Γαβριὴλ Νικολάου Πεντζίκης

Εὐρύχωρο μνημόσυνο εὐρυχωρίας

Ὀγδόντα ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Ἀντρέα Δημακούδη, τριάντα χρόνια καὶ ἕξι μῆνες ἀκριβῶς μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη, ἡ ἀποψινὴ συνάντηση σκοπό ἔχει νὰ τιμήσει τὸν συγγραφέα μὲ γνώμονα τὰ ὅσα λέει ὁ ἴδιος γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχτηκαν ποτὲ τὰ τοῦ Εὐαγγελίου, σὰν ψυχρὲς ἀντικειμενικὲς ἀλήθειες, ὑποκείμενες σὲ παντὸς εἴδους ἀμφισβητήσεις, ἀλλὰ σὰν γαμήλιο πανηγυρικὸ ἑορτασμὸ τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο[1].

Τὸ ἑτερόκλιτο τῶν ὁμιλητῶν τῆς ἀποψινῆς ἐκδήλωσης (κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἠθοποιός, μουσικοὶ καὶ τραγουδοποιοί, ζωγράφος, ποιητὴς καὶ πεζογράφοι) ἐπιδιώκει νὰ ἀπηχήσει τὸ σχόλιο τοῦ ΝΓΠ, σ’ ὅλους τοὺς ἀσχολούμενους μὲ τὶς λεγόμενες καλὲς τέχνες, ἡ κηπευτικὴ τοῦ ὑποσυνείδητου εἶναι κοινὴ καὶ ἀνάλογη.[2]

Ὁ Σύλλογος τῶν Ἀθηναίων, ποὺ φιλοξενεῖ τὴν ἐκδήλωση, εἶχε ἤδη 13 χρόνια λειτουργίας πίσω του ὅταν γεννήθηκε ὁ ΝΓΠ, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίστηκε «Μνήμης λειτουργός», καὶ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ φανταστῶ πιὸ ταιριαστὸ χῶρο ἀπὸ τὴν αἴθουσα αὐτὴ ποὺ συμπυκνώνει τὴ νεότερη μνήμη τοῦ  κλεινοῦ ἄστεως.

Σὰν κόλλυβα μνημόσυνου προσφέρονται στὴν ἀποψινὴ ἐκδήλωση τρία ἔργα τοῦ ΝΓΠ σὲ νέες ἐκδόσεις σχολιασμένες ἀπὸ τὴν ἐλαχιστότητά μου. Εἶναι ὁ Ἀντρέας Δημακούδης, οἱ Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας καὶ ἡ Ὁμιλία. Ὁμιλία εἶναι ἐπετειακὴ ἔκδοση γιὰ τὰ 30 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ συγγραφέα. Πρόκειται γιὰ τὴν Ἀναφορὰ στὸ Συναξάρι τῆς 19ης Ὀκτωβρίου, πεζὸ τοῦ 1988, ποὺ ἐπανεκδίδεται[3] συνοδευόμενο τώρα ἀπὸ ἠχητικὸ ντοκουμέντο ὅπου ἀκοῦμε τὸν συγγραφέα νὰ διαβάζει τὸ κείμενο κατὰ τὴν τελετὴ ἀναγόρευσής του σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα τοῦ ΑΠΘ.[4]

Στὴν ἠχογράφηση αὐτὴ ἀκούγεται ὁ ΝΓΠ νὰ λέει ὅτι Ἂν δὲν ἦταν οἱ Ἁγιορεῖτες, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τελειώσω αὐτὸ τὸ θέμα καὶ Κατ’ ἀρχὴν θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι τὰ συναξάρια δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θεωροῦνται ὡς ἁπλὰ ἀφηγήματα ἀλλὰ ὡς ἀφορμὲς ἐλέγχου τῆς ἀγάπης ποὺ κρύβει τοῦ καθενὸς ἡ ὑπόσταση.

Ἡ ὁμολογία αὐτὴ τοῦ 1988 πόρρω ἀπέχει  ἀπὸ τὴν πρώτη του ἐπαφὴ μὲ Ἅγιον Ὄρος καὶ Συναξαριστή: ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1933 πρωτοπῆγα στὸ Ἅγιον Ὄρος, γράφει, διατηροῦσα εἰσέτι πολλὲς βεβαιότητες διὰ τὸ συμπαγὲς σχῆμα τοῦ ἐγώ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ, θυμᾶμαι, ἔκλεισα ἀμέσως τὸν Συναξαριστὴ ποὺ εἶχα πάρει νὰ διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τὰ γραφόμενα ὡς μωρολογίες, ὅταν συνάντησα τὴ φράση πὼς ἕνας ἅγιος ἀπὸ βρέφος ἔδειχνε ὅτι θὰ γινόταν εὐσεβής, ἀποποιούμενος τὸ μαστὸ τῆς μητέρας του καὶ νηστεύοντας κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή.[5]

Δύο χρόνια μετὰ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ 1935, ὁ ΝΓΠ πρωτοεμφανίζεται στὰ γράμματα μὲ τὸ μυθιστόρημα Ἀντρέας Δημακούδης. Ἑνας νέος μονάχος, ποὺ κυκλοφορεῖ μὲ ψευδώνυμο.

Εἶναι ἔργο κάπως διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη συγγραφικὴ παραγωγὴ τοῦ ΝΓΠ, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι τηρεῖ συμβάσεις τοῦ μυθιστορηματικοῦ εἴδους, πρόσωπα, πλοκή, ἑνότητα χώρου καὶ χρόνου. Γόνιμα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ παρομοιάσει μὲ τὰ ἱστορικὰ μυθιστορήματα ποὺ ἔγραψε ὁ Παπαδιαμάντης πρὶν τὴ στροφή του στὸ διήγημα.

Ἡ δεύτερη ἔκδοση τοῦ Ἀντρέα Δημακούδη κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς Ἀγροτικὲς Συνεταιριστικὲς Ἐκδόσεις τὸ 1977 καὶ ἐγκαινίασε σειρὰ ἐπανεκδόσεων παλαιότερων ἔργων ποὺ συχνὰ συστεγάζονται μὲ ἄλλα παρεμφερῆ μεταγενέστερα κείμενα[6].

Στὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ Ἀντρέα Δημακούδη συστεγάστηκαν οἱ Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, κείμενα ποὺ καλύπτουν ὅλο τὸ φάσμα τῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ ΝΓΠ ἀπὸ τὸ 1935 ἕως τὸ 1977 μὲ γνώμονα τὴν πορεία μιᾶς ζωῆς, ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση στὴν αἰσιοδοξία ποὺ μπορεῖ νὰ χαρίσει ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη, πλημμυρώντας τὴν πάσχουσα ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, ὅπως γράφει ὁ συγγραφέας στὸ προλογικό του σημείωμα.[7]

Στὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ποὺ τελέστηκε σήμερα 13 Ἰουνίου στὸν ναὸ τοῦ Πρωτάτου στὶς Καρυές, μνημονεύτηκαν, ὅπως πάντα, οἱ κτήτορες βασιλεῖς Νικηφόρος καὶ Ἰωάννης. Μνημονεύτηκε ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας.

Οἱ βασιλεῖς Νικηφόρος καὶ Ἰωάννης εἶναι οἱ αὐτοκράτορες Νικηφόρος Φωκᾶς καὶ Ἰωάννης Τσιμισκής. Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ξεκίνησε τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς πρώτης μονῆς τοῦ Ἄθω, τῆς Μεγίστης Λαύρας. Εἶχε σκοπὸ νὰ ἐγκαταλείψει παλάτι κι ἐγκόσμια καὶ ν’ ἀποσυρθεῖ ἐκεῖ ὡς μοναχός. Δὲν πρόλαβε νὰ καρεῖ μοναχός, δὲν πρόλαβε κἂν νὰ δεῖ ὁλοκληρωμένο τὸ ἐγχείρημα τῆς ἀνοικοδόμησης, γιατὶ τὸν δολοφόνησε ὁ Ἰωάννης Τσιμισκής, ποὺ ἀνέβηκε στὸν θρόνο καὶ συνέχισε τὴν ἀνοικοδόμηση.

Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος, μάρτυς τοῦ 2ου αἰώνα,  εἶναι γνωστὸς γιὰ τὴ ρήση του: Πάντες οἱ πρὸ Λόγου μετὰ λόγου βιώσαντες, χριστιανοί εἰσίν.

Δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ πιὸ κραυγαλέα παραδείγματα τῆς εὐρυχωρίας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τιμᾶ τὸ θύμα καὶ ταυτόχρονα τὸν φονιά του, ποὺ εἶναι ἕτοιμη νὰ δεχτεῖ ὡς τέκνα της τοὺς εἰδωλολάτρες διῶκτες της. Σαστίζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ σὲ τόση εὐρυχωρία. Ἀλαλιάζει ἀπὸ τὶς ἀντιφάσεις.[8]

Τὴν εὐρυχωρία αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης τὴ βιώνει μὲ μιὰ σωματικὴ αἴσθηση ὅπως γράφει στὸ δοκίμιο «Ἔρως τῆς Ἐκκλησίας» ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1962. Στὸ δοκίμιο ἡ αἴσθηση ἀναφέρεται ἐλλειπτικά. Ἀντίθετα, 25 περίπου χρόνια μετά, στὴν τηλεοπτική ἐκπομπή «Μονόγραμμα»[9], ὁ ΝΓΠ μιλᾶ ἐκτενῶς γιὰ τὴν παραίσθηση ἐκείνη, γιὰ τὸ πῶς εἶδε τὸ δεξί του χέρι μεταμορφωμένο σὲ ναὸ τυλιγμένο σὲ χρυσὸ φῶς, γιὰ τὸ πῶς οἱ παραισθήσεις τῶν λαϊκῶν διαφέρουν ἀπὸ ἐκεῖνες τῶν ἀσκητῶν γιατὶ περιβάλλονται ἀπὸ χρυσὸ φῶς ἐνῶ τῶν ἀναχωρητῶν ἀπὸ γαλαζωπό θαβώρειο φῶς, γιὰ τὸ πῶς ὅλα χωροῦν στὴν Ἐκκλησία –κάποια στιγμὴ βλέπει μιὰ γυναίκα νὰ πηγαίνει τὰ πτύελα τοῦ γιοῦ της γιὰ μικροβιολογικὴ ἐξέταση καὶ τῆς φωνάζει νὰ ἔρθει γιατὶ ἀκόμη καὶ τὰ πτύελα χωροῦν στὴν Ἐκκλησία[10].

Τριάντα πέντε χρόνια πρὶν τὸ βίωμα αὐτὸ τῆς εὐρυχωρίας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ΝΓΠ βιώνει μιὰν ἄλλη ἀποκάλυψη, τὴν εὐρυχωρία τῆς φύσης.  Ὁ Ἀντρέας Δημακούδης πάει ἐκδρομὴ γιὰ νὰ συλλέξει φυτολογικὰ δείγματα.

Χάρηκε ὅταν ἔχασε τὸν δρόμο καὶ ἔφτασε σκαλωμένος σ’ ἕναν βράχο νὰ κινδυνέψει. Ἐκεῖ σὲ μιὰ σχισματιὰ βρῆκε δυὸ λουλούδια. Ἦταν μονοκοτυλήδονα τῆς οἰκογενείας τῶν κρινοειδῶν. Τὸν ἀκριβὴ προσδιορισμό τους θὰ ἐπιτύγχανε στὸ κατάλυμα ἀργότερα. Τὸν ἐνθουσίασε ὅμως ἡ λεπτομέρεια ὅτι καὶ τὰ δύο, ἐνῶ ἦταν ὅμοια στὴ γενικότητά τους, διέφεραν. Τοῦ ἑνὸς ὁ ὕπερος σχηματίζονταν ἀπὸ 6 καρπόφυλλα, ἐνῶ τοῦ ἄλλου μόνο ἀπὸ 5. Ἀνάλογα ἐλαττώνονταν καὶ ὁ ἀριθμὸς ἀπὸ τοὺς στήμονες ἀπὸ 6 σὲ 5, δίχως μ’ αὐτὸ νὰ καταστρέφονται τὰ κοινὰ σημεῖα τῆς μορφῆς καὶ τῶν δύο. Ἐπρόκειτο γιὰ φυτὸ τοῦ ἰδίου εἴδους, ποὺ ἕνα ἄτομό του, ἄγνωστο γιὰ ποιούς λόγους καὶ αἴτια, εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὸν σταθερὸ κανόνα τοῦ εἴδους σὲ μιὰ πιθαμὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ ὑγιές, στὴν ἴδια βραχώδη σχισμή. Ἡ ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ἀντικειμένου παρατήρηση τοῦ ἱκανοποιοῦσε τὸν νοῦ, ἀναστέλλοντας κάθε ἀνησυχία τοῦ σώματος ἢ τῆς ψυχῆς.[11]

Nel mezzo del cammin di nostra vita

mi ritrovai per una selva oscura ·

ché la diritta via era smarrita,

Μεσοστρατὶς στῆς ζωῆς τὸ μονοπάτι,

σὲ σκοτεινὸ βρέθηκα δάσος,

γιατὶ ὁ ἴσιος δρόμος εἶχε χαθεῖ,

ἔτσι ἀρχίζει ἡ Θεία Κωμωδία τοῦ Δάντη. Κατ’ ἀναλογία, ὁ Δημακούδης χάνει τὸν δρόμο, βρίσκεται σὲ δάσος, σκαρφαλωμένος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, καὶ τὸ συμβὰν λαμβάνει χώρα περίπου στὸ μέσον τῆς ἀφήγησης.

Σὲ μιὰ σχισμὴ βράχου ὁ Δημακούδης βρίσκει δύο ἄτομα τοῦ ἴδιου φυτοῦ ποὺ ὅμως διαφέρουν στὸν ἀριθμὸ στημόνων καὶ καρποφύλλων. Τὸ γεγονὸς ὅτι μποροῦν νὰ συνυπάρχουν τοῦ ἱκανοποιεῖ τὸ νοῦ, ἀναστέλλοντας κάθε ἀνησυχία τοῦ σώματος ἢ τῆς ψυχῆς.

Τὸ μυθιστόρημα Ἀντρέας Δημακούδης. Ἕνας νέος μονάχος εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πρωιμότερες ἐκφάνσεις στὰ νεοελληνικὰ γράμματα τοῦ κοινωνικὰ ἀπροσάρμοστου ἀντι-ήρωα.

Πάγια σύμβαση τῶν μυθιστορημάτων μὲ κοινωνικὰ ἀπροσάρμοστους ἥρωες εἶναι ὅτι ὁ ἀπροσάρμοστος ἥρωας στὸ τέλος πεθαίνει, εἴτε ἐπειδὴ συντρίβεται ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο εἴτε ἐπειδὴ ἐντάσσεται σὲ αὐτὸ χάνοντας τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ τὴν ταυτότητά του.  Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸν Ἀντρέα Δημακούδη, ὁ ὁποῖος στὸ τέλος τῆς ἀφήγησης, γεμάτος ἀπὸ χαρά, πρώτη φορὰ χωρὶς κανέναν φόβο, πνίγεται στὸ ρεῦμα τοῦ μεγάλου ποταμοῦ.

Παρὰ τὴν ἀποκάλυψη τῆς εὐρυχωρίας τῆς Φύσης ποὺ βίωσε, ὁ Δημακούδης ἐπιλέγει τελικὰ τὰ μόρσιμα ὕδατα τοῦ μεγάλου ποταμοῦ ἀντὶ τοῦ ζῶντος ὕδατος. Τὸ γεγονὸς πρέπει ν᾽ ἀποδοθεῖ στὴν ὑπακοὴ τοῦ πρωτόλειου μυθιστορήματος στὶς συμβάσεις καὶ τοὺς κανόνες τοῦ λογοτεχνικοῦ εἴδους· κι αὐτὸ εἶναι τὸ συγγραφικὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα τοῦ ΝΓΠ: ἡ προδοσία τοῦ βιώματος χάριν λογοτεχνικῶν συμβάσεων, κι αὐτοῦ τοῦ ἁμαρτήματος τὸν ρύπο ξεπλένει ὅλο τὸ μεταγενέστερο συγγραφικὸ ἔργο του ὥσπου, στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης ὁ Ἀντρέας Δημακούδης τρόπον τινὰ ἀνασταίνεται.[12]

Ἀνάμεσα στὴν ἀποκάλυψη τῆς εὐρυχωρίας τῆς φύσης καὶ στὴ σωματικὴ αἴσθηση τῆς  εὐρυχωρίας τῆς Ἐκκλησίας, μεσολαβεῖ ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ὅταν, ὅπως γράφει ὁ ΝΓΠ στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, μιλώντας γιὰ τὸ ξεκλήρισμα τῶν Ἑβραίων τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς ναζί, ἀρρωσταίνοντας οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἐγωϊστικὴ φιλοδοξία, φοβοῦνται τοὺς   ζωντανοὺς  καὶ  προτιμοῦν   τὸ  πρόσωπο    τοῦ   πλησίον,   πού ʼναι   τὸ   δικό  μου,  δικό σου, δικό τους, νὰ τὸ ξέρουν πεθαμένο.[13] Τότε ἡ εὐρυχωρία φύσης κι Ἐκκλησίας δίνει τὴ θέση της στή στενότητα τοῦ χώρου: Ὅταν μέσα σὲ βαγόνια φορτηγὰ ΙΠΠΟΙ 9 – ΑΝΔΡΕΣ 58, μεταφέρονταν οἱ 45 χιλιάδες τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ ἐξοντώθηκαν, παρ’ ὅλο τὸν συνωστισμὸ ποὺ ἔδενε τὴ μιὰ ὕπαρξη μὲ τὴν ἄλλη καὶ τὰ δυὸ σώματα μαζὶ διακλαδίζονταν, σὲ ἄκρα σὰν πλεμάτια καμωμένα κουβάρι στὴν πελαγίσια δίνη, καμιὰ ἐκδήλωση ἐκ μέρους τῶν ἐπιβατῶν πού ʼχε φορτώσ’ ἡ βία, ἡ παραμικρότερη μετακίνηση δὲν ἐπιτρεπόταν, σὰ νά ʼχαν μεταβληθεῖ, ἀκόμα πρὶν φτάσουν στὸν ὄλεθρο ποὺ τοὺς ἀνέμενε τελικά, σὲ ἁπλὴ πραμάτεια, σωρὸ ἀπὸ ζευγάρια παπούτσια καὶ ροῦχα γυναικεῖα ἀνδρικά, οἱ ὑπάρξεις ποὺ θά᾽τρωγε ἡ φωτιά, στοιβαγμένους σωρούς, κατ᾽αὔξοντα ἀριθμὸ πτωμάτων, ποικίλων ἀποχρώσεων λόγῳ τῆς σήψεως.[14]

Σάμπως ἡ εὐρυχωρία νὰ εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ στενότητα τοῦ χώρου, ἔκλειψη ἢ διακοπὴ τοῦ φωτός.

Τὴν εὐρυχωρία τὴ συναντοῦμε πάντως καὶ στὸ ἔργο καὶ στὴ βιοτή τοῦ συγγραφέα. Στὸ ἔργο μὲ τὴ μορφὴ τῆς κειμενικῆς παραβατικότητας, τὴ χρήση δηλαδὴ διαφόρων ἐπιπέδων ὕφους ποὺ ἐπιτρέπει στὸν συγγραφέα νὰ παρουσιάσει τὴν ἱστορία τοῦ Βοϊλᾶ, γελωτοποιοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Μονομάχου, μὲ μορφὴ καὶ λεξιλόγιο καραγκιόζη. Στὴ βιοτή του ἐπίσης.

Ἐπὶ εἴκοσι πέντε  χρόνια, ἀπὸ τὸ 1967 ἕως τὸν θάνατό του τὸ 1993, ὁ ΝΓΠ συναναστρεφόταν καθημερινὰ τὸν Συναξαριστὴ τοῦἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη. Ἐκπόνησε μεγάλη, μεσαία καὶ μικρὴ περίληψη τοῦ ἔργου καὶ ἕνα σωρὸ συγγραφικὰ καὶ ζωγραφικὰ ἔργα αὐτῆς τῆς περιόδου ἕλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὸν Συναξαριστή. Ἡ ἔνταση τῆς συναναστροφῆς ἦταν τέτοια ποὺ θὰ τολμοῦσα νὰ τὴ χαρακτηρίσω συζυγία.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ εἰκονογραφία τῶν ὀρθόδοξων ναῶν ἔλκει μεγάλο μέρος τῆς θεματογραφίας της ἀπὸ τὰ Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἡ παράσταση «Ὕδωρ Ἐλέγξεως» ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου. Καὶ ἡ σκηνὴ τοῦ λουτροῦ τοῦ Θείου Βρέφους ποὺ συχνὰ εἰκονίζεται στὴν κάτω δεξιὰ γωνία τῶν ἀπεικονίσεων τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ προέρχεται ἐπίσης ἀπὸ ἀπόκρυφες πηγές.

Ἐνεργώντας μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐποχῆς του, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔκρινε τὴν ἀπεικόνιση τοῦ λουτροῦ ἀπαράδεκτη θεωρώντας ὅτι τὸ Θεῖο Βρέφος γεννήθηκε πεντακάθαρο, δίχως τὰ αἴματα τοῦ τοκετοῦ, καὶ προέτρεπε τοὺς μαθητές του νὰ ἀποξέουν τὴν εἰκόνα τοῦ λουτροῦ ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες.

Ἑνάμισυ αἰώνα ἀργότερα, ἔχοντας βιώσει τὸν ὄλεθρο τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ ΝΓΠ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τονίσει τὴν ἀπεικόνιση τοῦ λουτροῦ ὡς ὑπόμνηση τῆς σωματικότητας τοῦ Θείου Βρέφους, γιατὶ ἡ σωματικότητα αὐτὴ ἐγγυᾶται τὴ δική μας σωματικότητα, τὴ σωματικότητα ποὺ καταργεῖται ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταλήγει ἀφηρημένη ἔννοια καὶ ἰδεολόγημα, μὲ ἀποτέλεσμα ἀναπόφευκτο γενοκτονίες καὶ ὁλοκαυτώματα.

Οὔτε κατὰ διάνοια δὲν ἔψεξε ὁ πατέρας μου τὸν ἅγιο Νικόδημο. Ἐξακολουθοῦσε πάντα νὰ τὸν ἀγαπᾶ ὅπως ἀγαπᾶ ὁ ἐρωτευμένος τὸ ταίρι του. Ταυτόχρονα διόλου δὲν μετακινήθηκε ἀπὸ τὴ θέση του.

Ἴσως ἡ στάση αὐτὴ ἀντανακλᾶ τὴ διδαχὴ «ἁμαρτία ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρόν» ποὺ συναντοῦμε στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης. Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἔχει τὴ στιλπνότητα πατερικοῦ ἀποφθέγματος καὶ ἀναπόφευκτα γεννᾶ τὸ ἐρώτημα «ποιὸ εἶναι τὸ παρόν;».

