Σπύρος Γιανναράς, Με ραμμένη φτέρνα. Μυθιστόρημα περιπλάνησης (ή περί-πλάνης ιστόρημα), Άγρα, Αθήνα 2023.

Το μυθιστόρημα περιπλάνησης του Σπύρου Γιανναρά στην Αθήνα του θέρους του 2015, μέσα στα capital controls, τον διχασμό του πολιτικού σώματος, αλλά και τις φασιστικές επιθέσεις σε μετανάστες, δεν περιγράφει μια άκοπη και ανέξοδη φλανερί. Ο κεντρικός ήρωας, ο κειμενογράφος Σωτήρης Κριεζώτης, έχει πρόσφατα υποστεί ρήξη αχίλλειου τένοντα, με αποτέλεσμα η περιδιάβασή του στην «περίπυστη» πόλη των Αθηνών να αποτελεί μία οδό του μαρτυρίου, την προσωπική viam dolorosam ενός ευάλωτου ανθρώπου, που έχει βρεθεί σε μία κρίσιμη καμπή της ζωής του, καθώς η περιπέτεια της υγείας έφερε την απόλυση από την εργασία του και αυτή με τη σειρά της τον χωρισμό από τη μακροχρόνια σχέση του. Ο άνεργος και όχι άεργος φλανέρ θα περιφέρεται στο εξής στην πόλη ως Αχιλλεύς χτυπημένος στην πτέρνα του, αλλά και ως Οιδίπους, με οίδημα στο ραμμένο του πόδι, που αναζητεί τη συνθήκη του ιώβειου «ευλογημένου» ανθρώπου μόνο μέσα από την τραγωδία αυτοσυνειδησίας μιας μιασματικής παρουσίας στο άστυ. Ο δρόμος του είναι «αυτεπίστροφος» (σ. 330), καθώς η οδύνη είναι η οδός της γνώσης και το βίωμα η προϋπόθεση της μυθοπλασίας. Όπως στην πλατωνική Πολιτεία, η πόλις είναι ο μακρόκοσμος του εαυτού και η πορεία εντός της αποτελεί μεταφορά για τη ζωή που μπορεί να υπάρξει μόνο ως διαμεσολαβημένη από τη γραφή και την αφήγηση.
Η λογοτεχνία συμπίπτει μεν με τη ζωή, πλην η γραφή είναι ένα «φιδίσιο πουκάμισο» (σ. 61) που αποτίθεται, καθώς ο,τιδήποτε καταγράφει έχει ήδη γίνει παρελθόν, ένα παρελθόν πάντως που δεν είναι τελεσίδικα απερριμμένο, αλλά φασματική παρουσία σε έναν θρυμματισμένο εαυτό. Ο «αυτεπίστροφος δρόμος» αποδίδεται από μία «εξίτηλη κυκλοφερή γραμμή ή γραφή όλο σαλιαρίσματα», σαν την πορεία ενός σαλιγκαριού μέσα από το σάλιο του. Η περιπλάνηση δεν είναι α πριόρι άσκοπη, όπως η ιδεοτυπική φλανερί, αλλά χωλή και ανακυκλούμενη γύρω από την απώλεια και το τραύμα, διαθέτοντας τη δική της αγωνία για την απώλεια του στόχου της ή του κέντρου της, κατά τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Οι δρόμοι είναι, κατά την έκφραση του Paul Celan, «παρακαμπτήριοι που ξεκινούν από εσένα και καταλήγουν σε εσένα […] δρόμοι στους οποίους η γλώσσα γίνεται φωνή, […] συναντήσεις, δρόμοι μιας φωνής προς ένα Εσύ που την αντιλαμβάνεται, […] ένας τρόπος αναζήτησης του εαυτού, ένα είδος επιστροφής στην πατρίδα, μια παλιννόστηση».
Ο κειμενογράφος ήρωας είναι ένας πτερναλγής πρόσφυγας μέσα στην ίδια του την πόλη, ένας οιδιπόδειος ξένος σε συντονισμό με τις οδύνες όλων των μεταναστών που έχει τύχει να βρουν την Αθήνα μέσα στη δυσχερή πορεία τους. Είναι «απόπτολις» (σ. 231), εκφράζοντας μια συλλογική εμπειρία έκπτωσης από τον τρόπο της πόλεως, καθώς η ίδια η Αθήνα έχει μετατραπεί σε έναν «άτοπο τόπο» αγωνιωδών μοναχικών περιπλανήσεων γύρω από ένα χαμένο κέντρο. Δεν είναι μυθιστορηματικός αντιήρωας, αλλά ένας μη ήρωας, ένας «ούτις» Οδυσσέας του άστεως, ένα τίποτα σαν το υγροποιημένο μηδέν της Coca Cola Zero, ένας ανίκανος για τα στοιχειώδη της απρόσκοπτης μετακίνησης, ένας χολωμένος χωλός που δεν βρίσκει γιατρειά (σ. 118), ένας Σωτήρης που δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του. Εκφράζει έτσι τη συνθήκη τού να είσαι Αθηναίος σήμερα, καθώς «Αθηναίος είναι αυτός που δεν σηκώνει ποτέ τα μάτια προς την Ακρόπολη» (σ. 220). Σε μια πόλη που λόγω απώλειας κέντρου έχει μετατραπεί σε λαβύρινθο, όταν δεν είναι κατά τρόπο αντιστρόφως συγγενή μια έρημος που τη διαβαίνουν αστικοί Τουαρέγκ (η λέξη ετυμολογικώς σημαίνει «ελεύθερος άνθρωπος, αριστοκράτης, άρχοντας» ή, εναλλακτικώς, «περιπλανώμενος ληστής») ή, έστω, σε ένα ερειπωμένο καφκικό κάστρο, ο πλάνης με κρίση αυτεξουσίου πορεύεται σαν τα αδέσποτα ζώα, σαν τα ανέστια σκυλιά, όταν οι συμπολίτες του διάγουν βίο στρουθοκαμήλου. Βρίσκει τα άγρυπνα ποτήρια τις νύχτες και παρατηρεί τους χορτοφάγους κανίβαλους της σύγχρονης βιοτής και τους ερασιχρήματους ραγιάδες, ανιχνεύοντας ταυτόχρονα τους εκτός Εκκλησίας αγίους στην εποχή που έχει χάσει τους Αγίους Τόπους της. Ο πρωταγωνιστής διαλέγεται με έναν χορό σαν από αρχαία τραγωδία, ο οποίος κατά κανόνα τον συνοδεύει καταγγελτικά, όπως ο Μεφιστοφελής τον Φάουστ, ή τον προσγειώνει, όπως ο Σάντσο τον Δον Κιχώτη· και στα χορικά αυτά ο Σπύρος Γιανναράς μας δίνει προτάσεις με εξαιρετική ρυθμικότητα και ποιητικότητα, αντλώντας από αρχέγονους θησαυρούς της ελληνικής γλώσσας, κάτι που αποτελεί ούτως ή άλλως, ακόμη και στα πιο πεζά μέρη, σημαντική αρετή του έργου.
Το εγχείρημα της γραφής ως αποτύπωσης της κυκλοφερούς πλάνης μέσα στην πόλη δεν αποτελεί αναζήτηση του χαμένου χρόνου, όπως στον Προυστ, αλλά ένα κτέρισμα που εναποτίθεται στον τάφο ενός θρυμματισμένου εαυτού, επ’ ελπίδι αναστάσεως. Η πάλη με το αενάως δημιουργούμενο διά της γραφής παρελθόν δείχνει μια οδό προς το μέλλον, για αυτό και ο Έλληνας Αχιλλεύς, Οιδίπους ή Οδυσσεύς της κυκλοτερούς πορείας παλιννόστησης προς την αυτογνωσία του εαυτού συνυπάρχει με τον βιβλικό Λάζαρο, Ιώβ και Αβραάμ που εγκύπτουν στον θάνατο ως παράδοση μαζί και επίκληση στη σωτηρία που υπαινίσσεται το όνομα του μη ήρωα (Σωτήρης). Και είναι αυτή η συνύπαρξη του ελληνικού με το εβραϊκό στοιχείο που καθιστά το έργο ένα γνήσιο νεοελληνικό μυθιστόρημα, μαζί βεβαίως και με την πρόσληψη ιδιαζόντων στοιχείων της νεοελληνικής συνθήκης, όπως το Θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη σε μια άκρως υπαρξιακή εκδοχή του ή η αναδίφηση περιστατικών του αγώνα του 1821 όπου διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο Νικόλαος Κριεζώτης, παρουσιαζόμενος ως μακρινός πρόγονος του πρωταγωνιστή. Συνδέοντας το 1821 με το 2015, ο Σπύρος Γιανναράς μελετά τις εντάσεις του Νέου Ελληνισμού μεταξύ Δύσης και Ανατολής, αντίστασης και αυταρχισμού, ομοψυχίας και διχασμού, φιλοξενίας και εξοστρακισμού του ξένου.

