Θὰ ξεκινήσω μὲ μία βιωματικὴ περίπτωση σὲ σχέση μὲ τὸ ἔργο τοῦ Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη. Δεκέμβριος τοῦ 1967. Ὑπηρετῶ τὴ στρατιωτική μου θητεία στὸ Σουφλί. Ἐκεῖνο τὸν Δεκέμβρη ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται σὲ παραμονὲς πολέμου μὲ τὴν Τουρκία λόγῳ τοῦ Κυπριακοῦ. Τὸ τάγμα φεύγει ἀπὸ τὸ στρατόπεδο καὶ διασκορπίζεται στοὺς χώρους διασπορᾶς. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι μᾶς ἔχουν δώσει ἕνα τουφέκι. Μᾶς ἔχουν δώσει καὶ ἀληθινὲς σφαῖρες. Μᾶς ἔχουν ζητήσει νὰ σκάψουμε ὀρύγματα γιὰ νὰ προφυλαχθοῦμε. Ἔχω παλαβώσει ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου ἑνὸς πολέμου. Ἔχει σκοτεινιάσει ὁ νοῦς μου. Καὶ τότε μέσα ἀπ’ τὸ σακίδιό μου βγάζω ἕνα βιβλίο καὶ ἀρχίζω νὰ τὸ διαβάζω κλεφτά. Αὐτὸ τὸ βιβλίο μοῦ ξανάφερε τὰ λογικά μου. Αὐτὸ τὸ βιβλίο μὲ ξαναέβαλε στὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ βιβλίο ξαναέκανε τὸν δεκεμβριανὸ ἥλιο νὰ ἔχει φῶς. Ἐπρόκειτο γιὰ τὴν Ἀρχιτεκτονικὴ τῆς σκόρπιας ζωῆς τοῦ Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη. Καὶ μὲ σημάδεψε αὐτὸ τὸ βιβλίο.
Ὁ Ἀντρέι Ταρκόφσκι, στὸ ἐμβληματικὸ ἔργο του Ἡ Θυσία, παρουσιάζει στὸ τέλος ἕνα παιδάκι νὰ ποτίζει ἕνα δέντρο. Ἔτσι κλείνει ἡ ταινία. Ἀλλὰ ἔχει πεῖ προηγουμένως ὁ πρωταγωνιστὴς Ἀλεξάντερ μία ἱστορία ποὺ ἔχει σχέση μὲ ἁγίους, τὴν ἱστορία γιὰ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τὸν Κολοβό, μαθητὴ τοῦ ἀββᾶ Παμβώ. Ὁ ἀββὰς Παμβὼ εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, τὸν ὑποτακτικό του, νὰ ποτίζει κάθε μέρα ἕνα ξερὸ κλαδί, ὥσπου νὰ ζωντανέψει. Κάθε μέρα λοιπόν, μᾶς λέει στὴν ταινία ὁ Ἀλεξάντερ, ὁ Ἰωάννης γέμιζε ἕναν κουβὰ νερὸ καὶ ἀνέβαινε στὸ βουνό. Γιὰ νὰ φτάσει στὴν κορυφή, περπατοῦσε ὅλη μέρα. Ξεκινοῦσε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου καὶ γύριζε μὲ τὴ δύση. Κάθε πρωὶ ἀνέβαινε μὲ τὸν κουβά του στὸ βουνὸ καὶ κάθε βράδυ γυρνοῦσε στὸ μοναστήρι, ὅταν εἶχε πιὰ σκοτεινιάσει. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ κάθε μέρα γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια. Καὶ ἕνα ὡραῖο πρωὶ ἀνεβαίνει στὸ βουνὸ καὶ τί νὰ δεῖ; Ὅλο του τὸ δέντρο εἶχε μπουμπουκιάσει. Αὐτὰ ὁ Ταρκόφσκι.
Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κολοβός, μᾶς λέει τώρα ὁ Συναξαριστής, «… ἔδειξεν ἄκραν καὶ ἀδιάκριτον ὑπακοὴν εἰς τὸν γέροντά του. Ὁ γὰρ γέροντάς του, παίρνοντας ἕνα ξύλον ξηρόν, ἐφύτευσεν αὐτό. Εἴτα ἐπρόσταξε τὸν Ἰωάννην νὰ ποτίζῃ αὐτὸ καθ’ ἡμέραν μὲ ἕνα λαγήνιον νερόν, ἕως οὗ νὰ βλαστήσῃ καὶ νὰ κάμῃ καρπόν. Τόσον δὲ μακρὰν ἦτον τὸ νερόν, ὥστε ὁπού νὰ ἐχρειάζετο διὰ νὰ ὑπάγῃ τινας τὸ βράδυ, καὶ νὰ γυρίσῃ τὸ πρωί. Ὅθεν ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀδιακρίτως ὑπακούσας, ἐπότιζεν αὐτὸ χρόνους ὁλοκλήρους τρεῖς. Μετὰ δὲ τοὺς τρεῖς χρόνους, ὢ τοῦ θαύματος! ἐβλάστησε τὸ καταξηρὸν ξύλον καὶ ἐκαρποφόρησε καρύδια. Πέρνωντας δὲ τὸν καρπὸν ὁ γέροντάς του, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Σκήτεως, καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ἀδελφούς. Λάβετε φάγετε ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, καρπὸν ὑπακοῆς.»[1]
Αὐτὸς εἶναι ὁ Πεντζίκης. Μία ζωὴ νὰ ποτίζει ξηρὰ κλαδιὰ μὲ τὴν ψηφαρίθμηση. Πεῖτε μου, σᾶς παρακαλῶ πολύ, ποιὸς λογικὸς ἄνθρωπος, διαβάζοντας ὅσα ἔχει γράψει γιὰ τὴν ψηφαρίθμηση, ἔχει καταλάβει περὶ τίνος πρόκειται. Εἰδικὰ στοὺς πίνακές του. Ἂς ἀφήσουμε τὰ βιβλία καὶ τὶς περιγραφὲς τῶν βιβλίων ποὺ βασίζονται σὲ ψηφαριθμήσεις. Εἰδικὰ στοὺς πίνακές του, βλέπεις τὰ σημάδια τῶν ψηφαριθμήσεων: τελεῖες, παῦλες ὁριζόντιες, κάθετες, ἡμικύκλια, γραμμὲς κυματιστές. Εἶναι αὐτὰ ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ κάποια κείμενα ποὺ ἔχει διαβάσει. Ὄχι κάποια κείμενα. Τὰ κείμενα τοῦ Συναξαριστῆ. Τὰ ὀνόματα, τὶς λέξεις, τὰ οὐσιαστικά. Ποιὸς καταλαβαίνει τί ἀκριβῶς γίνεται. Τὸ καταλαβαίνει ἐὰν τὸ δεῖ ὡς μία ἄσκηση ὑπακοῆς σὲ μία ἐσωτερικὴ φωνὴ ποὺ τὸν ὁδήγησε σὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δουλειᾶς. Ὑπακοή, καθημερινὴ σχεδόν, σὲ ἕναν τρόπο δουλειᾶς ποὺ ἀναδείκνυε στοιχεῖα τὰ ὁποῖα γιὰ τοὺς πολλοὺς εἶναι ἀόρατα. Τὸ ἔργο τοῦ Πεντζίκη ἦταν –καὶ εἶναι– νὰ μᾶς φανερώσει τὰ ἀόρατα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
Μιλᾶμε, στὴ θεία Λειτουργία, καὶ ἀκοῦμε τὸν ἱερέα νὰ τὸ λέει, κάτι πολὺ σημαντικό. Καὶ λέμε ὅτι εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅσα ἔχει κάνει γιὰ μᾶς, δηλαδὴ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴ Δημιουργία, γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἔχει κάνει ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς εἶναι ἡ Δημιουργία. Ἀλλὰ τί γνωρίζουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ Δημιουργία; Καὶ σημειώνει ὁ ἱερέας, λέγοντας τὰ αὐτά, «ὑπὲρ ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν». Αὐτὸ τὸ «ὅσα γνωρίζουμε καὶ ὅσα δὲ γνωρίζουμε» ἦταν ἡ ἄσκηση τοῦ Πεντζίκη πάνω στὰ γραπτά, ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ πάνω στὸν Συναξαριστή. Μᾶς ξεδιπλώνει τὰ ὅσα γνωρίζουμε καὶ τὰ ὅσα δὲν γνωρίζουμε, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, ἐξαιρέτως τὰ ἀόρατα, αὐτὰ ποὺ μᾶς περιβάλλουν ἀλλὰ οἱ ὀρθολογικὲς ἐμμονές μας μᾶς τὰ κρύβουν.
Ἔρχομαι τώρα στὰ τρία βιβλία ποὺ παρουσιάζονται σήμερα.
α) Εἶπε ὁ Γαβριὴλ ὅτι ὁ Δημακούδης εἶναι γραμμένος μὲ τοὺς κανόνες τῆς τέχνης καὶ τῆς τεχνικῆς τῆς λογοτεχνίας. Ναί, εἶναι. Δὲν εἶναι ὁ Πεντζίκης τοῦ 1960 καὶ τοῦ 1970. Ἀλλὰ ἂν τὸν διαβάσουμε τὸν Δημακούδη, θὰ δοῦμε τὸν Πεντζίκη τῶν ἑπόμενων δεκαετιῶν. Ἐκεῖ, τὰ μικρότατα πράγματα ξαφνικὰ παίρνουν ὑπόσταση. Οἱ μικρὲς σχισμὲς ξαφνικὰ γίνονται παράθυρα φωτός. Ἀκόμα ἀπὸ τὸν Δημακούδη λοιπὸν μᾶς ἔχει καταθέσει ποιὰ εἶναι ἡ πορεία του, πρὸς τὰ ποῦ πηγαίνει ἂν θέλετε.
β) Ἀπὸ τὸ δεύτερο βιβλίο του, Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, τὸ ὁποῖο περιέχει δεκαέξι κείμενα ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1930 μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ 1970, θὰ ὑπογραμμίσω δύο κείμενα ποὺ εἶναι ὁ Πεντζίκης ὁλόκληρος. Τὸ ἕνα εἶναι τὸ «Μυστικιστικὲς ἀπόψεις πάνω στὴν τοιχοποιία τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἄρτας». Τό ’γραψε τὸ 1976, τὸ παρουσίασε ὡς κείμενο ἀνακοίνωσης στὸ 15ο Διεθνὲς Συνέδριο Βυζαντινῶν Σπουδῶν τὸν Ἰούλιο τοῦ 1976, καὶ ἡ πρώτη δημοσίευσή του ἔγινε στὸν τόμο ποὺ ἐξεδόθη ἀπὸ τὶς Ἀγροτικὲς Συνεταιριστικὲς Ἐκδόσεις Θεσσαλονίκης τὸ 1977 μαζὶ μὲ τὸν Ἀντρέα Δημακούδη. «Ἡ τοιχοποιία», μᾶς λέει, «τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἄρτας καὶ τῆς περιοχῆς μοῦ χάρισε μεγάλη καὶ λυτρωτικὴ χαρά». Ἔτσι ξεκινάει τὸ κείμενο. «Ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωση, ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ ἐνσωματωθῶ, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλο ὑλικό, ἀποτελώντας μέρος τῆς κατασκευῆς. Μέρος τοῦ ναοῦ, παρὰ τὰ στίγματα τῶν πταισμάτων καὶ τὸν βόρβορο τῶν ἔργων στὰ ὁποῖα ἐμμένω, χωρὶς νὰ εἶμαι ἄξιος πραγματικῆς μετανοίας. Χάρις στὸ ἔργο τῆς τοιχοποιίας αὐτῆς, ἔζησα μιὰ ταύτιση ἀνάλογη μ’ ἐκείνη ποὺ ἐπιτρέπει ἄντρες καὶ γυναῖκες νὰ ταυτίζονται, χάνοντας κάθε διακριτικὸ τοῦ φύλου των, μεταμορφωμένοι σὲ δοχεῖα τοῦ φωτός, κυοφορώντας καὶ γεννώντας φῶς, τὸ φῶς ποὺ ἐπισκίασε τὴν Ἀπειρόγαμο Κόρη καὶ δίχως παραμικρῶς νὰ θιγεῖ, ἔτεκε φῶς τὸν μεθ’ ἡμῶν Θεό, τέλειον ἄνθρωπο, Σωτήρα τῶν ἐν Ἅδῃ».[2]
Ἀκολούθως ἀρχίζει νὰ περπατάει σ’ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες τῆς Ἄρτας καὶ νὰ ψηφαριθμεῖ αὐτὰ ποὺ ψηλαφεῖ. Τὸ «ψηλαφεῖ» τὸ λέω λίγο μεταφορικά, διότι ψηλαφῶ καὶ μὲ τὸ μάτι ἀκόμα, ψηλαφῶ καὶ μὲ τὴ σκέψη ἀκόμα, ψηλαφῶ βέβαια καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις. Καὶ νὰ μᾶς δίνει ἕναν πανδέκτη, τρόπον τινά, κάτι ποὺ τὰ χωράει ὅλα, χωράει τὶς ἔννοιες, ὄχι ὡς ἔννοιες ἀλλὰ ὡς πράγματα, χωράει τὰ πράγματα, ὄχι ὡς πράγματα ἀλλὰ καὶ ὡς δρώμενα, χωράει τὸν ὅλον ἄνθρωπο σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ τελειώνει: «Ἡ ἐκτὸς χρόνου καὶ χώρου ἀντίληψη, ποὺ ὑποβάλλει ἡ τοιχοποιία τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Δεσποτάτου, εἶναι μιὰ εἰκόνα προσευχῆς. Προσευχῆς ἀδιάπτωτης πάνω σ’ ὅλη τὴν ἔκταση τῶν πτυχώσεων καὶ διαμελισμῶν τοῦ φλοιοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν χρονικῶν ἐξελίξεων τῆς ἱστορίας, προϊστορίας καὶ παλαιοντολογίας της. […] Τελικὰ οἱ τοῖχοι τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἄρτας παύουν νὰ εἶναι δορὰ ζώου ἢ δέρμα ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἁπλὴ ἀναπαράσταση, ὅπως ἀπάνω στὸ σάβανο, τοῦ Ἐπιτάφιου θρήνου. Τὸν ὁποῖο, ἀκολουθώντας ἡ κάθε γενιὰ ἀνθρώπων, ἀποκομίζει στὰ σωθικὰ της ἀδιάψευστη τὴν πασίχαρη ἐλπίδα τῆς ἀπὸ τοῦ τάφου ἀνάστασης».[3]
Πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι αὐτὸ τὸ γραπτὸ ἀκολουθεῖται ἀπὸ μερικοὺς πίνακες ψηφαριθμητικῆς μελέτης. Βλέποντας τοὺς πίνακες μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν πειρασμὸ νὰ πεῖ κανείς: «Δὲν καταλαβαίνω τίποτα». Δὲ χρειάζεται νὰ καταλάβεις τίποτα. Αὐτὸ ποὺ ἔχεις νὰ ζήσεις εἶναι νὰ δεῖς τὸ φῶς ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη.
Τὸ βιβλίο αὐτὸ τελειώνει μὲ ἕνα ἀκόμη κείμενο μὲ τίτλο «Ἡ Συνέχεια». Ἂν καὶ εἶναι γραμμένο τὸ 1947, εἶναι ἐπίκαιρο μέχρι σήμερα. Ὑπάρχει ἕνας ἄντρας, κατάκοιτος στὸ κρεβάτι. Ὑπάρχει μία γυναίκα, καθισμένη ἀπὸ δίπλα, ποὺ κεντάει μὲ ὑπομονή. Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ὁ Πεντζίκης κτίζει ἕνα ταξίδι ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο. Ὁ πεθαμένος εἶναι ζωντανός, ὁ ζωντανὸς εἶναι πεθαμένος, καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἄντρα καὶ τῆς γυναίκας γίνεται σὲ ἕναν ὑπερβατικὸ χρόνο. Τελειώνει: «Δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνει ἂν ἦταν ὄνειρο ὅσα εἶχε παρακολουθήσει ἢ μιὰ ἄλλη ὄψη τοῦ πραγματικοῦ. § Ἡ γυναίκα, ποὺ καθισμένη τὸν ξενυχτοῦσε [παραπομπὴ στὸν θάνατο] κεντώντας, πῆγε κοντά του καὶ τὸν φίλησε. Καλή σου μέρα τοῦ εὐχήθηκε. Τότε ἀκριβῶς ἔνιωσε πὼς ἦταν κάτι τὸ πολὺ μικρὸ καὶ ἀσήμαντο. Μιὰ ἀπίθανα μικρὴ ποσότητα ὕλης. Σχεδὸν ἀδιόρατη, τουλάχιστον διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ, ἄπειρα ὅμως δεκτικὴ τῆς λαμπρότητας τοῦ ἥλιου. Πῆρε τὸ χέρι της καὶ γονατίζοντας οἱ δυὸ μαζὶ προσευχήθηκαν».[4] Αὐτὴ εἶναι ἡ σύνδεση ζωῆς καὶ θανάτου στὸν τόπο καὶ τὸν χῶρο τῆς προσευχῆς.
γ) Δυὸ λόγια νὰ πῶ γιὰ τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀφιέρωμα, τὸ βιβλιαράκι μὲ τὸν τίτλο «Ὁμιλία», ποὺ ἔχει καὶ τὸ cd μέσα μὲ τὴ φωνὴ τοῦ συγγραφέα. Διαβάζει τὸ κείμενο «Ἀναφορὰ στὸ συναξάρι τῆς 19ης Ὀκτωβρίου» μετὰ τὴν ἀναγόρευσή του σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ἡ ὁμιλία ξεκινάει μὲ τὴ διασάφηση τοῦ περιεχομένου τῶν συναξαρίων: «Κατ’ ἀρχήν, θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι τὰ συναξάρια δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θεωροῦνται ὡς ἁπλὰ ἀφηγήματα ἀλλὰ ὡς ἀφορμὲς ἐλέγχου τῆς ἀγάπης ποὺ κρύβει τοῦ καθενὸς ἡ ὑπόσταση. § Ὅλες οἱ μορφὲς ἀγάπης, ποτάμια ὕδατα» (σ. 5). Καὶ τελειώνει μὲ μιὰ δοξολογικὴ ἀναφορὰ στὰ ἅγια λείψανα τῶν ἁγίων: «Στὸ Ὀστεοφυλάκιο, προσκυνῶ καὶ ἀσπάζομαι τὰ ἀμενηνὰ κάρηνα τῶν ἁγίων λειψάνων. […] § Ἀηδονολαλιές, παρηγορητικὲς πένθους καὶ πόνου. § Καρποὶ τῆς καρυδιᾶς, ποὺ ὁ προφητικὸς λόγος τὴν ταύτισε μὲ τὴν Παναγία» (σ. 12).
Τελεώνω, λέγοντας στὸν Γαβριὴλ ὅτι τοῦ ἔχω μία μικρὴ ἔκπληξη: Τὸ βιβλίο ἀναφέρεται σὲ εὐχαριστίες τοῦ Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη πρὸς τοὺς τότε παριστάμενους. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς παριστάμενους ποὺ μνημονεύεται, ὁ παπα-Θανάσης ἀπὸ τὸ χωριὸ Βατοπαίδι, εἶναι ἐδῶ, τὸν ἔφερα καὶ νά, εἶναι παρών.
⸙⸙⸙
[Ὁμιλία ποὺ ἐκφωνήθηκε στίς 13.6.2023 στὸν Σύλλογο τῶν Ἀθηναίων, στὴν Πλάκα, σὲ ἐκδήλωση γιὰ τὰ τριάντα χρόνια ἀπό τὸν θάνατο τοῦ Ν.Γ. Πεντζίκη.]
[1] Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, Δόμος, Ἀθήνα 2005, τόμ. Α΄, σσ. 458-459.
[2] Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης, Μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, Δόμος, Ἀθήνα 2023, σ. 149.
[3] Αὐτόθι, σ. 157.
[4] Αὐτόθι, σ. 176.

