Σταμάτης Πολενάκης

«Μια θεατρική παράσταση έχει κάτι από τη μελαγχολία του εφήμερου της ζωής»

Με το θέατρο με συνδέουν παλιοί δεσμοί. Παιδικές μνήμες παραστάσεων στο θέατρο της Επιδαύρου, οι οποίες έχουν πια σβήσει από τη μνήμη μου, θυμάμαι ωστόσο τα χρώματα, την ατμόσφαιρα και τους πανάρχαιους ήχους της φύσης, ένα πνεύμα αναλλοίωτο εδώ και χιλιάδες χρόνια ενός κόσμου ραγισμένου, που επιβιώνει ωστόσο ακόμα παρά το καταστροφικό πέρασμα των αιώνων και του ανθρώπου.

Θυμάμαι παραστάσεις που με συντάραξαν, με συγκλόνισαν και με δίδαξαν. Όχι πολλές όμως. Το θέατρο, το μεγάλο και αληθινό θέατρο έχει τη δύναμη και έτσι πρέπει να λειτουργεί: κάποιος μπαίνει σε μια παράσταση και δεν είναι πια ο ίδιος όταν η παράσταση τελειώνει. Κάτι σημαντικό έχει συμβεί, ένα είδος απελευθέρωσης, μυστηρίου και μεταμόρφωσης. Συμβαίνει μόνο στο θέατρο αλλά δυστυχώς ελάχιστες φορές. Θυμάμαι παραστάσεις που είχαν τέτοια επίδραση πάνω μου. Αναφέρω ενδεικτικά κάποιες: Οι παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή στο μαγικό θέατρο της οδού Κυκλάδων, οι παραστάσεις-τελετουργίες του Άρη Ρέτσου, μια αλησμόνητη Ιαπωνική Μήδεια μ’ έναν καταπληκτικό Ιάπωνα ηθοποιό που τ’ όνομά του δυστυχώς μου διαφεύγει, οι παραστάσεις του θεάτρου «Τομή» της Μαρίας Πανούτσου, μια παράσταση χοροθεάτρου της υπέροχης Πίνα Μπάους που είχα την τύχη να δω στο Ηρώδειο πριν από πολλά χρόνια.

Το μυστήριο που επιτελείται πάνω στη σκηνή του θεάτρου συμβαίνει για μία και μοναδική φορά και είναι ανεπανάληπτο. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά με τη μεγάλη τέχνη του κινηματογράφου, τον οποίο αγαπώ πάρα πολύ. Βλέπω και ξαναβλέπω αριστουργήματα αγαπημένων μου δημιουργών, του Ταρκόφσκι, του Μπέργκμαν, του Αντονιόνι, του Μπουνιουέλ και άλλων, αλλά μια θεατρική παράσταση έχει κάτι από τη μελαγχολία του εφήμερου της ζωής. Συμβαίνει για μια και μοναδική φορά και δεν θα επαναληφθεί ποτέ.

Υπάρχει μια τάση εδώ και αρκετά χρόνια με την οποία εγώ διαφωνώ. Στο όνομα ενός μοντερνισμού και μιας δήθεν πρωτοπορίας κόβονται και ράβονται τα μεγάλα κείμενα

του θεάτρου εις βάρος του κειμένου για να χωρέσουν σε μια στενή αντίληψη επικαιρότητας. Οι αρχαίες τραγωδίες, ιδίως, έχουν υποφέρει πάρα πολύ από τη μόδα αυτή, αλλά και νεότεροι μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Ίψεν ή ο Τσέχωφ. Αυτό δεν είναι, νομίζω, μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι μάλλον διεθνές, αλλά σίγουρα εδώ το βλέπουμε πολύ έντονα. Αναρωτιέμαι αν άραγε σχετίζεται με τη γνωστή νεοφιλελεύθερη εμμονή ξαναγραψίματος της Ιστορίας και αν όλο αυτό έχει κατά κάποιον τρόπο μολύνει και το θέατρο, με αποτέλεσμα τα μεγάλα κείμενα να ξαναγράφονται μέχρι να γίνουν αγνώριστα. Τα μεγάλα κείμενα δεν είναι «επίκαιρα» και ούτε χρειάζεται να γίνουν, αφού από τη φύση τους τείνουν προς την αχρονικότητα και ανοίγονται στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον και στο μυστήριο του κόσμου και του ανθρώπου. Οι απόπειρες να «εκσυγχρονιστούν» βίαια καταλήγουν συνήθως στη γελοιοποίηση όσων το επιχειρούν. Δεν πάνε, για παράδειγμα, πολλά χρόνια που είδαμε στην Αθήνα έναν Βυσσινόκηπο, στον οποίο ταυτιζόταν ο Τσέχωφ με τον Μίκυ Μάους! Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν κανενός είδους πρωτοπορία, αλλά δείχνουν κατά τη γνώμη μου μια περιφρόνηση προς το μεγάλο πνευματικό ήθος του Τσέχωφ και ακόμα φανερώνουν έναν βαθύτατο κι επικίνδυνο συντηρητισμό. Ο καθένας, ασφαλώς, είναι και πρέπει να είναι, μέσα στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής του ελευθερίας, ελεύθερος να κάνει ό,τι νομίζει. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο αλλά κι εμείς με τη σειρά μας πρέπει να έχουμε μάτια για να βλέπουμε και να κρίνουμε και να μην αφήνουμε να μας ξεγελά κανείς. Όλη αυτή η αναίτια και διαρκής προβολή συγκεκριμένων ατόμων μού φαίνεται κάπως περίεργη. Μοιάζει να υπάρχει ένας ύποπτος μηχανισμός, κάτι σαν ένα «βαθύ κράτος», το οποίο επικροτεί, επιχορηγεί, επιδοτεί και σπρώχνει διαρκώς τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα παρά τη σκανδαλώδη τους ανεπάρκεια. Γι’ αυτό είναι, πιστεύω, ιδιαίτερα δύσκολο σε ανεξάρτητες ομάδες ή νέους δημιουργούς που έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν, να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Χρειάζεται διαρκής αγώνας και πολύ κουράγιο για να συνεχίζει κανείς να παίζει αυτό το παιχνίδι, το οποίο όλοι ξέρουν ότι παίζεται με σημαδεμένα χαρτιά. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι τα έργα σήμερα, ιδίως αν δεν ανήκει κάποιος σ’ ένα συγκεκριμένο κύκλωμα, δύσκολα εκδίδονται και ακόμα δυσκολότερα παίζονται. Ίσως αυτή να είναι και μια αιτία της δυστοκίας που παρατηρούμε σε σχέση με την παραγωγή σημαντικών, σύγχρονων νεοελληνικών έργων. Κι όμως, σε άλλες εποχές και παρά τις τρομερές δυσκολίες που πάντοτε υπήρχαν, το νεοελληνικό θέατρο αξιώθηκε να δει κάποιους εξαιρετικούς δημιουργούς. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τη σπουδαία Λούλα Αναγνωστάκη αλλά και άλλους, τον Μάριο Ποντίκα, τον Δημήτρη Κεχαΐδη κ.λ.π.

Συμβουλές δεν είμαι σε θέση να δώσω ούτε σε νεότερους θεατρικούς συγγραφείς ούτε σε κανέναν. Το μόνο που μπορώ να πω είναι κάτι που πηγάζει από τη δική μου προσωπική πεποίθηση και αφορά γενικά τους καλλιτέχνες: Ακολουθήστε τον δικό σας μοναχικό δρόμο. Μείνετε άνθρωποι, μείνετε μακριά από τα κέντρα εξουσίας, μη χάνετε το θάρρος σας, ακούστε τη βαθιά εσωτερική σας φωνή.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή