Αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ένα διπλό φαινόμενο άρχισε να διαμορφώνεται στη Δύση. Από τη μια ένα κλίμα ευφορίας, στο οποίο κυριαρχούσε η πεποίθηση πως στο εξής ο κόσμος, μετά τις πρώτες δυσκολίες, θα γίνει πολύ πιο δίκαιος. Από την άλλη ευρύτατα διαδεδομένη ήταν η απογοήτευση λόγω του γεγονότος πως αυτή η Δύση οδηγήθηκε μέσα σε 20 χρόνια σε δυο καταστροφικούς πολέμους και σ’ ένα φαινόμενο ανεπανάληπτο όπως το Άουσβιτς. Ο γερμανοεβραίος, με μαρξιστικές καταβολές, φιλόσοφος Τεοντόρ Αντόρνο δήλωνε πως μετά το Άουσβιτς δεν μπορούμε πλέον να έχουμε ποίηση. Ουσιαστικά εδώ υπονοείτο πως δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος. Πρόοδος όμως υπήρξε και μετά το Άουσβιτς, όπως και πριν. Όπως και ποίηση. Συστατικό στοιχείο τής μετά το Άουσβιτς προόδου ήταν το Κράτος Πρόνοιας και η αναβάθμιση του κόσμου της εργασίας. Για την ποίηση υπάρχουν αρμοδιότεροι εμού ν’ απαντήσουν.
Η ιδέα της προόδου εμφανίστηκε την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και της ανόδου της αστικής τάξης για να υποσκάψει το κύρος δυο κυρίαρχων μέχρι τότε κοσμοαντιλήψεων. Η πρώτη ήταν αυτή της κυκλικής κίνησης της ιστορίας. Ιδέα κοινωνιών κλειστών και δουλοκτητικών, στην οποία κυρίαρχη εξήγηση της κίνησης τους ήταν η τύχη και το πεπρωμένο (Οιδίποδας). Η δεύτερη ήταν η ιδέα για τη θεία πρόνοια και το προπατορικό αμάρτημα ως καθοριστικών στοιχείων για την πορεία του ανθρώπου στην «επίγεια πόλη», αλλά και στην «ουράνια». Η ιδέα της προόδου εμφανίστηκε ως αμφισβήτηση αυτών των αντιλήψεων. Με τα λόγια του Κοντορσέ, η πρόοδος είναι η ιδέα της φύσης, η οποία «ένωσε αδιάσπαστα τις προόδους των φώτων και τις προόδους της ελευθερίας, της αρετής, του σεβασμού των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου».
Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του συνασπισμού της προόδου εμφανίστηκαν και οι εχθροί του. Η πρόοδος γι’ όλους τους παλαιούς σκοταδιστές αλλά και για τους σύγχρονους μετανεωτερικούς στοχαστές αφορά τον «μισητό» υλικό κόσμο. Η πρόοδος γι’ αυτούς ενδιαφέρεται μόνο για τον υλικό κόσμο και αφήνει απροστάτευτη την «ψυχή». Πίσω από την επίκληση της κοινότητας, της οργανικής ενότητας, της ιδιαιτερότητας, της “εθνικής” ιστορίας, της σχετικότητας της αλήθειας κρύβεται η πίστη στον ανορθολογισμό, τον σχετικισμό και τον εθνικιστικό κοινοτισμό. Στον κάθε είδους κοινοτισμό (εθνικιστικό, θρησκευτικό ή κομμουνιστικό) οι έννοιες του Ατόμου, του Κοινωνικού Συμβολαίου και της Δημοκρατίας υποτάσσονται στις δυνάμεις της ζωής, των αισθήσεων, της φυλής, του αίματος, του λαού ως οργανική ενότητα και του ισχυρού ηγέτη, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνονται όλα αυτά. Ακραία κατάληξη αυτής της λογικής ήταν ο ναζισμός και ο φασισμός.
Σήμερα η ιδέα της προόδου παρουσιάζεται ως καρικατούρα της γραμμικής εξέλιξης και της υπεραισιοδοξίας, την οποία κάποιοι αποδίδουν στη σκέψη του Διαφωτισμού. Η γραμμική εξέλιξη και η υπεραισιοδοξία όμως δεν έχουν καμία σχέση με τον Διαφωτισμό. Η κατηγορία για οπτιμισμό αποτελεί τη κυριότερη μομφή κατά της ιδέας της προόδου. Μετατρέπεις σε καρικατούρα τις ιδέες του Διαφωτισμού και μετά θριαμβολογείς πως τον κατατρόπωσες. Η ίδια η ιδέα της προόδου είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Αυτή εκφράζει τη συμμαχία της επιστήμης με τον άνθρωπο κι όχι της κυριαρχίας της επιστήμης επί του ανθρώπου. Αυτή η ιδέα, αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, αναδεικνύεται μέσα από τη σύγκρουσή της με την καρτεσιανή νοησιαρχία. Ο Διαφωτισμός και η πρόοδος, αλλά και οι επιστημονικές ανακαλύψεις δεν είναι ψυχρός ορθολογισμός, όπως πιστεύουν ορισμένοι που μάλλον μικρή σχέση έχουν και με τα δυο φαινόμενα. Διαφωτισμός και πρόοδος συνθέτουν την ιδέα της ανάδειξης της πραγματικότητας ως αισθητής εμπειρίας, όπως αυτή προσεγγίζεται από τον ορθό λόγο. Μια ιδέα που οδηγεί στην ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης ως αυτόνομης και αυτοτελούς ύπαρξης και η οποία ολοκληρώνεται με την ανύψωση του ανεξάρτητου, από κάθε εξωτερική αυθεντία, ατόμου στο υψηλότερο βάθρο της ιστορικής κλίμακας. Πρόοδος και Διαφωτισμός δεν εστιάζουν στις λέξεις, αλλά στον αισθητό κόσμο. Διαφωτισμός, πρόοδος, επιστήμη, όσον αφορά το ζήτημα της αισιοδοξίας, έχουν δύο σκέλη. Εάν γίνεται λόγος για τις γνωσιοθεωρητικές αρχές τους όντως εκφράζουν μια βαθιά αισιοδοξία, αλλά εάν γίνεται λόγος για τις κανονιστικές αρχές τους εδώ η απαισιοδοξία έχει προτεραιότητα. Αισιοδοξία για τη δυνατότητα γνώσης του κόσμου από την ανθρώπινη αυθεντία από τη μια και απαισιοδοξία για τις δυνατότητες χρήσης των γνώσεων από την άλλη. Αυτό είναι το νόημα της ανακάλυψης του σωματιδίου (μποζονίου) του Χίγκς ή του «σωματιδίου του θεού», της «τεχνητής νοημοσύνης», αλλά και η ατομική βόμβα και η καταστροφή του δορυφόρου Challenger.
Ο συντηρητικός δεν αρνείται την πρόοδο. Απλώς πιστεύει πως αυτή μπορεί να συμβεί, μόνο αν στηρίζεται στην παράδοση. Το αντίθετο της ιδέας της προόδου δεν είναι η συντήρηση. Τ’ αντίθετο της ιδέας της προόδου είναι η ιδέα της παρακμής. Αυτό που χωρίζει τον φιλελεύθερο (είτε αυτός είναι σοσιαλδημοκράτης είτε είναι συντηρητικός) από τον αντιδραστικό, είναι ό,τι διαχωρίζει την ιδέα της προόδου από την ιδεολογία της παρακμής. Πίσω από την ιδεολογία της παρακμής της Δύσης (Όσβαλντ Σπένγκλερ) κρύβεται η αμφισβήτηση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας με όποιο πρόσημο (προοδευτικό ή συντηρητικό, αριστερό ή δεξιό) και αν παρουσιάζεται. Η ιδεολογία της παρακμής ενστερνίζεται την προτεραιότητα της εθνικιστικής, της θρησκευτικής, της φυλετικής καθαρότητας έναντι της συμπεριληπτικής κοινωνίας. Αμφισβητεί την προτεραιότητα της ισότητας και της ελευθερίας για χάρη της τάξης και της ασφάλειας, του εκσυγχρονισμού για χάρη της παράδοσης, των ιδεών για χάρη των συναισθημάτων, των πολιτών για χάρη της μάζας, του ατόμου για χάρη της εξιδανικευμένης και καθαρής κοινότητας. Για τον Σπένγκλερ «η ζωή και όχι το άτομο έχουν συνείδηση». Σ’ αυτόν το οργανικό αντικαθιστά το οργανωμένο και η φυλή ή το αίμα ακυρώνουν το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Αλλά και η σοβιετική ερμηνεία της σχέσης φύση-άνθρωπος δεν διέφερε από την άποψη του Σπένγκλερ. Σύμφωνα με τον επίσημο σοβιετικό μαρξισμό, οι ανθρώπινες κοινωνίες ρυθμίζονται από τους ίδιους νόμους με «την ιστορία των αρπακτικών πουλιών ή των δέντρων με βελονοειδές φύλλωμα». Ο περίφημος ιστορικός υλισμός ήταν η μεταφορά των φυσικών εξελίξεων στην κοινωνία. Η κοινωνική εξέλιξη στον σοβιετικό μαρξισμό (ιστορικός υλισμός) ήταν παραλλαγή της φυσικής εξέλιξης (διαλεκτικός υλισμός). Και στους δυο αυτούς «υλισμούς» δεν υπήρχε καμία θέση για την ελεύθερη ατομική βούληση, ούτε για την ελευθερία από και για. Μα ήταν ο κομμουνισμός άρνηση της προόδου; Τ’ αντίθετο. Ήταν μια ιδεολογία που εμφανώς πίστευε στην πρόοδο και στη χειραφέτηση. Ποια πρόοδο όμως; Ποια χειραφέτηση; Οι μπολσεβίκοι πίστευαν σε μια πρόοδο όχι όπως την έβλεπε ο Μαρξ ως ατομική χειραφέτηση, αλλά όπως την ήθελαν οι Λένιν-Τρότσκι-Στάλιν. Αυτοί ως πρώτιστο καθήκον τους, πριν αλλά και μετά την κατάκτηση της εξουσίας, έθεταν το κτίσιμο ενός καθεστώτος που θα θυσίαζε το άτομο στ’ όνομα της εκβιομηχάνισης, θα έθετε ως προτεραιότητα το κόμμα και τον ηγέτη του ενώ θα θήτευε σε μια ενιαία ιδεολογία, η οποία θα διαχώριζε την κοινωνία σε κομματικούς και αιρετικούς. Αναπόφευκτο προϊόν και όχι απρόσμενη εξέλιξη αυτής της αντίληψης ήταν ο σταλινισμός.
Μετά όμως τη χρυσή τριακονταετία του σοσιαλδημοκρατικού –και όχι μόνο– Κράτους Πρόνοιας και μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» επανήλθαν και άρχισαν να πληθαίνουν οι φωνές που, παράλληλα με το τέλος της ιστορίας, προανήγγειλαν, για μια ακόμη φορά, το τέλος και της προόδου. Όχι όμως κάθε προόδου. Όχι το τέλος της προόδου του μεγάλου πλούτου, αλλά το τέλος της προόδου του κόσμου της εργασίας. Εδώ το πάνω χέρι είχε ο υπερφιλελεύθερος χώρος. Η άρνηση της προόδου της εργασίας για χάρη της προόδου του κεφαλαίου είναι ο πολιορκητικός κριός για τη νομιμοποίηση της άρνησης πως υπάρχει εναλλακτική απέναντι στην κυριαρχία των αγορών (There is no alternative). Αντί να εκτίθενται ορισμένοι ισχυριζόμενοι πως υπάρχουν μόνο οι αγορές, αρκούνται στο να ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει πρόοδος για την εργασία, παρά μόνο για το κεφάλαιο.
Ο υπερφιλελευθερισμός δεν αρνείται την πρόοδο εν γένει. Μόνο που γι’ αυτόν υπάρχει μόνο μια πρόοδος. Αυτή των ελεύθερων και ανεξέλεγκτων αγορών. Αυτή της συγκέντρωσης του χρήματος στα ψηλά και από εκεί ό,τι πέσει προς τα κάτω καλοδεχούμενο. Εξάλλου για τους πολύ αδύναμους υπάρχει και το «δίχτυ ασφαλείας» κι όχι το δαπανηρό Κράτος Πρόνοιας. Γύρω απ’ αυτή την αφήγηση στριμώχτηκαν μετανεωτερικοί συγγραφείς και «επιστήμονες», προνεωτερικοί δεσποτάδες, χρηματιστές, «επικοινωνιολόγοι», δημοσιολογούντες δημοσιογράφοι, αντι-woke-ιστας, «αριστεροί και δεξιοί πατριώτες» κ.ά. Ο κόσμος των ισχυρών και του ανεξέλεγκτα αυξανόμενου πλούτου βρήκε τους πυλώνες του στην άρνηση της ιδέας της προόδου γιά όλους όσοι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τους ρυθμούς των αγορών. Η πρόοδος, ως η έννοια που προτάσσει την ατομική και κοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη απ’ οποιονδήποτε οικονομικό ισολογισμό, αμφισβητείται πλέον από τους υπερφιλελεύθερους. Κι όμως η πρόοδος ως κοινωνική αλληλεγγύη και μάχη κατά των ανισοτήτων είναι το πρωτότοκο παιδί του κλασικού φιλελευθερισμού (Λοκ, Μοντεσκιέ). Οι υπόλοιποι, όπως είναι ο σοσιαλισμός, ο ρεπουμπλικανισμός, η σοσιαλδημοκρατία, είναι οι πιο κοντινοί συγγενείς της, αλλά δεν είναι οι πατέρες της. Η ιδέα της προόδου ως έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης και της μάχης κατά των ανισοτήτων είναι η μόνη που μπορεί να αντιπαρατεθεί στα κυρίαρχα ιδεολογήματα των ευρωπαϊκών πολιτικών και οικονομικών ελίτ, στα ιδεολογήματα της αμαρτίας, της ενοχής και της τιμωρίας που αυτά επιφέρουν σε λαούς και σε κράτη. Βεβαίως, ουσιαστικά πίσω απ’ αυτά τα ιδεολογήματα βρίσκονται αταβιστικοί εθνικισμοί και όχι θρησκευτικές επιρροές.
Η εμπιστοσύνη στον ορθό λόγο, η θέση πως η επιστήμη είναι ο εκλεκτός καρπός της λογικής και προϋπόθεση της ευτυχίας, η πεποίθηση πως ο άνθρωπος μπορεί να επιτύχει υψηλότερο βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο και να ζει καλύτερα μόνο σε συνθήκες δημοκρατίας θεωρούνται ως οι μεγαλύτερες διαψεύσεις του Διαφωτισμού και της ιδέας της προόδου. Ποτέ όμως δεν διαψεύδονται τα επιτεύγματα και τα παραπάνω είναι τα επιτεύγματα των νεωτερικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Το μέλλον αυτών των δημοκρατιών βρίσκεται στην επιστροφή τους στο πνεύμα του Διαφωτισμού και στην ιδέα της προόδου. Βεβαίως τόσο ο Διαφωτισμός χρειάζεται μια σημερινή αφήγηση όσο και η πρόοδος πρέπει να ενισχυθεί με πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων. Η πρόοδος όπως και ο Διαφωτισμός πληρώνουν σήμερα την επιτυχία τους. Οι ιδέες και των δυο θεωρούνται ξεπερασμένες, επειδή εφαρμόστηκαν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως απέτυχαν. Ευτυχώς, πέτυχαν.
⸙⸙⸙
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ κοινωνιολογίας, συγγραφέας.