Νομίζω ὅτι τὸ παρακάτω κείμενο, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ δοκίμιο «Ἄθως, ἡ δεύτερη πανοπλία» ἐξηγεῖ πῶς ἔβλεπε ὁ ΝΓΠ τὸ παρόν:

Σήμερα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴμαστε φανατικοὶ στὴν πίστη μας, ὅπως ὁ ἱερεὺς ἐξομολογητὴς τοῦ Γκόγκολ, μισαλλόδοξοι. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουμε πὼς θέλουν καὶ ἀγωνίζονται νὰ εἶναι χριστιανοί. Ἐναντίον κανενὸς δὲν ὁμιλεῖ ὁ χριστιανός. Τὰ πάντα παραδέχεται. Εἶναι ἀδελφὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ πρῶτος αὐτὸς ξέρει πόσο λίγο εἶναι ἱκανὸς νὰ δοξάσει τὸν Κύριο.

Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως δι’ ἀντιθέσεως πρὸς τοὺς κοσμικοὺς νὰ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας καὶ πίστη στὴν ἁγιώνυμη μοναχικὴ πολιτεία, τὴν ὥρα μάλιστα ποὺ οἱ παλαιοὶ ὀχυροὶ πύργοι τῶν μοναστηριῶν πρὸ πολλοῦ ἔπαψαν νὰ ἔχουν κανόνια, πρὸς ὑπεράσπιση ἀπὸ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ πειρατές.

Παράδειγμα ἄριστο πρὸς μίμηση ἀποτελεῖ ὁ μέγας ἅγιος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ δεύτερος πολιοῦχος της, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ποὺ ἀδίστακτα, χωρὶς οὐδαμῶς νὰ ἐκφύγει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεώς του εἰς Χριστόν, συνεζήτησε μὲ μωαμεθανὸ πασὰ στὴν Προῦσα. Ἡ πίστη μᾶς ἐν Κυρίῳ τῷ Χριστῷ δὲν εἶναι ἔννοια ἐκφραζομένη, ἀλλὰ ἀληθῶς ὅλο τὸ σῶμα μας εἰς τὸ ἀκέραιο.[15]

Τὸ κείμενο γράφτηκε τὸ 1969 καὶ μαρτυρεῖ ὅτι τὸ παρὸν τοῦ ΝΓΠ εἶναι προορατικό, ἀφοῦ προβλέπει τὴ μάστιγα τοῦ γεροντισμοῦ ποὺ ἔχει ἐνσκήψει στὶς μέρες μας, μισὸ αἰώνα ἀργότερα, γεροντισμοῦ ποὺ πολλὲς φορὲς δὲν εἶναι παρὰ χριστεπώνυμη εἰδωλολατρία.

Γαβριὴλ Νικολάου Πεντζίκης
5 Αὐγούστου 2023

⸙⸙⸙

[Ὁμιλία ποὺ ἐκφωνήθηκε στίς 13.6.2023 στὸν Σύλλογο τῶν Ἀθηναίων, στὴν Πλάκα, σὲ ἐκδήλωση γιὰ τὰ τριάντα χρόνια ἀπό τὸν θάνατο τοῦ Ν.Γ. Πεντζίκη.]


[1] «Ὑποσυνειδήτου κλίμαξ καὶ σουρρεαλισμός», Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2023, σελ. 72-73.

[2] Ὅπ. π., σελ. 77.

[3] Πρώτη ἔκδοση: Ἀναφορὰ στὸ συναξάρι τῆς 19ης Ὀκτωβρίου, Ἐκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1988.

[4] Τὴ θησαύριση τῆς φωνῆς τοῦ ποιητῆ ὀφείλουμε ἐν πολλοῖς στὴ δισκογραφικὴ ἑταιρεία ΛΥΡΑ καὶ στὴν ἄοκνη μέριμνα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου καὶ τῆς Ντόρας Ρίζου. Μὲ συγκινεῖ ἰδιαίτερα τὸ ὅτι τὴν ἐπιμέλεια τοῦ ἠχητικοῦ ντοκουμέντου τῆς Ὁμιλίας ἔκανε ὁ γιός τῆς Ντόρας, Θέμελης Ρίζος.

[5] «Ἔρως τῆς Ἐκκλησίας», Πρὸς ἐκκλησιασμό, Ἐκδόσεις Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2007, σελ. 81-88.

[6] Χρησιμοποιῶ τὸ ρῆμα «συστεγάζονται», ὅπως λέμε «συστεγαζόμενα φαρμακεῖα», γιὰ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ βιοποριστικὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ΝΓΠ ἦταν φαρμακοποιός.

[7] Στὴν παρούσα ὁριστικὴ ἔκδοση, ἀποφάσισα νὰ καταλύσω τὴ συστέγαση καὶ νὰ κυκλοφορήσουν αὐτοτελῶς οἱ Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας. Πρόθεσή μου εἶναι νὰ πράξω τὸ ἰδιο στὸ μέλλον καὶ μὲ τὰ ἄλλα συστεγαζόμενα κείμενα.

[8] Ἐμεῖς οἱ Σαλονικιοί, βέβαια, εἴμαστε μαθημένοι σὲ τέτοιες ἀντιφάσεις. Ἡ πλατεία Μακεδονομάχων ἐκτείνεται στὸ βόρειο τμῆμα τῆς πλατείας Ἁγίας Σοφίας, πάνω ἀπὸ τὴν ὁδὸ Ἐγνατίας. Ἐδῶ καὶ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία εἶναι ἕνα θλιβερὸ ἐργοτάξιο περιφραγμένο μὲ λαμαρίνες ἐξαιτίας τῶν ἔργων τοῦ μετρό. Προηγουμένως ὅμως φιλοξενοῦσε σειρὰ ἀπὸ προτομὲς Μακεδονομάχων, ποὺ πλαισίωναν τὸν ἀνδριάντα τοῦ Ἴωνα Δραγούμη καὶ δίπλα στὸν ἀνδριάντα ἦταν ἡ προτομὴ τοῦ καπετὰν Παύλου Γύπαρη ἀπὸ τὴν Ἀσὴ Γωνιὰ τῶν Σφακίων, πρώιμου Μακεδονομάχου καὶ δολοφόνου τοῦ Ἴωνα Δραγούμη.

[9] https://www.youtube.com/watch?v=i0AFOzY3k98

[10] Ἡ ἀναφορὰ στὰ πτύελα σαφῶς παραπέμπει στὴν ἔκρηξη θυμοῦ τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὴ μητέρα του, ποὺ περιγράφεται στὸν «Ἀπόλογο»: Ἀπὸ μακρυὰ κοιτώντας την κατὰπρόσωπο, τῆς εἶπα, “Δὲ ντρέπεσαι παληογυναίκα νὰ μ’ ἀρνιέσαι ἀπὸ παιδί σου”. Κατόπιν εὐθὺς ἔφτυσα τὴ φυσιογνωμία της. Ἕνα μέρος τοῦ σάλιου, τὸ ἔβλεπα ἐπὶ ὥρα νὰ στέκει σκαλωμένο στὰ ἄσπρα της μαλλιά. Ἀδιαμφισβήτητη μαρτυρία τοῦ πονηροῦ ποὺ μὲ εἶχε στὴν ἐξουσία του. (Ὁμιλήματα, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1992, σελ. 145).

[11] Ἀντρέας Δημακούδης. Ἕνας νέος μονάχος, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2023, σελ. 75-76.

[12]Στὸ κηδειόχαρτο ποὺ ἐμφανίζεται στὶς ἔντυπες ἐκδόσεις τοῦ Μυθιστορήματος τῆς κυρίας Ἔρσης, ἡ ἡμερομηνία θανάτου τοῦ πρωτόλειου πρωταγωνιστῆ εἶναι 5 Αὐγούστου 1936. Στὸ χειρόγραφο ἡ ἡμερομηνία εἶναι 5 Αὐγούστου 1935, ἡμερομηνία θανάτου τοῦ αὐτὀχειρα ἐξαδέλφου τοῦ ΝΓΠ Μιλτιάδη Σαράντη Πεντζίκη.

[13] Τὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, Ἐκδόσεις Ἄγρα, Ἀθήνα 1992, σελ. 269.

[14] Ὅπ. π., σελ 268-269.

[15] «Ἄθως, ἡ δεύτερη πανοπλία», Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2023, σελ. 145.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή