Εύη Γεροκώστα

Άνεμος και χρυσόσκονη
(Κωστής Γκιμοσούλης, 1960-2023)

Κάτι σαν αρχή

«Δύσκολο να συγκινήσεις πλέον τους ανθρώπους. Γιατί; Έχουν φάει πολλά ψέματα, και κυρίως τα δικά τους.»
Έτσι λέει ο Κωστής. Εκείνος όμως τούς συγκινεί όλους. Μικρούς, μεγάλους, δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς. Συγκινεί με όσα γράφει, με όσα λέει, με τις σιωπές του, με τον τρόπο που κοιτάζει.

Οι συνήθειες

Ξέρει πάντα τι κάνει. Κι όταν δεν ξέρει, πάλι το κάνει.
Το χάζεμα. Μεγάλη τέχνη, δύσκολη η κατάκτησή της.
Το περπάτημα –δυσκόλεψε, ποτέ όμως δεν σταμάτησε.
Η γυμναστική –πρωινή τελετουργία.
Οι επαναλήψεις που, όπως έλεγε, μας «φτιάχνουν».
Οι ταινίες –πιστό σκυλί του σινεμά.
Οι ζωγραφιές, που ξεκίνησαν σαν παιχνίδι κι έγιναν καθημερινότητα.

Τα σύνεργα

Μικρά σημειωματάρια –χωρίς γραμμές– για τα λόγια.
Μαρκαδόροι –κόκκινο, τιρκουάζ, μοβ, πράσινο– για τις ζωγραφιές.
Μαξιλάρι στο πάτωμα ή στο μπαλκόνι.
Μουσική –ανάλογα με το ξύπνημα αλλάζουν οι προτιμήσεις.
Καφές στο ταλαιπωρημένο μπρίκι, στην κόκκινη καφετιέρα ή στο κίτρινο στέκι.
Λάφυρα –μια πέτρα, μια φωτογραφία, ένα φεγγαράκι ζωγραφιστό, το φουλάρι που παραλίγο να το πάρει ο άνεμος.
Βιβλία. Βιβλία. Βιβλία.
Όλα γύρω του για να τα βλέπει, να τα νιώθει, να θυμάται και να ονειρεύεται.

Τα καταφύγια

Το σπίτι –πάντα το σπίτι.
Οι δύο γειτονιές –ευτυχώς πλάι πλάι– και ο λόφος που τις φέρνει ακόμα πιο κοντά.
Ο άλλος λόφος, με τα μυστικά μονοπάτια και τους επτά θρόνους.
Το αγαπημένο του βουνό, που κονταροχτυπήθηκε με αγάπες θαλασσινές.
Το χωριό που του άνοιξε την αγκαλιά του έναν χρόνο πριν –η ανάσα του έγινε ξαφνικά πιο μεγάλη.
Τα ρούχα και τα σκεπάσματα που μεταμόρφωσαν σπίτι και ύπνο.

Οι συνένοχοι

Τα παιδιά και τα ζώα –έχει τον τρόπο του πάνω του να κολλάνε και ποτέ να μην ξεκολλάνε.
Οι δύο ουράνιες Ουρανίες.
Οι φίλοι των πολλών χρόνων ή της μίας και μοναδικής συνάντησης.
Οι σοφοί, κυρίως αυτοί που δεν ξέρουν ούτε να διαβάζουν ούτε να γράφουν.
Οι άφοβοι που δουλεύουν με τα χέρια τους.
Οι παραμυθάδες του χαρτιού, του στόματος και της ζωής.

Τα παράξενα που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ

Γράφει χωρίς ποτέ να θεωρεί ότι κάνει κάτι σημαντικό. Μικρά και μεγάλα κείμενα, ποιήματα, στιχάκια για παιδιά, παραμύθια.
Με δυο λόγια δίνει απαντήσεις για τα πάντα. Για το γράψιμο, τα βιβλία, τον έρωτα, τα πάθη, τη λύπη, την αφήγηση, τα ταξίδια, το λογικό και το παράλογο. Ακόμα και για τον θάνατο.
Ακούει πολλά και όμορφα. Λέει λίγα και ομορφότερα.
Εκεί που όλα μοιάζουν αξεπέραστα και μαύρα σαν τη νύχτα, εκείνος σκαρφίζεται αστεία και παιχνίδια που κάνουν τα δάκρυα να χαμογελούν πλατιά.
Κάποτε χάρισε δύο λευκά τριαντάφυλλα σε δύο θλιμμένα γυναικεία πρόσωπα. Το πρώτο μαράθηκε μετά από δυο-τρεις μέρες. Το δεύτερο μετά από 34. Ήξερε ότι το πρώτο το έδωσε στην πιο γενναία.

Κάτι σαν κλείσιμο (τέλος δεν υπάρχει)

Ίσως είμαι η τελευταία που θα έπρεπε να μιλήσει. Είναι από τις σπάνιες φορές που θα φερθώ εγωιστικά και τα πολλά θα τα κρατήσω για μένα.
Ζήσαμε εύκολα και δύσκολα, μαγικά και σκοτεινά. Όχι, όχι επίθετα. Ζήσαμε. Κι αυτό είναι αρκετό (πόσες φορές με κορόιδευε γι’ αυτή τη φράση).
«Άνεμος και χρυσόσκονη ανάμεσα στον κόσμο.» Έτσι είπε κάποτε για μας. Στιγμή δεν αναρωτήθηκα ποιος μπορούσε να είναι το πρώτο και ποιος το δεύτερο.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή