Αφιέρωμα: Πολιτική
Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Νικόλας Σεβαστάκης

Το παζλ στον αέρα. Για τις περιπλοκές της προόδου

Οι παλιές συζητήσεις σχετικά με τους διαφορετικούς τύπους προόδου δεν είναι σε καμία περίπτωση «ξεπερασμένες», όπως φαίνεται να πιστεύουν ή θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι δηλωμένοι «προοδευτικοί». Δεν υπάρχει προκαθορισμένη αρμονία μεταξύ επιστημονικής, τεχνικής, οικονομικής, πολιτικής και ηθικής προόδου.

Pierre-André Taguieff

Σήμερα τείνουμε να φοβόμαστε το μέλλον, αφού έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στη συλλογική μας ικανότητα να μετριάζουμε τις υπερβολές του, να το καθιστούμε λιγότερο φοβερό και αποκρουστικό, καθώς και πιο φιλικό στον χρήστη. Αυτό που ακόμη, από αδράνεια, αποκαλούμε «πρόοδο» προκαλεί σήμερα συναισθήματα αντίθετα από εκείνα που σκόπευε να δημιουργήσει ο Καντ, ο οποίος δημιούργησε την έννοια αυτή.

Zygmunt Bauman

Mε την παγκοσμιοποίηση, οι υβριδισμοί και οι επανεπινοήσεις γίνονται ο κανόνας: δεν υπάρχει πλέον περίπτωση να αντιπαραθέσει κανείς τον δυτικό πολιτισμό, στην απομόνωσή του, με τους άλλους πολιτισμούς. Κάτι που διαμορφώθηκε με μοναδικό τρόπο στη Δύση πριν διαχυθεί αλλού.

Marcel Gauchet

To ρήγμα

Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ένα πρόσθετο ρήγμα ανάμεσα στη σκηνή του θεωρητικού στοχασμού και στον χώρο της πρακτικής πολιτικής. Ενώ στη σκηνή του στοχασμού και της θεωρίας η ιδέα της προόδου έχει χάσει έδαφος ή υφίσταται διαρκείς αποδομήσεις, στον τρέχοντα πολιτικό λόγο ο προοδευτισμός και η πρόοδος εξακολουθούν να διατηρούν μεγάλη ισχύ. Κόμματα, πολιτικές παρατάξεις και κυβερνητικά προγράμματα παραπέμπουν στην πρόοδο και στη διεκδίκησή της. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, θα προταθεί η αντικατάσταση της διαιρετικής τομής αριστερά/ δεξιά, με το ζεύγος πρόοδος/ συντήρηση στη βάση της υπόθεσης ότι έχουμε να κάνουμε με μια πιο συγχρονισμένη και σύμφωνη με τα μεγάλα πολιτικά διλήμματα αντίθεση.

Στον λόγο των θεωρητικών και αναλυτών είναι πολύ διαδεδομένη η υπόθεση όπως τη συνοψίζει άριστα η ακροτελεύτια πρόταση στο βιβλίο του Andreas Reckwitz σημειώνοντας: «Η κλασική έννοια της προόδου, η οποία αποτελεί το μέτρο της πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης από τον Διαφωτισμό μέχρι σήμερα, θα πρέπει να αναθεωρηθεί τον εικοστό πρώτο αιώνα.[1]».

Σε αυτή τη γραμμή θα κινηθούν και οι δικές μου σκέψεις, με κάποιες ενστάσεις και δεύτερες σκέψεις. Είναι σαφές πως ο αναθεωρητισμός σε σχέση με την ιδέες της προόδου δεν σχετίζεται πάντα με τις εμμονές μιας ‘αντινεωτερικής’ δεξιάς μελαγχολίας. Αντανακλά έντονα αυτό το οποίο ο ιστορικός των ιδεών Pierre-André Taguieff ονομάζει συζήτηση περί των πολλών τύπων προόδου, έναν προβληματισμό δηλαδή που δεν είναι καθόλου ξεπερασμένος, ούτε μονοσήμαντος πολιτικά. Όπως και άλλοι όροι-κλειδιά της νεωτερικής εμπειρίας, συνειδητοποιούμε πως η πρόοδος κλίνεται στον πληθυντικό. Η σύγχρονη ιστορία και οι μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις του εικοστού αιώνα (αλλά και ό,τι ζούμε τώρα στην Ουκρανία, στη Γάζα και σε δεκάδες πεδία τραυμάτων του εικοστού πρώτου αιώνα) φανέρωσαν τις ασυμμετρίες και τις ασυνέπειες της προόδου: το πώς, για παράδειγμα, οι τεχνολογικές επιταχύνσεις ή η κουλτούρα της καινοτομίας ενδέχεται να μην μεταφέρουν μαζί τους μια συνολική βελτίωση ενός πολιτισμού ή της μιας ή άλλης κοινωνίας.

Οι ασυμφωνίες και οι σκοτεινές ζώνες είναι δεκαετίες υπό συζήτηση. Θα έλεγε, ωστόσο, κανείς ότι υπάρχει πάντα ένα στιλ φιλελεύθερης βελτιοδοξίας, μια θεώρηση δηλαδή των πραγμάτων υπό το πρίσμα του καλύτερου δυνατού κόσμου και των ευνοημένων του. Οι λεγόμενοι «νέοι αισιόδοξοι» και από την άλλη κάποιοι πιο δυστοπικοί εκλαϊκευτές τύπου Yuva Noal Harrari επιδιώκουν να εκπροσωπήσουν μια δημόσια φιλοσοφία για την πρόοδο, τους κινδύνους και την πορεία της ανθρωπότητας. Σημαντικό μέρος των δημόσιων συζητήσεων για την πρόοδο δεν αφορά έτσι τα πολιτικά πράγματα αλλά ευρύτερα ζητήματα μετάβασης προς ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον που υπόσχεται, πάντως, συγκλονιστικές ανατροπές. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τεχνολογική δυναμική; Φέρνει άραγε μαζί της και μια βιολογική, ανθρωπολογική ανατροπή με τη δημιουργία νέων νοημόνων όντων; Το βέβαιο είναι ότι η είδηση ότι με μια εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορείς να «διατηρήσεις» ζωντανούς τους νεκρούς της οικογένειας σου και πλήθος άλλες αντίστοιχες ειδήσεις από τον θαυμαστό κόσμο των apps ελκύουν περισσότερο την προσοχή από τις λόγιες συζητήσεις για το φιλοσοφικό ή ηθικό νόημα της προόδου. Πολλά αντίστοιχα αξιοθαύμαστα/ επίφοβα συναρπάζουν τους συγχρόνους αποτελώντας πια πρώτη ύλη για highlights της δημοσιότητας και για όλο και πιο αποκαλυπτικές συνεντεύξεις/πορτρέτα επιφανών της νέας τεχνολογικής, επιχειρηματικής και επιστημονικής σκηνής.

Κάπως έτσι, το νόημα της προόδου τείνει συχνά να ενσωματωθεί στις καινοτομίες του νέου καπιταλισμού αφήνοντας πίσω τις κληρονομημένες εκδοχές της προοδευτικής ιδεολογίας ως ασαφούς πεδίου όπου κατά καιρούς συναντήθηκαν κοινωνικές ελπίδες, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και λαϊκές προσδοκίες.

Οι περιπλοκές

Οι περιπλοκές της προόδου μπορεί να προσεγγιστούν από διαφορετικές σκοπιές, θεολογικές, κοινωνιολογικές ή πολιτικές. Αν σταθούμε στην πολιτική απορία, παρατηρούμε σημαντικές αλλαγές την ίδια στιγμή που διατηρούνται συγχρόνως γραμμές συνέχειας από το παρελθόν. Αν μιλήσουμε συμβατικά και με όρους πολιτικών στρατοπέδων ή πόλων, ό,τι ονομάζουμε στις δυτικές χώρες «προοδευτικό χώρο» κινείται εν πολλοίς σε δύο τροχιές: μια τροχιά πολιτισμικού φιλελευθερισμού και μια τροχιά ήπιων αναδιανεμητικών επιδιώξεων. Παρά το ότι εδώ και χρόνια υπάρχει και μια αριστερά που ισχυρίζεται ότι έχει αποστασιοποιηθεί από την παλαιά ιδεολογία της παραγωγικής μεγέθυνσης (τον παραγωγισμό), η δεσπόζουσα σκέψη στα αριστερά περιβάλλοντα είναι η αναφορά σε μια κοινωνική ή δίκαια επιμερισμένη ανάπτυξη. Στο βαθμό που το ελάττωμα του οικονομικού φιλελευθερισμού είναι η παραγωγή ανισοτήτων, η προοδευτική παρέμβαση επιδιώκει τον συνδυασμό της τεχνικής/ οικονομικής προόδου με την ισότητα ή, έστω, με τη μείωση των μεγάλων ανισοτήτων.

Από αυτή την άποψη, ο προοδευτισμός εξακολουθεί να είναι επεξεργασία θεμάτων και αιτημάτων μιας σοσιαλδημοκρατικής κληρονομιάς. Από τη στιγμή μάλιστα που υποχώρησε πλήρως η μία ή άλλη κομμουνιστική πρόταση ως πολιτική εναλλακτική για τους προοδευτικούς, οι περισσότερες μεταρρυθμιστικές φιλοσοφίες αντλούν εκλεκτικά από τη σοσιαλδημοκρατική κιβωτό.

Έχουν αναδυθεί, ωστόσο, πολιτικές και πνευματικές προτάσεις που αξιώνουν μια ρήξη με τον σοσιαλδημοκρατικής προέλευσης προοδευτισμό. Τόσο στην οικογένεια της πολιτικής οικολογίας, όσο και σε πλήθος κριτικών λόγων με αναφορές σε μια αναρχική ή νεοριζοσπαστική και ελευθεριακή οπτική, η ιδέα της προόδου ελέγχεται και μάλιστα με αυστηρό και ενίοτε ανελέητο τρόπο. Υπάρχουν ως εκ τούτου στον «προοδευτικό πόλο» φωνές που δεν θέλουν να θεωρούνται μέρη μιας κρατοκεντρικής, αναπτυξιακής και ορθολογιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι οι ίδιες περίπου φωνές που εκτιμούν πως μια ιδεολογία της προόδου –και οι καταβολές της στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό– φέρει μαζί της ένα σχέδιο αποικιακής κυριαρχίας και δυτικής εκμετάλλευσης εις βάρος των άλλων (ιθαγενών λαών, φυσικού περιβάλλοντος, παγκόσμιου Νότου). Επομένως, συναντούμε πλείστες αιρετικές εκδοχές χειραφέτησης και πολιτικής αφύπνισης που σπεύδουν να αποδομήσουν το ζεύγος προόδου/ συντήρησης προχωρώντας στο ξήλωμα των κλασικών πολιτικών λεξιλογίων ή των φιλοσοφικών προϋποθέσεων του «δυτικισμού».

Παρά την ύπαρξη όμως μιας «αριστερής» αναθεωρητικής συζήτησης για την πρόοδο σε ριζοσπαστικούς κύκλους, παρατηρούμε πως εκείνο που αναπτύσσεται πολιτικά στη Δύση είναι ένας συντηρητικός-αντιδραστικός πόλος. Οι πιο μαχητικές αμφισβητήσεις των φιλελεύθερων, επιστημονιστικών και τεχνοκρατικών πλάνων προέρχεται από μια νέα, πολύμορφη δεξιά. Αν εξαιρέσει κανείς φυσιογνωμίες της ανατρεπτικής φιλοσοφίας όπως ο Giorgio Agamben και όσους-ες που διατηρούν οφειλές τους στη Σχολή της Φρανκφούρτης, στη φουκωϊκή ανάλυση και σε έναν ‘αριστερό’ χαϊντεγκεριανισμό, η Αριστερά δυσκολεύεται να επιτεθεί κατά μέτωπο στην κουλτούρα της ύστερης νεωτερικότητας. Την ίδια στιγμή που δίκτυα και προσωπικότητες της νέας ριζοσπαστικής δεξιάς καλούν σε εξέγερση κατά των εξουσιών του αλγόριθμου, οι περισσότερες αριστερές προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν θετικά τις τεχνολογικές αναδιαρθρώσεις κατηγορώντας απλώς τη νεοφιλελεύθερη ιδιοποίηση και εκμετάλλευσή τους. Ο φόβος του λουδιτισμού και οι σχέσεις των προοδευτικών και αριστερών φιλελεύθερων δυνάμεων με τη λεγόμενη δημιουργική τάξη (τη νέα μεσαία τάξη των μητροπόλεων) αναστέλλει κάθε διάθεση αντιμετώπισης λεπτών ζητημάτων ως προς τάσεις του πολιτισμικού καπιταλισμού.

Φυσικά καμιά εκδοχή αριστεράς (ακόμα και η πιο κοινοτική και οικολογική) δεν μπορεί να απαρνηθεί το θεμέλιό της που είναι η ιδέα της χειραφέτησης του ανθρώπου μέσω της κατάκτησης της γνώσης και της υπέρβασης αλλοτριωτικών μορφών εργασίας. Το ιδεώδες μιας άλλης χρήσης των τεχνικών και πολιτισμικών καινοτομιών εμπνέει, με διαφορετικό τρόπο, τον προοδευτικό νου. Η χειραφέτηση παραπέμπει άλλωστε και στη διασφάλιση μιας υλικής αφθονίας ή έστω καταστάσεων όπου θα έχουν υπερνικηθεί τα εμπόδια ανάμεσα στον άνθρωπο και στο βασίλειο των δυνατοτήτων του. Το παλαιό όραμα μιας μηχανικής αυτοματοποίησης που θα επωμιστεί όλες τις άχαρες και ψυχοφθόρες εργασίες για να βασιλεύσει η κοινωνία της σοσιαλιστικής δημιουργικότητας συνεχίζει να επιζεί, προσαρμοζόμενο στις σημερινές τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές.

Πώς να παραβλέψουμε όμως το αδιάψευστο γεγονός πως η ρητορική περί απεριόριστων δυνατοτήτων ανθίζει πια (με όλο το μεγαλόστομο κιτς που τη συνοδεύει) στον λόγο ηγετικών στελεχών των εταιρειών της ψηφιακής οικονομίας; Το βαθύ «μετασχηματιστικό όραμα» (transformative vision) εκπέμπεται σήμερα από μηχανικούς πληροφοριακών συστημάτων ή δισεκατομμυριούχους startuppers. Στους αντίποδες, οι πολιτικές υποσχέσεις, ακόμα και αυτές μιας πιο προωθημένης κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, φαντάζουν χλωμές και αμήχανες απέναντι σε μια αποχαλινωμένη σφαίρα μελλοντολογικής ευφορίας που καθημερινά «παρέχει ειδήσεις»: για υπερνίκηση του γήρατος, επέκταση της ζωής στα εκατόν πενήντα ή στα διακόσια, σχολείο δίχως δασκάλους, ρομπότ συντρόφους, εραστές και εξομολόγους κ.λπ. Πολλές από αυτές τις δωρο-επιταγές στο ανθρώπινο είδος (ή σε όσους-ες θα έχουν τα χρήματα να ανταποκριθούν στο αντίστοιχο κόστος) ενδέχεται να είναι ‘μαζί μας’ σε πέντε ή δέκα χρόνια, με άλλα λόγια, θα μπορούσε να τις προλάβει και ένας boomer που γεννήθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Απαντάμε στο πρόβλημα αλλάζοντας τις λέξεις;

Διατίθενται πάντως ορισμένες λεξιλογικές λύσεις στο πρόβλημά μας και διαθέτουμε πια πολλές προτάσεις. Λόγου, χάρη, πολλοί διαχωρίζουν την πρόοδο από την απλή εξέλιξη ή την ανάπτυξη (development) από την ποσοτική μεγέθυνση της οικονομίας (growth). Στο φόντο έχει υποδειχτεί η στροφή από τη μεταφυσική της βεβαιότητας σε μια πρακτική φρόνηση που επωμίζεται την ευθύνη ενός περατού και εύθραυστου κόσμου. Για όλα αυτά έχει υπάρξει ένας πλούτος θεωρητικής εργασίας που κανένας δεν θα έπρεπε να υποτιμήσει.

Στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής, ωστόσο, η κατάσταση παραμένει γεμάτη ασάφειες. Από τη μία, παρατηρούμε την αφυπνισμένη επιθετικότητα των νεοαντιδραστικών που προωθούν μια αληθινή επιδημία νοσταλγίας για παλαιότερες περιόδους της Δύσης και της ζωής. Από την άλλη, αισθανόμαστε τη ζωτική ανάγκη να πάμε πέρα από έναν γραμμικό ή αφελή προοδευτισμό για να υπερασπιστούμε ένα πιο απαιτητικό μίγμα δικαιωμάτων και δημόσιων ευθυνών ως προς το μέλλον των νεότερων γενιών και του πλανήτη.

Στην πράξη, όμως, αυτό που λέμε ‘επανερμηνεία της ιδέας της προόδου’ δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Συναρτάται με επιμέρους επιλογές και αποφάσεις που δεν διαθέτουν ευρύτερη συναίνεση. Για τους περισσότερους φιλελεύθερους, η πρόοδος περιλαμβάνει –και μάλιστα σε περίοπτη θέση– την επιχειρηματική ελευθερία και την ευχέρεια για εντονότερη εμπορευματική αξιοποίηση τόσο του εξωτερικού, φυσικού κόσμου όσο και των ίδιων των ατομικών εαυτών. Στη συμβατική εκδοχή (όχι τη φιλοσοφική), η πορεία από τον Λοκ στο Τικ-Τοκ σηματοδοτεί μια πορεία θριάμβου των ατομικών επιλογών και προτιμήσεων εντός ενός χώρου ανταλλαγών και αμοιβαίων ικανοποιήσεων. Τα άτομα έτσι καλούνται με επιμονή να αποδείξουν κάθε στιγμή την αξία τους αναπτύσσοντας επωφελείς για την αγορά δεξιότητες.

Για τους συντηρητικούς, από την άλλη, κάθε πρόοδος οφείλει να συμβουλεύεται τα δοκιμασμένα ήθη και τις παραδοσιακές λύσεις που δόθηκαν και «επέτυχαν» –αφού μπόρεσαν να μακροημερεύσουν. Τέλος, για όσους και όσες αναζητούν μια πιο ριζοσπαστική μετάφραση των δημοκρατικών αρχών και αξιών, δεν μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο εκεί που αυξάνονται οι ανισότητες ή υπεισέρχονται μορφές εκμετάλλευσης και χειραγώγησης.

Επομένως, οι γραμμές παραμένουν ασύμπτωτες και οι εκατέρωθεν ερμηνείες δεν μπορεί να συμφιλιωθούν δίχως εκατέρωθεν υποχωρήσεις. Ποιος όμως θα κάνει πίσω σε έναν ανταγωνισμό ιδεών και αξιών που έχει μετατραπεί σε μια σειρά πολιτισμικών πολέμων μέσω της κάθε πλατφόρμας social media; Παρά την αίσθηση κάποιων ότι τα ιδεολογικά σύνορα έχουν θολώσει, νέες και πιο σκληρές διαιρέσεις αναδύονται στη μεθόριο πολιτικής, δημοφιλούς κουλτούρας και δημόσιων συναισθημάτων. Αυτό όμως σημαίνει ότι έχουν τιναχτεί στον αέρα πολλές από τις προϋποθέσεις μιας δημόσιας σφαίρας ικανής να συζητεί και ιδίως να ανασυνθέτει διαφορετικά επιχειρήματα. Ελάχιστο μέρος του κομματικού συστήματος ή άλλων θεσμικών οργανισμών κόπτεται να επανεξετάσει τους όρους της προόδου και της συντήρησης. Η όποια συζήτηση παραμένει όμηρος του κομματικού ανταγωνισμού και μιας συνθηματολογικής και αντι-θεωρητικής προσέγγισης στο τι είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό.

Απόρριψη και αναθεώρηση

Είναι διαφορετικό να διαπιστώνει κανείς ότι η πρόοδος έχει περιπλοκές από το να υποστηρίζει, με ευκολία, την απόρριψη της ιδέας της προόδου. Λέμε πια πως έχουμε πολλούς λόγους να επερωτούμε κριτικά πλευρές της δυτικής, καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Διάφορα σχήματα ορθολογικού υπολογισμού, ψευδο-οικουμενικού «φιλελεύθερου» ιμπεριαλισμού και ηθικής αλαζονείας έχουν, σωστά, εκτεθεί στις πιο έντονες συζητήσεις και αμφιβολίες. Πολλά από τα στοιχεία της παραδοσιακής κουλτούρας της αστικής δεξιάς και της εργατιστικής-λαϊκιστικής αριστεράς βοήθησαν να απλωθούν κύματα ανισότητας και ανελευθερίας, παρά το ότι αξίωσαν πίστη στις κλασικές διαφωτιστικές επαγγελίες, είτε στη σημαία της ελευθερίας είτε στα λάβαρα της ισότητας.

Υπάρχουν όμως πλέον κίνδυνοι και από μια άλλη πλευρά. Στο όνομα της επίθεσης στις αυταπάτες της προόδου, να απαξιώσουμε την ιδέα της οικουμενικότητας θεμελιωδών αρχών, σιγοντάροντας μάλιστα σύγχρονες εκδοχές ανορθολογισμού και ευνοώντας εντέλει την επέλαση των εθνικιστικών και ταυτοτικών κινημάτων. Επομένως μια αναθεώρηση της προόδου είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τα συνοπτικά κατηγορητήρια για τη «δυτική σκέψη» ή τους αφορισμούς για τον «λευκό, ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρήσουμε ουσία της Δύσης τον δικαστή Χόλντεν στον Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθι ούτε τον καπετάνιο Άχαμπ στον Moby Dick. Από την άλλη, δεν μπορούμε να κάνουμε ως εάν το κακό να υπήρξε απλώς εξαίρεση ή περιθωριακό συμβάν σε μια, κατά τα άλλα, ανοδική πορεία προς την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Η φιλελεύθερη αισιοδοξία είναι λάθος, πόσο μάλλον που, ενίοτε, για να απαντήσει στους καταστροφιστές, επιλέγει στατιστικούς πίνακες μαζί με έναν εκνευριστικά αυτάρεσκο λόγο.

Το παράδοξο είναι ότι είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε την κοινωνική πρόοδο ως ιδέα στην οποία ενυπάρχει και ένα αίτημα συντήρησης. Η συντήρηση τόπων της ανθρώπινης εμπειρίας από την ορμή της τεχνολογικής και οικονομικής υπερ-επιτάχυνσης είναι μέρος μιας προοδευτικής παιδείας, όχι το αντίθετό της. Η πρόοδος, εξάλλου, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την καινοτομία της παραγωγής και τη δυναμική των αγορών. Πολιτικά, η πρόοδος δεν πρέπει να συγχέεται με τη μεγέθυνση και τον δυναμισμό μιας οικονομίας –αν ήταν έτσι θα θεωρούσαμε την Κίνα του Σι Τζινπινγκ ή την Ινδία του Ναρέντρα Μόντι εξαιρετικά προοδευτικές χώρες, όπως και τις κυβερνήσεις τους.

Είναι έτσι ανέφικτο να προσεγγίσουμε το ερώτημα περί προόδου δίχως να συνεκτιμήσουμε και άλλες σημαντικές ιδέες ή έννοιες της κοινωνικής και ιστορικής μας διαμόρφωσης. Ανάλογα με το κριτήριο που επιλέγει κάποιος, τα συμπεράσματα θα διαφέρουν. Αν, για παράδειγμα, το κριτήριο είναι η κοινωνική ελευθερία (δηλαδή ο συλλογικός έλεγχος που ασκούμε σε όλες τις μορφές κυριαρχίας και ιδίως στις αυθαίρετες,) πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι για πολλές αποτυχίες σε αυτό το πεδίο. Αν κριτήριο είναι ορισμένα κεκτημένα ενός τρόπου ζωής με πολλές ελευθερίες κίνησης και τεράστιο φάσμα προτιμήσεων, η συνθήκη που ζούμε φαίνεται πολύ ικανοποιητική. Αν κριτήριο είναι η άθροιση τεχνολογικών και παραγωγικών επιτευγμάτων, ο κόσμος μας φανερώνεται κάθε μέρα σαν ένα πάρκο θαυμάτων από όπου φυσικά δεν λείπουν και πολλά τέρατα. Αν, από την άλλη, σταθούμε στην εξέλιξη των μορφών οργανωμένου εγκλήματος, στην ανομία που επεκτείνεται στη συμπεριφορά των κρατών ή σε διάφορες μορφές κοινωνικής βαναυσότητας, τότε δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για ουσιαστική πρόοδο, παρά τις αισιόδοξες αλχημείες των φιλελεύθερων οπτιμιστών.

Ως πολιτικό ιδεώδες, η πρόοδος χρειάζεται επανεκκίνηση και αναθεώρηση, όχι άρνηση ή απερίσκεπτες καταδικαστικές αποφάσεις. Η εποχή των πληθυντικών κρίσεων μαρτυρεί ότι στοιχεία μιας συντηρητικής ηθικής σκέψης μπορεί να λειτουργούν ως απαραίτητες προειδοποιήσεις για απειλές από τη φιλελεύθερη καπιταλιστική φυγή προς τα εμπρός και την έλλειψη σύνεσης που χαρακτηρίζει πλευρές της οικονομίας και της κουλτούρας στον ύστερο καπιταλισμό. Την ίδια στιγμή, οι καταστατικές ευαισθησίες των προοδευτικών χειραφετητικών κινημάτων, για τα θέματα της εργασίας, των κοινωνικών δικαιωμάτων και μιας πιο συμμετοχικής και λιγότερο ελιτίστικης πολιτικής δημοκρατίας, εξακολουθούν να ζητούν εκπροσώπηση. Είναι αβάσιμη η υπόθεση πως μπορούμε να έχουμε πολιτικές χειραφέτησης δίχως μια ορισμένη ιδέα της προόδου. Οι πολιτικές αποτυχίες και οι τραγωδίες του προηγούμενου αιώνα επιβάλλουν ωστόσο εργασίες κοπιώδους επανεξέτασης της πολιτικής, φιλοσοφικής και ηθικής κληρονομιάς των δυο κεντρικών προοδευτισμών της νεωτερικότητας, του φιλελεύθερου και του σοσιαλιστικού. Σε αυτή την αναζήτηση λογοδοτούν οι πιο ενδιαφέρουσες προσπάθειες της κοινωνικής και πολιτικής σκέψης αυτών των δεκαετιών όπου βαδίζουμε από κρίση σε κρίση, ανιχνεύοντας περάσματα προς μια νέα πολιτική σκέψη.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

  • Marcel Gauchet, L’Avènement de la démocratie, volume IV Ο νέος κόσμος, Paris, Gallimard, 2017.
  • Pierre-André Taguieff, Le sens du progrès. Une approache historique et philosophique, Champs Essais, 2006
  • John Gray. The Silence of the Animals: On Progress and Other Modern Myths, Λονδίνο, Allen Lane, 2013.
  • John C. Caiazza, The crisis of progress. Science, Society and Values, Routledge, 2015.
  • Marion Dupont, «Les métamorphoses du progressisme », Le Monde (8.10.2021, αναρτήθηκε στις 21.10.2021).
  • Αndreas Reckwitz, To τέλος των ψευδαισθήσεων, Αλεξάνδρεια, 2023.
  • Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Οι ιδέες της προόδου και της συντήρησης. Δοκίμιο για την πολιτική σε ρευστούς καιρούς, Πόλις, 2022.

[1] Andreas Reckwitz, Το τέλος των ψευδαισθήσεων. Πολιτική, οικονομία και κουλτούρα στην ύστερη νεωτερικότητα, μτφρ. Ευαγγελία Τόμπορη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2023.

Κύλιση στην κορυφή