…κι αφού το πιούμε και αυτό, το δέκατο όγδοο ιρλανδέζικο ουίσκι, φίλε μου Βασίλη, αφού το σφίξουμε όπως έλεγε και μια φίλη μου, ναι, έτσι έλεγε, να σφίξουμε κάνα ουίσκι έλεγε, κι αφού φουμάρουμε το σιγαρέτο μας το άφιλτρο, λέω να πιάσουμε να γράφουμε ένα εγκώμιο στον έρωτα, έναν εκθειασμό της αγάπης, μια celebration της κατάφασης, του Ναι!, Ναι!, Ναι!, στη ζωή, μια προσευχή, αν θες, στα όσα μας καθόρισαν και μας διέπλασαν και μας προσδιόρισαν και μας διαμόρφωσαν, ένα κατάστιχο με αλησμόνητες στιγμές στα σοκάκια της απωλείας, με βιβλία που ξήλωσαν τις κοινωνικές φιλοδοξίες μας, με άσματα που έστειλαν στον αγύριστο συμβάσεις επί συμβάσεων, με ταινίες που αποκάρωσαν τους δακρυγόνους αδένες μας, με κορίτσια που έστειλαν την αδρεναλίνη μας στο κόκκινο, με αγόρια που μας στάθηκαν στις κραιπάλες μας, οι οποίες άλλωστε κραιπάλες μας ήταν το κατενάτσιό μας απέναντι στην επιθετικότητα των πρέπει και των μη, μια ζωή μπακότερμα στα λάχανα όπως επέμενε και ο αείζωος φίλος μας, ο Γιάννης Τζώρτζης που τον είχαμε βαφτίσει Τζώρτζουακ ύστερα από κείνη τη μαραθώνια ομαδική ανάγνωση του OntheRoad, θυμάσαι;, Μάρτιος του 1981 ο Τζώρτζουακ μόλις είκοσι δύο, άκλειστα τα είκοσι ένα εγώ, τον Απρίλιο θα τα έκλεινα, στις 10, εσύ επίσης είκοσι ένα, κλεισμένα όμως, Γενάρη τα είχες κλείσει, η Μικρή Μάρθα δεκαεφτά και ήδη λάτρευε τον Κέρουακ, μαζεμένοι όλοι στο διαμέρισμα στην Αμπελοκήπων, με το γαλάζιο πικάπ, σχεδόν ηλεκτρόφωνο ακόμη, με το HeartattackAndVine να παίζει ξανά και ξανά, κι εμείς, ο Τζώρτζης, εσύ, η Μικρή Μάρθα κι εγώ να διαβάζουμε εκ περιτροπής το κολοσσιαίο οδοιπορικό του Τζακ, περιπαθώς και περιδεώς, πίνοντας εναλλάξ καφέδες και κονιάκ, δύο ώρες σερί ανάγνωση ο Τζώρτζης, μία η Μικρή Μάρθα, τρεις εσύ, χαλκέντερε Βασίλη, μισή εγώ, καθότι εκτελούσα και χρέη σερβιτόρου, μπάτλερ να πούμε καλύτερα, κατόπιν μία ώρα ο Τζώρτζης, δύο η Μικρή Μάρθα, πέντε εσύ, μέγιστε καμαράντ της αντοχής των υλικών, μιάμιση εγώ που είχα στανιάρει πάλι, και να καταγράφουμε στο μαύρο δερμάτινο σημειωματάριο τις σελίδες και τις ώρες της ανάγνωσης, και να ξαναβάζουμε στο γαλάζιο πικάπ, σχεδόν ηλεκτρόφωνο ακόμη, το HeartattackAndVine, κι ολόγυρα η πλάση να κοιμάται μακαρίως, και να μην αντιλαμβάνεται, χαμπάρι να μην παίρνει η πλάση, ότι τέσσερις φίλοι, ένα κορίτσι και τρία αγόρια, περιποιούν τιμή σε ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα, σε έναν μεγαλειώδη συγγραφέα, σε μια μεγαλειώδη προσωπικότητα, σε μια μεγαλειώδη εποχή, έχοντας βαλθεί, και καταφέρνοντάς το εντέλει, να διαβάσουν δυνατά και εκ περιτροπής, τις διακόσιες ογδόντα οκτώ σελίδες της έκδοσης Penguin του OntheRoad, ανακράζοντας στα διαλείμματα τη ρήση και αναφώνηση του Ανδρέα Εμπειρίκου Ο Κερουάκ διαβαίνει μουσηγέτης!, βήχοντας ενδιαμέσως, έναν βήχα που δεν θα λέγαμε ότι συνάδει με την άγουρη ηλικία τους πλην όμως ήταν κολλητάρι, ίσως όχι ευπρόσδεκτο αλλά αναπόδραστο μάλλον λόγω των απανωτών άφιλτρων και του καφέ και του κονιάκ και της θαρραλέας απόκοτης επιμονής τους να διαβάσουν όλο το OntheRoad, εκ περιτροπής, ας επαναληφθεί, εκείνο το βράδυ της Κυριακής 22ας Μαρτίου προς το χάραμα της Δευτέρας 23ης Μαρτίου του 1981, όπως είχα σημειώσει στο σημειωματάριο που ακόμη διατηρώ στο γραφείο μου, κειμήλιο και τιμαλφές από τα χρόνια της διάπλασής μας, δίχως να γνωρίζουμε, πώς άλλωστε;, ότι τέσσερις δεκαετίες παρά ένα έτος μετά, ήτοι την Κυριακή, πάλι Κυριακή, προς Δευτέρα, πάλι Δευτέρα, της 22ας Μαρτίου προς την 23η Μαρτίου του 2020, έμελλε να επαναλάβουμε το ίδιο απόκοτο εγχείρημα, πάει να πει την ομαδική ανάγνωση του OntheRoad, εν είδει, και πάλι!, επιτακτικής υπεράμυνας, επιβαλλόμενου υπερκατενάτσιο, απέναντι στην επίθεση του εγκλεισμού και της καραντίνας και του ζόφου, με την αγωνία να βαράει νταούλια και κουδούνια και γκρανκάσες και συναγερμούς, κι εμείς, στα εξήντα ένα ο Τζώρτζουακ, άκλειστα τα εξήντα εγώ, εξήντα κλεισμένα από τον Γενάρη εσύ, Βασίλη μου, πενήντα έξι η Μικρή Μάρθα, πείσμονες εντούτοις και εμμονικά εμμονικοί με τις έμμονες εμμονές μας, προσηλωμένοι στις προσηλώσεις μας, παίκτες/ρέκτες της διαλεκτικής παρελθόν/παρόν/μέλλον, ω τι ωραία που είχαμε χτυπήσει και οι τέσσερίς μας αυτό το αείζωο τατουάζ που λέει Με Τη Διαλεκτική Διευθετούνται Τα Πάντα, ω τι ωραία που είχαμε συναχθεί τριάντα εννέα χρόνια μετά και είχαμε διαβάσει και πάλι το OntheRoad, όπως τότε, το 1981, στο διαμέρισμα της οδού Αμπελοκήπων, σ’ εκείνη την post-punk ψυχεδελική φάτνη, ενώ λίγο μετά είχαμε κυλήσει και καταβυθιστεί στο Ulysses, τον έναν αιώνα από την έκδοση του οποίου τιμάμε απόψε, φίλε μου Βασίλη, φλυαρώντας για κατεργάρικες φυσιογνωμίες και πίνοντας δέκα οχτώ ιρλανδέζικα, ένα για κάθε κεφάλαιο αυτού του μυθιστορήματος-μαμούθ που μας οδήγησε στην καταβύθιση σε άλλα μυθιστορήματα-μαμούθ τα οποία και τιμάμε δεόντως με κάθε ευκαιρία, επινοώντας επετείους για να ʼμαστε εντάξει με την παρέλευση του χρόνου, για να είμαστε οκέι με τις καταβολές μας, για να είμαστε τύπος και υπογραμμός, τόσο εσύ όσο κι εγώ, με τα καταγώγια της καταγωγής μας, με το Gravity’sRainbow αίφνης, του οποίου την τεσσαρακοστή επέτειο της έκδοσής του τιμήσαμε το 2013 στο Au Revoir, τον ναό της οδού Πατησίων, και του οποίου την πεντηκοστή, πώς περνάνε τα χρόνια, θα τιμήσουμε σε μερικούς μήνες στη Μυρτιά, το εκκλησάκι το θαλπερό της οδού Κερκύρας, τύπος και υπογραμμός, τόσο εσύ όσο κι εγώ, με το InfiniteJest, την εικοστή επέτειο της έκδοσης του οποίου τιμήσαμε, όπως πολύ καλά θυμάσαι, το 2016, στο γραφειόσπιτό μου, στην οδό Σύρου, και την τριακοστή θα την τιμήσουμε, πρώτα ο Θεός, σε μια τετραετία στο μεγαλοφυές Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, όπως έχουμε ορκιστεί, προσηλωμένοι στις προσηλώσεις μας, τύπος και υπογραμμός, τόσο εσύ όσο κι εγώ, με το 2666, τη δέκατη επέτειο της έκδοσης του οποίου τιμήσαμε υπερδεόντως στο Galaxy, το αγλάισμα της οδού Σταδίου, και την εικοστή έκδοση του οποίου θα τιμήσουμε, κατά τα συμπεφωνημένα και, πάντα, πρώτα ο Θεός, στις 4 Νοεμβρίου του 2024, στο Σχολαρχείο, το κόσμημα της Πλατείας Γεωργίου, καλά να ʼμαστε να εορτάζουμε επετείους και να τιμάμε τα βιβλία που μας έκαναν ανθρώπους, τα βιβλία που λατρέψαμε και που δεν εγκαταλείπουμε ποτέ, γιατί όποιος εγκαταλείπει τα βιβλία που τον έκαναν άνθρωπο είναι και ο Κανένας, όπως είχε αποφανθεί ο εξαίσιος βάρδος Αντώνης Ρεπάνης εκείνο το βράδυ, μέσα δεκαετίας του 2000 στο Βαρέλι, το άντρο της οδού Ορφανίδου, κι εμείς, Βασίλη μου, εσύ, και ο Τζώτζουακ, και η Μικρή Μάρθα, κι εγώ, σίγουρα δεν είμαστε ο Κανένας, στάνταρ δεν είμαστε ο Κανένας, επ’ ουδενί δεν είμαστε ο Κανένας, κι ας λένε…

