάχιστοι.

Ο Πεντζίκης υιός, θεραπεύοντας (διά της αποκοπής) την ορισμένη υδροκεφαλία του συγκεντρωτικού τόμου, όχι μόνο δεν απομονώνει τον Δημακούδη, παρά τον συνδέει ουσιωδέστερα με τα αδελφά κείμενα, αναδεικνύοντάς τον σε αυτό που όντως είναι, κάτι παραπάνω από άλλη μια μαρτυρία χαμού, καθότι πρόκειται για την κατεξοχήν μαρτυρία χαμού σε όλο το corpus του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Θα μπορούσα ακόμα να πω ότι δεν πρόκειται καν για μαρτυρία, παρά για τον χαμό καθαυτόν, για ένα μαρτύριο που θα έμενε χωρίς μαρτυρία, δηλαδή χωρίς νόημα, αν ο Νίκος Πεντζίκης δεν έγραφε και τα υπόλοιπα κείμενα, ολόκληρο το έργο της ζωής του.

Μακάρι οι ακροατές μου να σκέφτονται τώρα τη ρήση που λέει: Τα στερνά τιμούν τα πρώτα. Μακάρι να σκέφτονται επίσης ότι δεν γίνονται στερνά χωρίς πρώτα.

Τα εκφράζει όλα αυτά, ακριβέστατα, ο Γαβριήλ Πεντζίκης, σε κείμενο που μου έστειλε τον Μάιο του 2018, λίγο πριν από την Ανάληψη, συνημμένο σε μήνυμα που άρχιζε ως εξής: «Μόλις προλαβαίνω να σου πω Χριστός Ανέστη! φίλτατε Κυριάκο».

Το κείμενο, βασισμένο και σε ομιλία που είχε εκφωνήσει ο Γαβριήλ στις 6 Μαΐου 2018 στη 15η Έκθεση Θεσσαλονίκης, φέρει τον ανησυχαστικό τίτλο (παίζοντας με τίτλο του Βιζυηνού) «Το αμάρτημα του πατρός μου», και το αμάρτημα δεν είναι ο Δημακούδης γενικά και αόριστα, αλλά η παρασιώπηση μιας επιφάνειας που συμβαίνει μέσα στο έργο.

Προτού τη δούμε, ας θυμίσω ότι το μυθιστόρημα αφηγείται τον άτυχο έρωτα του Αντρέα Δημακούδη, φοιτητή στο εξωτερικό, για ένα κορίτσι που λέγεται Ρενέ Σαίγκερ, καθώς και τις εσωτερικές συγκρούσεις του ήρωα σε σχέση με τον εαυτό και τον κόσμο.

Στο τέλος, τσακισμένος από διαψεύσεις και ματαιώσεις, και την απόρριψη από τη Ρενέ, ο Δημακούδης αυτοκτονεί στα νερά ενός ποταμού, που θα είναι ο Ρήνος, στις όχθες του οποίου περπατούσε και ο συγγραφέας ως φοιτητής στο Στρασβούργο. Εκεί βρέθηκαν οι Νίκος και Γαβριήλ Πεντζίκης το 1986, και ο πατέρας έδειξε στον γιο ένα σημείο στην ακτή, όπου είχε πάει πριν από πενήντα εφτά χρόνια με σκοπό να πέσει και να πνιγεί.

«Όταν τον ρώτησα γιατί δεν προχώρησε», αφηγείται ο Γαβριήλ, «μου απάντησε, “Ήταν πολύ βρώμικα τα νερά!”. Γελάσαμε, ξέροντας κι οι δυο ότι άλλος ήταν ο λόγος».

Ο λόγος ήταν η επιφάνεια, ένα αποκαλυπτικό βίωμα που ο Πεντζίκης το αποδίδει και στον Δημακούδη, περίπου στη μέση του μυθιστορήματος, όταν ο ήρωας εξετάζει δύο λουλούδια της οικογένειας των κρινοειδών στη σχισμή ενός βράχου και «η επί του συγκεκριμένου αντικειμένου παρατήρηση τού ικανοποιούσε το νου, αναστέλλοντας κάθε ανησυχία του σώματος ή της ψυχής».

Στην επιφάνεια αυτή ο Γαβριήλ Πεντζίκης προσφυώς βλέπει τον σολωμικό στίχο, όταν άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του, και τη διάνοιξη των ουρανών, όταν φωνή Πατρός καταμαρτυρεί ότι οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ὧ εὐδόκησα. Ναι.

Αλλά το μυθιστόρημα συνεχίζεται ως την αυτοκτονία του ήρωα: «Η αποσιώπηση της επιφανείας που βίωσε», σχολιάζει ο Γαβριήλ, «της ευρυχωρίας της Φύσης που του ικανοποίησε το νου, αναστέλλοντας κάθε ανησυχία του σώματος ή της ψυχής, και η επιλογή του μόρσιμου αντί του ζώντος ύδατος, πρέπει ν’ αποδοθούν στην υπακοή του πρωτόλειου μυθιστορήματος στις συμβάσεις και τους κανόνες του λογοτεχνικού είδους».

Η αποσιώπηση ή παρασιώπηση της επιφάνειας οδηγεί επομένως σε ένα ζήτημα υφολογικής τάξεως, που ουδόλως εξαντλείται σε επίπεδο αισθητικής: το ύφος, ο τρόπος έκφρασης, είναι υπόθεση ζωής και θανάτου, η ίδια η επιλογή ανάμεσα σε μόρσιμο και ζων ύδωρ. Μια κρίσιμη παράμετρος στο πρώτο μυθιστόρημα του Πεντζίκη νομίζω ότι είναι ο αγώνας του ήρωα να εκφραστεί, μάλιστα να αρθρώσει το όνομα της αγαπημένης σαν να είναι το όνομα του Θεού, που το γράφει σε ένα χαρτάκι επί 857 φορές.

Η αποτυχία έκφρασης, η παρασιώπηση λόγω της υποταγής στις συμβάσεις, είναι τελικά ένα ζήτημα οντολογικό και υπαρξιακό, ο πνευματικός θάνατος που προηγείται του φυσικού. Η αυτοκτονία Δημακούδη είναι ο θρίαμβος της ειδολογίας επί του ζωντανού έργου, αλλά και της ιδεολογίας επί της ζώσας πραγματικότητας. Κι αυτό, λέει ο Γαβριήλ, «είναι το συγγραφικό προπατορικό αμάρτημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: η προδοσία βιώματος και επιφανείας χάριν λογοτεχνικών συμβάσεων κι αυτού του αμαρτήματος τον ρύπο ξεπλένει σ’ όλο το μεταγενέστερο συγγραφικό έργο του […]».

Το ξέπλυμα του ρύπου, τη μπουγάδα για τη στολή της ψυχής, που συνιστά όλο το μεταγενέστερο έργο του συγγραφέα, το κωδικοποιώ στον υπότιτλο του κειμένου μου, «Η παλινωδία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη», λογοπαίζοντας με τον τίτλο ενός δοκιμίου που συνέταξε ο Στέλιος Ράμφος το 1976, έναν χρόνο προτού ο Δημακούδης επανεκδοθεί μαζί με τις Μαρτυρίες, και που είναι ασφαλώς «Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη»[3].

Ο Ράμφος, πάλι, λογοπαίζει με το ομώνυμο έργο του Στησίχορου, ο οποίος έψεξε την Ωραία Ελένη ως δίγαμη, τιμωρήθηκε με τύφλωση, αλλά αναγνώρισε το σφάλμα και δικαίωσε την Ελένη στην Παλινωδία, λέγοντας ότι ποτέ δεν έφυγε εκείνη με τον Πάρη, και μόνον ο ίσκιος της πήγε στην Τροία· κι έτσι ο ποιητής ξαναβρήκε αυτομάτως το φως του, σαν τον σολωμικό στίχο που λέει: άστραψε φως κι’ εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Εν παρενθέσει σημειώνω ότι στη μαρτυρία με τίτλο «Υποσυνειδήτου κλίμαξ και σουρρεαλισμός», ο Πεντζίκης βλέπει την έκταση των αποτυχιών του ως αεροδρόμιο, και φαντάζεται τον Ελύτη να διαγράφει στον δίαυλο το σώμα της Ελένης ως οριζόντιο οχτώ, σήμα του απείρου, σαν τα οχτάρια στο μότο του παρόντος κειμένου, τον όγδοο στίχο από το όγδοο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά, όπου η παραβολή του σπορέα.

Πίσω στον Παπαδιαμάντη, γνωστό ότι ο Ράμφος ονομάζει παλινωδία τη στροφή του Σκιαθίτη από τα συμβατικά νεανικά μυθιστορήματα στα ρεαλιστικά διηγήματα που τον ανέδειξαν ως τον μεγαλύτερο συγγραφέα της νέας Ελλάδας.

Σε δικό μου δοκίμιο για το ζήτημα, και συγχωρέστε με που το αναφέρω[4], αυτή τη στροφή την εξετάζω σε ένα κεφάλαιο που το λέω «Η παλινωδία ως επιστροφή», επειδή πιστεύω ότι ο νέος τρόπος έκφρασης που κατορθώνει ο Παπαδιαμάντης στο διηγήματα δεν πέφτει από τον ουρανό, παρά φυτρώνει μέσα από το σώμα των μυθιστορημάτων, στο οποίο είναι ήδη αισθητά και δραστικά παρών, ως σπερματικός λόγος ή σκέτη σπορά.

Το ίδιο πιστεύω για την παλινωδία του Νίκου Πεντζίκη, ο οποίος διασπείρει στον Αντρέα Δημακούδη τα στοιχεία ενός νέου τρόπου έκφρασης, σαν να ναρκοθετεί το πρώτο του έργο, για να ανατινάξει αργότερα κάθε λογοτεχνική και ειδολογική σύμβαση, και να γίνει ο κατ’ εμέ μεγαλύτερος συγγραφέας του ελληνικού 20ού αιώνα.

Η σπορά στον Δημακούδη μορφοποιείται κατεξοχήν με τα λουλούδια την ώρα της επιφάνειας (το βίωμα, λέει ο Γαβριήλ, υπήρξε σπερματικό), αλλά νομίζω ότι σπορά είναι ολόκληρο το βιβλίο, και βέβαια ο ήρωας, που τρυπώνει ως σπόρος σε μια λεκάνη με χώματα για να κάνει έκπληξη στη Ρενέ, η οποία όμως τον ξεριζώνει απ’ τη γλάστρα.

Αυτή η άκαιρη έκθεση του σπόρου στο φως με οδηγεί στο έτος 1933, δύο χρόνια προ του Δημακούδη, όταν ο Νίκος Πεντζίκης ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Άγιον Όρος, διατηρώντας όμως πολλές βεβαιότητες για το συμπαγές σχήμα του εγώ. Για αυτό, λέει, απέταξε τον Συναξαριστή ως μωρολογία, όταν συνάντησε την αναφορά σε έναν Άγιο ο οποίος νήστευε εκ βρέφους αρνούμενος το μητρικό γάλα κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.

«Αλλά», συνεχίζει ο Πεντζίκης, «ήδη από το 1937 δεν εκφραζόμουν πια κατά τον ίδιον τρόπο»[5], και αυτή την αλλαγή τρόπου έκφρασης, που ισοδυναμεί με αλλαγή τρόπου ύπαρξης, ο συγγραφέας την αποδίδει στο γεγονός ότι αναγνώριζε πια, σε αναφορές όπως η παραπάνω, μιαν αλήθεια που ήταν αδύνατον να την αποδείξει.

«Το πάθος για την αλήθεια», γράφει ο Ράμφος, «είναι η δύναμις που αναγκάζει τον Παπαδιαμάντη να εγκαταλείψη το μυθιστόρημα και να γράψη τα διηγήματά του. Δεν ψάχνει για την αλήθεια, αλλά την υμνεί και την χαίρεται όπως δίνεται, σαν τελειότητα υπάρξεως και σαν θρησκευτικό ήθος»[6].

Αυτή την αλήθεια, που αν μπορούσαμε να την αποδείξουμε θα ήταν ψέματα, ο Πεντζίκης τη γιορτάζει σε όλο το κατοπινό έργο του με έναν νέο τρόπο έκφρασης, που ισχυρίζομαι ότι αρχίζει να μορφοποιείται ήδη από τον Μάιο του 1935, αμέσως μετά τον Δημακούδη, με την πρώτη από τις Μαρτυρίες, που φέρει τίτλο ενδεικτικό, «Άνοιξη».

Ο Δημακούδης αρχίζει με τη φράση «Ήταν σκοτάδι», και η πρώτη παράγραφος κλείνει μονολεκτικά, με το ρήμα «έβρεχε». Η «Άνοιξη», το πρώτο κείμενο που κατατίθεται μετά το μυθιστόρημα, αρχίζει με τη φράση «Χτες έβρεχε», και η πρώτη παράγραφος κλείνει με την πρόταση: «Σήμερα όμως είναι ηλιακάδα»[7].

Η αλλαγή του καιρού περιγράφεται με τον πιο οικείο της όρο από τον μακαριστό Άγιο Αυστραλίας Στυλιανό, ο οποίος αποδίδει την ωρίμανση του Πεντζίκη στο Άγιον Όρος, το Περιβόλι της Παναγιάς, εκεί όπου ο συγγραφέας, γράφει ο Άγιος, «υπέστη αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν “καλήν αλλοίωσιν”»[8].

Η καλή αλλοίωση εμπλουτίζει την εικόνα του Γαβριήλ Πεντζίκη, το ξέπλυμα του ρύπου, που εγώ το είπα μπουγάδα για τη στολή της ψυχής, υποβάλλοντας το γεγονός ότι ο Νίκος Πεντζίκης δεν έπλυνε απλώς τη στολή, παρά φόρεσε μιαν άλλη, καινούργια.

Πρόκειται για τη δεύτερη πανοπλία, που ο συγγραφέας την έλαβε στο Άγιον Όρος, επειδή αυτό είναι η πανοπλία, όπως το δηλώνει ο τίτλος στην υπ’ αριθμόν 14 μαρτυρία, «Άθως η δεύτερη πανοπλία», και το εξηγεί η εναρκτήρια πρόταση: «Εκεί που κατέληξαν οι επί του θέματος από μακρού χρόνου συλλογισμοί μου είναι ότι το Άγιον Όρος μπορεί να παρομοιαστεί, αν όχι να ταυτιστεί, με τη δεύτερη πανοπλία του Αχιλλέως».

Η πρώτη, φυσική πανοπλία, λέει ο Πεντζίκης εδώ, είναι ο κόσμος που χαλνιέται και συντρίβεται, φέρ’ ειπείν όπως συνετρίβη ο δυστυχής Δημακούδης. Με την αποταγή, ωστόσο, του κόσμου, και με τον εν ζωή εναγκαλισμό του θανάτου (μες στην αγάπη), οι Αγιορείτες ενδύονται τη δεύτερη πανοπλία, και την εξυφαίνουν για όποιον την επιθυμεί, διά του παραδείγματός τους, ενός τρόπου εκφράσεως που είναι η αδιάλειπτη προσευχή.

Για τον εσωτερικό μονόλογο, που ο Πεντζίκης τον κατακτά με τον Δημακούδη, ο Άγιος Αυστραλίας σοφά προτιμά το σχήμα νοερός μονόλογος, αντιπαραβάλλοντάς τον με τη νοερά προσευχή, που ταπεινά εγώ σημειώνω ότι δεν συνιστά μονόλογο: η προσευχή είναι διάλογος με τον Θεό, τουτέστιν με τον καθέναν ελάχιστο αδελφό, με κάθε πλησίον.

Εξ αυτών και ο νεκρός Δημακούδης, για τον οποίο ο Πεντζίκης βάζει τη δεύτερη πανοπλία, όπως έκανε ο Αχιλλεύς, «για να εκδικηθεί», διαβάζουμε εδώ, «τον θάνατο του φιλτάτου του Πατρόκλου και κατά κάποιο τρόπο, προχριστιανικό, να τον αναστήσει».

Ο μετά Χριστόν εκφραστικός τρόπος αναστάσεως ξεκινά με το πρώτο βάπτισμα, γνωστό και ως δεύτερη γέννα, που επαναλαμβάνεται με το μυστήριο της εξομολόγησης, όσες φόρες χρειαστεί, έως και εβδομηκοντάκις επτά, φέρ’ ειπείν το έτος 1977, τότε που ο Πεντζίκης ανέσυρε τον Δημακούδη από τα νερά, και τον τύλιξε με τη δεύτερη πανοπλία, να ζεσταθεί και να ανοίξει τα μάτια: άστραψε φως, φάνηκε ο ήλιος, ήρθε η άνοιξη.

Την πρώτη μαρτυρία χαμού ο Πεντζίκης την κατέθεσε Μάιο, όπως σήμερα, και όπως το 2018, όταν ο Γαβριήλ Πεντζίκης μού έστειλε το κείμενο για το αμάρτημα του πατρός, σε μήνυμα με αναστάσιμο χαιρετισμό, στο παρά πέντε πριν από την Ανάληψη, όταν ο Χριστός αποσύρεται για να έρθει ο Παράκλητος και να γεννηθεί η Εκκλησία.

Στο Αρχείον ο πατέρας του Γαβριήλ γράφει για τον μήνα Μάιο, κι εγώ παραθέτω εκ μνήμης, ότι δεν είναι παρά μία μόνο Θεοτόκος ημέρα, ότι μοιάζει πολύ με εκκλησιά, και ότι ένας λαμπρότατος άγιος αστέρας του είναι γυναίκα, όπως έξοχα εκφράζεται στο ακόλουθο λιανοτράγουδο: Όμορφο που ’ναι τ’ όμορφο, πέντε φορές και δέκα / μ’ απ’ όλα ομορφότερο ο άντρας με τη γυναίκα.

Θα είμαστε καθ’ οδόν για τον γάμο, αλλά κάνω μια τελευταία στάση στην ως άνω υποσημείωση του Ηλία Γιούρη, ο οποίος παρατηρεί ότι με το Αρχείον, που εκδίδεται το 1974, «κλείνει ουσιαστικά ο κύκλος παραγωγής του [Ν.Γ. Πεντζίκη]. Οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις έχουν ως επί το πλείστον τη μορφή είτε αναθεωρημένης επανέκδοσης των πρότερων έργων, είτε συγκεντρωτικής έκδοσης σε συλλογές των σύντομων αφηγημάτων που τυπώνονταν κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες»[9].

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ο συγκεντρωτικός τόμος με τον Δημακούδη και τις Μαρτυρίες, οι οποίες φέρουν όλες χρονολογική ένδειξη, και καλύπτουν ένα εύρος χρόνου από τον Μάιο του 1935 μέχρι και το 1977, σχεδόν όλη τη συγγραφική ζωή του Πεντζίκη.

Με την επανέκδοση, λοιπόν, σε δύο αυτόνομους τόμους, του Δημακούδη και των Μαρτυριών, ο Γαβριήλ Πεντζίκης σαν να οριοθετεί αυτό το εύρος, σαν να διαμορφώνει το πλαίσιο όλου του εκδοτικού εγχειρήματος, προσφέροντας την αρχή και το τέλος, και ανοίγοντας πεδίον αγίας δόξης, έναν κάμπο, για να δούμε τι άνθισε κατά την παλινωδία.

Αν δεν κάνω λάθος, η παλινωδία, το έργο του Νίκου Πεντζίκη, συνίσταται στην ανάπτυξη εκείνης της ολόπρωτης επιφάνειας με τα άνθη στον βράχο, την αναίρεση της αποσιώπησής της, τελικά σε μια πρωτοφανή έκφραση του φωτός. Τόσο κρίσιμος είναι ο σπερματικός Δημακούδης.

Περιέργως, το μήνυμα με το οποίο ο Γαβριήλ ανήγγειλε και σε μένα την έναρξη της εκδοτικής περιπέτειας, εστάλη μια Κυριακή, 23 Απριλίου, μνήμη του αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.

«Το άσπρο άλογο του Αγίου», γράφει κι ο Νίκος Πεντζίκης στην ένατη μαρτυρία, «της νέας εκάστοτε σταθεροποίησης της γλυκύτατης Άνοιξης, αποτελεί εξάλλου ένδειξη ότι ο αγών του Αγίου αφορά αποκατάσταση του φωτός».

Προ ετών, ο Γαβριήλ Πεντζίκης είπε στη Μαίρη Κλιγκάτση, σε συνέντευξη στο Litart, το διαδικτυακό περιοδικό της ποιήτριας, σχετικά με το μυθιστόρημά του υπό τον τίτλο Το Βυζάντιο έχει ρεπό, ότι αγωνίζεται να μεταβολίσει το σώμα του πατρώου έργου. Το ίδιο πιστεύω ότι επιτελεί και τώρα, με την επανέκδοση αυτού του σώματος, μόνο που βρισκόμαστε στην υπεραιμία του έαρος, έτσι προτιμώ να μιλήσω για φωτοσύνθεση.

Νομίζω ότι περί αυτού πρόκειται, και οι ακροατές μου θα έχουν αντιληφθεί ότι υπαινίσσομαι την εκδοτική νεκρανάσταση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, για τον οποίο ήδη εξέφρασα την ακράδαντη πίστη μου ότι πρόκειται για τον σημαντικότερο Έλληνα συγγραφέα του 20ού αιώνα. Θα συμφωνούσε ο Αυστραλίας Στυλιανός, που προέτρεψε κάποτε τον Ελύτη να συμπληρώσει «τα ονόματα που μας δίδαξε να μνημονεύουμε, σε ώρες πειρασμού, προσθέτοντας πλάι στον Παπαδιαμάντη και τον Πεντζίκη»[10].

Η προσθήκη ευοδώνεται τώρα, χάρη στον Γιώργο Πινακούλα, ο οποίος αθροίζει υπό τη σκέπη των Εκδόσεων Δόμος τα Άπαντα και των δύο αθάνατων συγγραφέων.

Η συνάθροισή τους με επαναφέρει στο καμίνι της καλής αλλοίωσης που υπέστη ο Νίκος Πεντζίκης στον Άθω, καταφάσκοντας στην αναπόδεικτη αλήθεια του Συναξαριστή: «Όλο το έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη μετά τον Αντρέα Δημακούδη», γράφει πάλι ο Γαβριήλ, «δεν είναι τίποτε άλλο από ψηλάφηση κι αναψηλάφηση αυτής της αλήθειας και διαρκής προσπάθεια ν’ αναστηθεί ο ήρωας του πρώτου μυθιστορήματος, ανάσταση που κατορθώνεται στο Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης».

Με την Κυρία Έρση, το πιο γαμήλιο βιβλίο της ελληνικής γραμματείας, ο χαμός εκβάλλει στον γάμο σαν ποταμός, και το δέλτα του Ανδρέα γίνεται τίμιος σταυρός, το ολάνθιστο ταυ του νέου Αντρέα, που επιτέλους εγείρεται, όπως με βεβαιώνει ο Γαβριήλ Πεντζίκης ανήμερα του αγίου Γεωργίου: «Xaipe εν Χριστώ αναστάντι. Ετοιμάζεται παρουσίαση νέας έκδοσης Δημακούδη και Μαρτυριών χαμού και δεύτερης πανοπλίας στην Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Είσαι ελεύθερος να πεις δυο λόγια στις 4/5;»

Ακούστε τώρα τι απάντησα εγώ: «Ο καλός Θεός δεν θα με αξιώσει να το κάνω, καθότι τη μεθεπόμενη Τρίτη πετάω για Κύπρο, όπου θα μιλήσω για τον Παπαδιαμάντη στις 3 Μαΐου, παραμονή της παρουσίασής σας στη Θεσσαλονίκη».

Η συνομιλία αυτή έλαβε χώρα στις πέντε και μισή το απόγευμα. Μια ώρα μετά είχα μεταθέσει την παπαδιαμαντική εκδήλωση κατά μία εβδομάδα, είχα αλλάξει και τα εισιτήρια για το νησί, και είχα στείλει ένα δεύτερο μήνυμα, με τίτλο «Change of Plans», που στα ελληνικά θα τον αποδίδαμε ως καλή αλλοίωση ή ως παλινωδία του Μαργαρίτη.

Την «Παλινωδία του Παπαδιαμάντη» ο Ράμφος την εντάσσει σε έναν τόμο με τον γενικό τίτλο Τριώδιον, αυτό που ανοίγει με την ευχή του Τελώνη, ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῶ καί ἐλέησόν με, τέλειο τρόπο για την έκφραση της μετάνοιας.

Η μετάνοια είναι το αληθινό όνομα της παλινωδίας, που βρίσκω την ετυμολογία της στο λεξικό, εκ του πάλιν και ωδή, και της αλλοιώνω το νόημα, ερμηνεύοντάς την ως την παραφορά ενός που άδει στον Άδη πάλιν και πολλάκις την αναστάσιμη ωδή.

Ιδού το έργο του Νίκου Πεντζίκη, ιδού ο τρόπος του, που ο πατήρ Στυλιανός τον λέει ιερό παραλήρημα. Σαν τη γλωσσολαλία της Πεντηκοστής, στην οποία έχω ποντάρει κι εγώ τον θρίαμβο της αποψινής ομιλίας.

Αλίμονο: «Δεν λογαριάζω μονάχα ότι μπορεί να έγινα υπέρ το δέον επαχθής και κουραστικός, αλλά επίσης ότι, μιλώντας για την αδειανή απόσταση μεταξύ του Κυρίου και της αμαρτωλής, που οφείλουν οι πράξεις μετανοίας να γεμίσουν, πιθανόν να σας αποθάρρυνα, γιατί του καθενός μας οι δυνάμεις είναι μετρημένες και ολίγες».

Αυτά γράφει ο Νίκος Πεντζίκης στη μαρτυρία με τίτλο «Υποσυνειδήτου κλίμαξ και σουρρεαλισμός», ιστορώντας την εικόνα του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα πάνω από το φρέαρ, με το κενό του οποίου παρομοίασα την απόσταση ανάμεσα σε Δημακούδη και Μαρτυρίες, όπως αποκαθίσταται με την έκδοση των έργων σε δύο αυτόνομους τόμους.

Το μεταξύ τους απέραντο διάστημα θα το καλύπτουν δύο πράξεις μετάνοιας, που είναι η γραφή του Πεντζίκη και η δική μας ανάγνωση. Κι αν οι δυνάμεις είναι λίγες, δεν συντρέχει λόγος απόγνωσης: «Αυτό», λέει ο Πεντζίκης, «δεν θα ’ταν σωστό. Πάνω από το άνοιγμα καθαρότατα διακρίνεται η καμπύλη που ενώνει τον κάθε θνητό με τον Θεό».

Την καμπύλη ο συγγραφέας την ταυτίζει με κάποιαν Ελένη, διότι στην απαρχή του κειμένου ανέφερε τον ποιητή Σαραντάρη, ο οποίος, καίτοι μύωπας, σαν τον τυφλό Στησίχορο, παρομοίασε την Ωραία Ελένη με καμπύλη που αγκαλιάζει την κτίση.

Η καμπύλη που αγκαλιάζει και τον Κτίστη μαζί είναι, κατά Πεντζίκη, εκείνη «η μικρή Ελένη που κάθεται και κλαίει, γιατί δεν την παίζουν οι φιληνάδες της», και κλαίει επίσης για τα βάσανα και τους καημούς των ανθρώπων, που δεν έχουν τελειωμό.

Η συμβατική έννοια της παλινωδίας είναι βεβαίως η ανάκληση, η αναθεώρηση λόγων που έχουμε πει. Στην πατρίδα μου, ωστόσο, η ανάκληση, το ’νεκάλημαν, είναι κυρίως το πένθος, τα δάκρυα της μικρής Ελένης, που αποκαθιστούν αυτομάτως το φως, όπως στην τελευταία παράγραφο της μαρτυρίας χαμού με τίτλο «Ο μοναχός στη βρύση».

«Καθαριστική πηγή απ’ τα μάτια, για τον πόνο των ανθρώπων, ρέουν άφθονα τα δάκρυα, παραλλάσσουν την όραση. Βλέπει διαφορετικά, μέσα στο τίποτα, στο τρύπιο πιθάρι, αναμφισβήτητη, μιαν άλλη πραγματικότητα».

Πρόκειται για την πραγματική πραγματικότητα, που πρώτη την είδε η αμαρτωλή στη βρύση, η Σαμαρείτιδα, όταν αξιώθηκε να αναγνωρίσει τον Χριστό ως Θεό: ήταν μια επιφάνεια που η γυναίκα δεν την αποσιώπησε, παρά την ανήγγειλε με ιερό παραλήρημα, μεθυσμένη από ύδωρ λάλον και ζων.

Να γιατί η Εκκλησία μας τιμά τη Σαμαρείτιδα ως αγία Φωτεινή.

Αυτήν μιμείται ο Νίκος Πεντζίκης, υμνώντας τη ζώσα πραγματικότητα με έναν από καταβολής νέο τρόπο έκφρασης, στον οποίο έχω δώσει κατά καιρούς περί τα 857 ονόματα, αλλά σήμερα θα τον πω ησυχαστικό ρεαλισμό της αγάπης.

Μάλιστα, έχω τη φρικτή υποψία ότι τον τρόπο αυτόν ο Πεντζίκης τον τελειοποιεί μετά την ανάσταση του Δημακούδη στην Κυρία Έρση, με σημείο καμπής το έτος 1967, όταν αρχίζει την καθημερινή εργασία του στον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου, βιβλίο για το οποίο έγραψε και μιαν από τις πιο αγαπημένες μου φράσεις σε όλο το έργο του, που την παραθέτω εκ στήθους, ότι διαβάζοντας αυτόν κανείς παύει να αισθάνεται μόνος.

Ο τόνος λοιπόν διολισθαίνει στη λήγουσα, και ο μονάχος στο ποτάμι γίνεται τώρα μοναχός στη βρύση, μια μετατόπιση που ισοδυναμεί με ύψιστη πράξη μετάνοιας, κίνηση εκ του θανάτου εις την ζωήν, και στεφανώνει τον Νίκο Πεντζίκη με το εγκώμιο που του έπλεξε ο πατήρ Στυλιανός όταν τον αποκάλεσε Σχολιαστή της Όγδοης Ημέρας. Θα είναι μάλλον ο Μάιος, η μία και θεοτόκος ημέρα, εορτή εορτών και πανήγυρις πανηγύρεων.

Για τη δική μου παρουσία στη γιορτή εκφράζω βαθύτατη ευγνωμοσύνη προς τον Γαβριήλ Πεντζίκη και τον Δόμο, και σε εσάς που με ακούσατε, και που φαντάζομαι ότι θα ανυπομονείτε για τη συνέχεια, την επανέκδοση όλων των έργων του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, πιθανότατα το σημαντικότερο εκδοτικό γεγονός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

«Η συνέχεια» είναι ο τίτλος της τελευταίας από τις Μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας, ενός κείμενου τεσσάρων σελίδων, απέραντης καμπύλης που καλύπτει το κενό ανάμεσα στα έτη 1935 και 1977. Μιλώ για την υπερεκχείλιση του φωτός.

Τη βλέπω, δηλαδή, και τη μαρτυρώ: «Σε αναγνώρισα. Σε είδα να σκορπάς λουλούδια στη μνήμη μου στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχα πνιγεί. Έλαβα το πιτάκιό σου και σ’ ευχαριστώ. Έχω σωθεί. Κρατώ τα τεκμήρια της αγάπης σου σωσίβιο».

Χτες λοιπόν έβρεχε. Σήμερα όμως είναι ηλιακάδα. Ο Αντρέας άνθισε. Χαίρετε εν Χριστώ αναστάντι.

Ζωγράφου, 28-29 Απριλίου 2023

⸙⸙⸙

[Με εξαίρεση δύο παραγράφους τις οποίες παρασιώπησα για λόγους οικονομίας (και τις αποκαλύπτω εδώ), το παρόν κείμενο είναι η ομιλία που εκφώνησα στη 19η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (4 Μαΐου 2023), σε εκδήλωση για την επανέκδοση από τον Δόμο των έργων του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Αντρέας Δημακούδης και Μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας.]


[1] Πρόκειται για τον τόμο: Ν.Γ. Πεντζίκη, Αντρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας, ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 21988. Από εκεί αντλώ όλα τα παραθέματα που ακολουθούν, και που θα μου επιτρέψετε να μην τα συνοδεύσω με τις αντίστοιχες υποσημειώσεις, εφόσον ο τόμος έχει πλέον αντικατασταθεί από την έκδοση του Δόμου, αλλά και χάριν μιας πιο απρόσκοπτης ροής του κειμένου.

[2] Ηλίας Γιούρης, Η ποιητική του Ν.Γ. Πεντζίκη, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σ. 83, υποσημείωση υπ’ αριθμόν 5.

[3] Βλ. Στέλιου Ράμφου, Τριώδιον. Τόπος υπερουράνιος, Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη. Μελέτη θανάτου, Αρμός, Αθήνα 1995, σ. 39-97.

[4] Πρόκειται για το βιβλίο του γράφοντος με τίτλο: Το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα. Ο υπαρξιακός ρεαλισμός στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αρμός, Αθήνα 2021.

[5] Αντιγράφω το παράθεμα από το: Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, Ο Πεντζίκης του επέκειντα και του ενθάδε, Δόμος, Αθήνα 1994, σ. 21.

[6] Στέλιου Ράμφου, ό.π., σ. 62.

[7] Οφείλω στον Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη την επισήμανση για τον τύπο ηλιακάδα, που τον παρέθετα εδώ κι εκεί ως λιακάδα, διαβάζοντας χωρίς να βλέπω μπροστά μου.

[8] Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, ό.π., σ. 21.

[9] Ηλίας Γιούρης, ό.π., σ. 83, υποσημείωση υπ’ αριθμόν 5.

[10] Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, ό.π., στο κεφάλαιο-κείμενο με τίτλο «Πεντζίκης, ο σχολιαστής της Όγδοης Ημέρας», σ. 47.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή