I.
Οι έννοιες, οι λέξεις δηλαδή με τις οποίες αυτές δηλώνονται, ενίοτε είναι όπως τα νομίσματα: όσο πιο πολύ κυκλοφορούν τόσο χάνουν την αξία τους. Αυτό συμβαίνει και με την έννοια της κρίσης. Όχι ότι δεν υπάρχει ως κρίση των θεσμών, των αξιών, της οικονομίας και βεβαίως της δημοκρατίας. Υπάρχει όμως κατάχρηση του όρου ως προς το ότι θεωρείται κάτι που έχει δεδομένη αρχή και τέλος. Σε ό, τι αφορά, πάντως, την πολιτική δημοκρατία, δηλαδή την αντιπροσωπευτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, η κρίση είναι μάλλον εγγενές της χαρακτηριστικό. Σήμερα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία διέρχεται κρίση, η οποία αποτυπώνεται και στις αντιδράσεις των πολιτών: φοβικές αντιδράσεις των πολιτών και συντηρητική αναδίπλωση μεγάλου μέρους της κοινωνίας, με ανάδειξη φονταμενταλιστικών στοιχείων ως προς τη σύνδεση θρησκείας και πολιτικής, λαϊκιστικές υπερβολές κατά την εκφώνηση του δημόσιου πολιτικού λόγου, υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού λόγου, διαδικτυακή εξαλλοσύνη, που αντιστοιχεί σε πολιτική –και όχι απλώς και μόνο ρητορεία, πλέον– του μίσους, καθώς και απαξίωση του κύρους των πολιτικών θεσμών. Αυτό, όμως, είναι μέρος της κρίσης που χαρακτηρίζει εγγενώς την πολιτική δημοκρατία ως ανεκτικό και δικαιοκρατικό πολίτευμα. Το να σκεφτούμε, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο την έννοια της κρίσης ισοδυναμεί με το να την μεταφέρουμε σε άλλο εννοιολογικό πλαίσιο, δηλαδή να την σκεφτούμε ως άνθρωποι δυνάμενοι να παρατηρήσουμε το φαινόμενο, τις πολυσχιδείς εκδηλώσεις της κρίσης σε συνθήκες και κανόνες, που ίσως δεν είχαμε διανοηθεί νωρίτερα. Αυτός ο τρόπος σχετίζεται περισσότερο με το να καταλάβουμε την κρίση ως ίδιον γνώρισμα των πολιτευμάτων –και κυρίως της δημοκρατίας– αλλά και της ίδιας της προόδου. Αυτή η τελευταία θέση μπορεί να τροποποιήσει και την αντίληψη ως προς τη σχέση συντήρησης και προόδου. Δηλαδή, η συντήρηση είναι απλώς και μόνο το αντίθετο της προόδου; Είναι το εμπόδιο και η ανασχετική δύναμη στη μεταρρυθμιστική εξέλιξη και αλλαγή των πραγμάτων; Ωστόσο, τα πράγματα –με αυτή τη σκόπιμη αοριστία που έχει η έννοια– τα συλλαμβάνουμε πάντοτε εντός της ιστορικότητας. Εκεί, άλλωστε, νοηματοδούνται και οι έννοιες της συντήρησης, της προόδου, αλλά και της ίδιας της πολιτικής[1]. Χωρίς την πολιτική και την ιστορικότητα, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για συντήρηση ούτε για πρόοδο.
Σε ποιο εννοιολογικό πλαίσιο, όμως, μπορούμε να εντάξουμε τα παραπάνω; Ποια συνθήκη πραγματολογικών όρων και συμφραζομένων μπορεί να αποτελέσει το πεδίο εντός του οποίου θα οργανώσουμε το αναγκαίο, ως προς όλα αυτά, κατανοητικό και εξηγητικό μας εγχείρημα; Ας ξεκινήσουμε από εκεί που πραγματικά βρισκόμαστε. Το «εκεί» και το «εδώ» όμως έχουν ένα σημαντικό πρόβλημα: υπονοούν ένα σταθερό τοπικό σημείο έδρασης και αναφοράς, που, σε σχέση με τη δέσμη των παραπάνω προβλημάτων, ίσως και να μην είναι τόσο σταθερό. Ίσως να μετακινείται και να αλλάζει. Πώς μετακινείται; Προς τα εμπρός, όπως ακριβώς υποδηλοί η έννοια της προόδου, οπότε και θα δοκιμαστεί η συγκρατημένη και μεθοδική προβλεπτική ικανότητα των θεωριών;
Η περίοδος που διανύουμε νομίζω ότι δείχνει κάτι άλλο: ο ιστορικός χρόνος φαίνεται σαν διπλότυπο, σαν να είναι μπροστά μας ως κίνηση που έχει δύο αντίγραφα: και προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Με την πρώτη κίνηση εκδηλώνει και όλη την αποκαθηλωτική δυναμική του, αλλάζοντας εμπεδωμένες βεβαιότητες, εκφραζόμενες υπό τη μορφή συμπαγών πεποιθήσεων και άκαμπτων νοοτροπικών στάσεων, ενώ, με τη δεύτερη, μας φέρνει μπροστά σε εικόνες του παρελθόντος, που τις βλέπουμε σε σταθερή, διαδοχική εναλλαγή, όπως στο view master, που ως πιτσιρικάδες το χαζεύαμε μαγεμένοι, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Είναι οι εικόνες των αρχαϊκών απειλών, που τις ξαναζωντάνεψε η πανδημία, αλλά και η κοντινή απειλή του τέλους της ζωής στον πλανήτη μέσω της διαρκώς επιδεινούμενης κλιματικής κρίσης και του ριζικού ανορθολογισμού του αδιαλείπτως θηρευόμενου κέρδους, σε βάρος της ζωής στον πλανήτη. Οι πολλαπλοί και ασυντόνιστα εναλλασσόμενοι ρυθμοί, με τους οποίους πλέον κινείται ο κόσμος, έχουν αποδιοργανώσει τον μετρονόμο με τον οποίον κρατούσαμε μία σχετική, ρυθμική αρμονία, μια ισορροπία. Η κρίση την οποία διέρχεται το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου και η οποία αποτυπώνεται στη διαρκώς ενισχυόμενη πεποίθηση πολλών Ευρωπαίων πολιτών, ότι δηλαδή τα αυταρχικά κράτη και καθεστώτα (η Ουκρανία παραμένει μόνη της να υπερασπίζεται τη δυτική δημοκρατία έναντι του επιτιθέμενου αυταρχισμού) είναι πιο αποτελεσματικά από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, είναι χαρακτηριστική. Φάνηκε αυτό, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με την αντίδραση στα αναγκαία περιοριστικά μέτρα και, κυρίως, με την αντίδραση προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Εξακολουθεί να φαίνεται με τη συμπάθεια μερίδων αυτών των κοινωνιών προς τη Ρωσία ή την Κίνα. Ταυτοχρόνως, η εισβολή της Ρωσίας σε μία εθνικά κυρίαρχη χώρα, όπως η Ουκρανία, θέτει υπό δοκιμασία, όχι μόνο τη δυτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά και τη στρατηγική αυτονομία και τη στρατιωτική επάρκεια της Ευρώπης. Μαζί όμως εκδηλώνεται και υπεραντίδραση ως προς έναν πιθανό πόλεμο, ο οποίος, από ελλοχεύων, πιθανός κίνδυνος –εξηγήσιμος σε μία τέτοια ευρεία συνθήκη διακινδύνευσης– ερμηνεύεται ως ακλόνητη βεβαιότητα. Όμως, αυτή η ευρεία συνθήκη διακινδύνευσης είναι το πεδίο της σύγχρονης δυτικής, φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ό, τι συνιστά διακινδύνευση για τη δυτική δημοκρατία είναι πλεονέκτημα για τα αυταρχικά καθεστώτα: η πρώτη είναι πλουραλιστική και ανεκτική. Πρέπει να είναι διαβουλευτική και εύνομη. Πρέπει να ισορροπεί τη δημοκρατική αρχή με το σύνολο των δικαιοκρατικών αρχών και των συναφών δικαιωματοκρατικών εγγυήσεων. Τα δεύτερα δεν είναι σύνθετα, όπως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Είναι απλά. Είναι –και σε ό,τι αφορά και τη λαϊκιστική τους έκφραση– και απλουστευτικά. Ως εκ τούτου, εστιάζονται σε ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, απαξιώνοντας τις νομιμοποιητικές διαδικασίες ως «ψιλά γράμματα». Ο «τραμπισμός» –και όχι μόνον ο Τραμπ– είναι χαρακτηριστική περίπτωση, «εξευρωπαϊσμένη» πλέον, εφόσον, όχι μόνον ιδεολογικά, αλλά και πολιτικά, φαίνεται ότι μετώκησε στην Ευρώπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς[2], διαρκώς αμφισβητούμενη από τη νεόκοπη Άκρα Δεξιά ώστε να πληγεί πιο αποτελεσματικά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως πεδίο ανάδειξης αυτής της διάκρισης, τουλάχιστον στον 20ό αιώνα, επιμένει να είναι παρούσα ως διαρκής συνθήκη εξορθολογισμού των λειτουργιών του πολιτικού συστήματος. Χωρίς αυτή τη διάκριση, ο πολιτικός αυτοκαθορισμός, αλλά και η αυτοτοποθέτηση των πολιτικών κομμάτων, αλλά και των ίδιων των πολιτών, δεν είναι εφικτά. Όμως, το πολιτικό σύστημα –για την ακρίβεια κάθε δημοκρατικό πολιτικό σύστημα– είναι ακατάληπτο χωρίς τις συνεχείς κρίσεις, τις οποίες διέρχεται σε διαφορετικές φάσεις, άρα χωρίς την έννοια της διαρκούς κρίσης ως μίας «ιδιότυπης», αλλά και λειτουργικής κανονικότητας. Λειτουργικής ως προς τι; Μα ως προς το να συλλάβουμε όλες τις ισορροπίες, καθώς και όλες τις ταλαντώσεις, που αφορούν την αξιόπιστη λειτουργία των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία πείθει μέσω των θεσμών της[3]. Έτσι επιτυγχάνει τη νομιμοποίηση, την οποία οφείλει διαρκώς να κερδίζει. Να την κερδίζει, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν την έχει παντελώς –και αδιαμφισβητήτως– εγγυημένη.
Η αμφισβήτηση μπορεί να προέλθει από τη διαρκώς αυξανόμενη και βαθυνόμενη πολιτική υποαντιπροσώπευση, που προκύπτει κυρίως από τις άγριες κοινωνικές ανισότητες. Μπορεί επίσης να προέλθει από προβλήματα διαχειριστικής-πολιτικής ανεπάρκειας, που επιτείνουν την κρίση του πολιτικού συστήματος ως συνθήκης, και όχι μόνον ως διαχειριστικού μηχανισμού, και παραγωγής και αντιμετώπισης κρίσεων. Προέρχεται όμως και από μία βαθύτερη αλλαγή του πολιτικού σώματος ως προς την υπόστασή του, σε σχέση με την πολιτική δημοκρατία, δηλαδή σε σχέση με το πώς μεγάλος μέρος αυτού του πολιτικού σώματος φαίνεται ότι υποτιμά την αξία της πολιτικής. Αυτό φαίνεται κυρίως στις λεγόμενες «αντισυστημικές» μερίδες του πολιτικού σώματος και της κοινωνίας. Εάν συνδυάσουμε τα παραπάνω, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για σημαντική θεσμική κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο, νομίζω ότι μπορούμε να σκεφτούμε τα προβλήματα που αφορούν το τι σημαίνει συντήρηση και πρόοδος σήμερα. Και, όντως, εάν δεν αναμετρηθούμε με αυτά τα ερωτήματα, δεν θα μπορούμε όχι να απαντήσουμε, αλλά ούτε κάν να υποβάλουμε, με σοβαρές αξιώσεις διαλογικού ελέγχου και επεξεργασίας, και το κρίσιμο ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;».
Προφανώς και ένα τέτοιο ερώτημα –οδηγητικής, ευρετικής αξίας και ισχύος– έχει αφετηρία του το τώρα. Και, τώρα, τίθενται υπό αμφισβήτηση οι σημαντικότερες παράμετροι του πολιτικού συστήματος. Αμφισβητείται, όχι μόνο το κομματικό σύστημα, αλλά και η ίδια η αξία του κομματικού φαινομένου. Αμφισβητείται η αξιοπιστία των εκλογικών διαδικασιών και του Κοινοβουλίου. Αμφισβητείται η ίδια η αξία της δημόσιας σφαίρας, δηλαδή το δημόσιο πρόσωπο των πολιτών, διά της απαξίωσής της μέσω της απολυταρχικής κατίσχυσης της ανενδοιάστως προβαλλόμενης ιδιωτικότητας. Με άλλα λόγια, αμφισβητούνται όλα τα εχέγγυα της αντιπροσώπευσης. Η αμφισβήτηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος αμφισβητεί την ίδια τη νομιμοποίηση των θεσμικών λειτουργιών του πολιτεύματος. Τέλος, αμφισβητείται το κράτος δικαίου, δηλαδή η δικαιοκρατική οργάνωση των αρχών της πολιτικής δημοκρατίας.
II.
Η δημοκρατία είναι ακριβό πολίτευμα. Κοστίζει πολύ, ώστε να παρέχει και την αναγκαία εξασφάλιση κοινωνικών δικαιωμάτων προς τους πολίτες. Θέλει, όμως, και ιδιαίτερη φροντίδα, διότι είναι ευάλωτο, σχεδόν εύθραυστο, πολίτευμα. Συχνά κινδυνεύει και από τον εφησυχασμό των πολιτών, από την τάση για την απομάκρυνση από την ατομική ευθύνη, η οποία νοηματοδοτεί την ίδια την πολιτική ιδιότητα, ιδίως ως προς την ισότιμη και ισορροπημένη σχέση και αντιστοιχία δικαιωμάτων προς υποχρεώσεις, χωρίς την οποία δεν υπάρχει ισονομία. Και χωρίς την ισονομία, τα δικαιώματα μετατρέπονται σε προνόμια, οπότε και η δημοκρατία εξαλλάσσεται σε ancien régime. Η κουτοπόνηρη –και συχνά θρασεία– παράβλεψη των τελευταίων, κάνει τα δικαιώματα να μην είναι ίσα. Άλλως πώς, όποιος ενθυλακώνει («καβαντζάρει» θα ήταν το σημασιολογικώς ακριβέστερο ρήμα, για να περιγραφεί το φαινόμενο) δικαιώματα, τα μετατρέπει σε προνόμια σε βάρος των άλλων, άρα αίρει τη συνθήκη της ίσης ελευθερίας όλων. Μετατρέπει, λοιπόν, και την ελευθερία από ίσο δικαίωμα σε προνόμιο, οπότε δεν θα είμαστε όλοι εξίσου ελεύθεροι. Αυτή η συνθήκη ορίζει και τη συνοχή του πολιτικού σώματος. Κάθε πολιτειακή απόφαση, όμως, οφείλει να ανάγεται στην έννοια και τον κυριαρχικό ρόλο αυτού του πολιτικού σώματος, δηλαδή του λαού ή του δήμου. Τα μέλη που συναπαρτίζουν αυτό το κυρίαρχο πολιτικό σώμα, δηλαδή τον φορέα της δημοκρατικής κυριαρχίας, είναι φορείς ίσων δικαιωμάτων και ίσων υποχρεώσεων. Μόνον έτσι επιτυγχάνεται και διασφαλίζεται η δυνατότητα του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού όλων. Η σχέση δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας ταυτίζει την τελευταία με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η κριτική, που δεν πρέπει ποτέ να διαλανθάνει την προσοχή, εστιάζεται στο ότι, με αυτόν τον τρόπο, η λαϊκή κυριαρχία χάνει τη νοηματική της αυτοτέλεια, εφόσον το κανονιστικό της περιεχόμενο συρρικνώνεται και εξαφανίζεται κατά τη σύμφυσή της με την αντιπροσώπευση. Δηλαδή, η κυριαρχία του λαού εξαντλείται στην έκφραση της βούλησής του, η οποία αποσκοπεί στην εκλογή αντιπροσώπων και κυβέρνησης.
Είναι απλώς και μόνο αυτό η αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Σαφώς και ο προσδιορισμός «αντιπροσωπευτική» προσδιορίζει κυβερνητικό σύστημα, ένα σύστημα διακυβέρνησης. Η αντιπροσωπευτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, όμως, είναι κάτι περισσότερο. Είναι επίσης –και σε πολύ μεγάλο βαθμό– ένα σύστημα αξιών και ηθικοπολιτικών αρχών. Είναι ιστορικό και πολιτισμικό κεκτημένο με θεσμική συγκρότηση και οργάνωση. Είναι το ουσιαστικό, θεσμικό προαπαιτούμενο κάθε εξέλιξης. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία –και η διαφύλαξή της υπήρξε το ιστορικό και πολιτισμικό διακύβευμα και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ύστερα από αυτόν –αλλά και εξαιτίας του ότι αποτέλεσε και κρίσιμο διακύβευμά του– κατέστη και αξιακό κεκτημένο, με οικουμενική εμβέλεια. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπευτική, φιλελεύθερη δημοκρατία αποτέλεσε –και εξακολουθεί να αποτελεί– και την κατεξοχήν στάση εντός του συλλογικού πολιτικού βίου, εντός της αξιακής επικράτειας του «Εμείς». Αυτό το «Εμείς» στηρίζεται σε δύο ισχυρούς πυλώνες: τη δημοκρατική αρχή, λογιζόμενη ως σύνθεση ελευθερίας και ισότητας, και το κράτος δικαίου. Αυτό εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα και διασφαλίζει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την εύνομη λειτουργία της δημοκρατίας. Χωρίς το κράτος δικαίου, δεν έχουν ισχύ ούτε τα πολιτικά ούτε και τα κοινωνικά δικαιώματα. Χωρίς αυτό, αδρανεί –ή και ακυρώνεται ακόμη– η κοινωνία των πολιτών, ενώ και το ίδιο το πολιτικό σύστημα αποκόπτεται από τις ιστορικές και αξιακές προϋποθέσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ίδια η δημοκρατία ταυτίζεται με το κράτος δικαίου, όπως ταυτίζεται και με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, διότι η δημοκρατία –στην ιστορική της διάσταση και διαμόρφωση– υπάρχει μόνο ως αντιπροσωπευτική και φιλελεύθερη δημοκρατία.
Ο ευρωπαϊκός, συνταγματικός πολιτισμός, μέγιστο επίτευγμα του οποίου είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν νοείται χωρίς την ιστορική συνάντηση –και πλέον σύμφυση– του δημοκρατικού πολιτεύματος με το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Και αυτό, δηλαδή το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης, ως κοινοβουλευτικό σύστημα, λειτουργεί σε διαρκή αναφορά προς τον θεσμό του πολιτικού κόμματος, το οποίο αποτέλεσε κύριο γνώρισμα της πολιτικής νεωτερικότητας. Χωρίς τον θεσμό του πολιτικού κόμματος, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί είναι ακατανόητοι και ανεξήγητοι. Βέβαια, η πολιτική συμμετοχή δεν ταυτίζεται με το φαινόμενο του πολιτικού κόμματος, αλλά και δεν μπορεί να αποχωριστεί από αυτό, εφόσον η ύπαρξη και η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων ταυτίζεται με τα δικαιώματα συλλογικής δράσης, τα οποία, με τη σειρά τους, προϋποθέτουν την ταύτιση δημοκρατίας και κράτους δικαίου. Το αντιπροσωπευτικό εύρος και η δυναμική του πολιτικού κόμματος συναρτάται ευθέως με την εμβέλεια της κοινωνικής του αναφοράς. Από τον 19ο αιώνα και μετά, στην Ευρώπη, αυτή η εμβέλεια καθορίζει και την ικανότητα των κομμάτων να λειτουργούν ως θεσμοί κοινωνικής εκπροσώπησης. Συνεπώς, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία λειτουργεί και ως δημοκρατία των κομμάτων. Με αυτόν τον όρο, όμως, δεν εννοώ τον πελατειακό κομματισμό και τη χειραγωγική του επιβολή στη δημόσια διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλους θεσμούς. Η συνάφεια αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και δημοκρατίας των κομμάτων αποτυπώνει και τη βαθειά και εκτεταμένη κρίση αντιπροσώπευσης, η οποία εκδηλώνεται και ως κρίση του κομματικού φαινομένου, εφόσον τα πολιτικά κόμματα θεωρούνται αναξιόπιστα. Και αυτό, επειδή θεωρείται αναξιόπιστη η ίδια η πολιτική. Αυτό είναι και το αναπεπταμένο πεδίο της Άκρας Δεξιάς, στην Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας.
Είναι γεγονός ότι πολλές φορές δεν φαίνεται καθαρά η θεσμική και λογική διάκριση της κυριαρχίας από την κυβέρνηση. Αυτό όμως δεν μπορεί να κλονίσει την αξία του γεγονότος ότι η αντιπροσωπευτική, συνταγματική δημοκρατία είναι το μέγιστο επίτευγμα του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού[4]. Συνεπώς, η αντιπροσωπευτική, φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την αναφορά στο αξιακό σύστημα αυτού του πολιτισμού. Είναι ακατανόητη χωρίς την ιστορική επίγνωση της διαδικασίας των πολιτικών διεκδικήσεων, των οικονομικών αλλαγών, των θεσμικών μεταβολών που συνυφάνθηκαν με την άνοδο της αστικής τάξης και την πολιτική της ανεξαρτησία και, εν συνεχεία, με την πολιτικά αυτόνομη δραστηριότητά της. Δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς τη συγκρότηση του φιλελεύθερου κράτους, τα ιστορικά αιτήματα του 18ου αιώνα και, κυρίως, χωρίς την επίγνωση της σπουδαιότητας του φαινομένου του τυπικού Συντάγματος και της συνταγματικής οργάνωσης, καθώς και της σύστασης της δημοκρατικής πολιτείας και της ρεπουμπλικανικής έννοιας της ελευθερίας, από κοινού με τις αδιαπραγμάτευτες ατομικές ελευθερίες, τα συναφή δικαιώματα και, βέβαια, τις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Εάν η αντιπροσωπευτική, συνταγματική δημοκρατία περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω, τα οποία την συγκροτούν, τότε είναι αδύνατο η τωρινή κρίση της να μην είναι και κρίση όλων αυτών.
Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι καλούμενοι να αποφασίσουν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές επιλογές και εναλλακτικές λύσεις. Η ίδια η δυνατότητα επιλογής υπάρχει εκεί όπου διασφαλίζεται ο πολιτικός πλουραλισμός και ο απότοκός του πολιτικός ανταγωνισμός, δηλαδή στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Η δυνατότητα να κάνουμε επιλογές είναι η προϋπόθεση της πολιτικής μας συνύπαρξης, συνεννόησης και αντιπαράθεσης, αλλά και σύγκρουσης, στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Για να διασφαλιστεί, όμως, αυτή η προϋπόθεση, χρειάζεται το σύνολο των δικαιοκρατικών εγγυήσεων και αρχών που θα προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του κράτους δικαίου εν ταυτώ με την πρόκριση της αρχής του γενικού συμφέροντος. Στο πλέγμα αυτών των δικαιωμάτων αναγνωρίζουμε τη σύμφυση Διαφωτισμού και δημοκρατίας. Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο κατοχύρωσης και συνοχής δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών αποτέλεσε τον άξονα για την έδραση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου, αλλά και του συνταγματικού, δημοκρατικού κοινωνικού κράτους. Είναι το πεδίο της συνάντησης πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατίας του γενικού συμφέροντος. Οι συνταγματικοί κανόνες που διασφαλίζουν αυτά τα δικαιώματα δεν συνιστούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι οι ίδιοι συνιστούν προϋποθέσεις για τη θέσπιση και την απρόσκοπτη λειτουργία και διεξαγωγή διαβουλευτικών διαδικασιών.
Ας δούμε, τώρα, μία σημαντική εκδοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού, στην οποία συνυπάρχουν δημιουργικά τα φιλελεύθερα με τα δημοκρατικά-ρεπουμπλικανικά στοιχεία που συνθέτουν τη σημασιακή ταυτότητα της ελευθερίας, έτσι ώστε να διακρίνονται σε αυτήν και ο πολιτικός φιλελευθερισμός και πλείστα ρεπουμπλικανικά, δημοκρατικά γνωρίσματα και αρχές. Πρόκειται για τον πολιτικό φιλελευθερισμό του Μιλλ, ο οποίος προκρίνει την ιδέα της ατομικής ελευθερίας και εξαίρει τη σπουδαιότητά της, γεγονός που έδωσε αφορμή σε πολλούς να τον ερμηνεύουν με μη πολιτικό τρόπο, επιμένοντας –συχνά με δογματισμό– στα σημεία της σκέψης του που επισημαίνουν την ανάγκη να περιορίζεται η πολιτική εξουσία. Αυτό έχει ως συνέπεια να παρουσιάζεται η πολιτική φιλοσοφία του Μιλλ ως εστιαζόμενη σχεδόν αποκλειστικά στην αρνητική ελευθερία, η οποία συνιστά διαφύλαξη της ατομικής ελευθερίας και προστασία της από την παρέμβαση της πολιτικής και κρατικής εξουσίας. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο Μιλλ διαμορφώνει και προτάσσει μία εξόχως πολιτική έννοια της ελευθερίας, ώστε αυτή να συνυφαίνεται κατά τρόπο ουσιαστικό με τη δημοκρατία. Η δημοκρατία, από την άλλη, εξευρίσκει τη νομιμοποίησή της από το σύνολο των πολιτών οι οποίοι ασκούν τον απαραίτητο δημοκρατικό έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα ζητούν τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση.
Ο Μιλλ, λοιπόν, δεν ορίζει την αρνητική ελευθερία απλώς ως αποτροπή εξωτερικών παρεμβάσεων στην ιδιωτικότητα του ατόμου. Δηλαδή, δεν συναρτά το εύρος της ελευθερίας από το εύρος του χώρου που προστατεύεται από πιθανές παρεμβάσεις. Αντίθετα, συνδέοντας την ατομική ελευθερία με τη δημοκρατία, τη δημοκρατία με τη διαβούλευση και τη διαβούλευση με την πολιτική επιχειρηματολογία, διαφοροποιεί την ατομικότητα από τον περιορισμένο ατομικισμό, ο οποίος συνιστά και στάση αδιαφορίας για τα δημόσια, πολιτικά πράγματα. Ο Μιλλ ενδιαφέρεται έντονα για τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες διαμόρφωσης της κοινής πολιτικής γνώμης, δηλαδή του συνόλου των πεποιθήσεων των πολιτών και της εξατομικευμένης, αλλά από κοινού με όλους τους άλλους –άρα δημόσιας– υπεράσπισης και δικαιολόγησής τους. Στην πολιτική φιλοσοφία και θεωρία δημοκρατίας του Μιλλ, η ατομική ελευθερία, νοούμενη και ως ελευθερία ανεμπόδιστης διαμόρφωσης και έκφρασης πεποιθήσεων, καθώς και η δημοκρατία και η πολιτική επιχειρηματολογία, εκδηλούμενη μέσω της δημόσιας διαβούλευσης, είναι στοιχεία καθορισμού της ατομικής ελευθερίας και της πολιτικής σημασίας της. Σε αυτό συνίσταται η διάκριση ατομικότητας και ατομικισμού: η πρώτη, λογιζόμενη ως αποτέλεσμα έλλογης εξατομίκευσης, συστοιχεί με την ιδέα και τον σκοπό της προσωπικής αλλά και πολιτικής αυτεπίγνωσης. Ο δεύτερος είναι απλά το «κοιτάζω τη δουλειά και το συμφέρον μου». Η δημοκρατία δεν μακροημερεύει με τον δεύτερο. Γι’ αυτό ο Μιλλ είναι ιδιαίτερα σημαντικός, ώστε να σκεφτούμε την εξατομίκευση, την ατομικότητα και την προσωπική αυτοσυνειδησία ως βήματα προς την προσωπική και πολιτική αυτονομία, η οποία δεν επιτυγχάνεται χωρίς τον πολιτικό φιλελευθερισμό, αλλά και δεν διευρύνεται –ούτε διασφαλίζεται– χωρίς τη δημοκρατία και τη ρεπουμπλικανική έννοια της ελευθερίας, δηλαδή την αυταξία της πολιτικής ελευθερίας.
Εφόσον ο Μιλλ εξαίρει σε τέτοιο βαθμό τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα της ανταλλαγής επιχειρημάτων στη δημόσια, πολιτική διαβούλευση, καθώς και τον έλεγχο της ορθότητας των πεποιθήσεων, αναγνωρίζει και τη σημασία της παρέμβασης στις πεποιθήσεις των άλλων, εφόσον είναι πολύ θεμιτό να ζητείται να εκτεθούν όλοι οι δικαιολογητικοί λόγοι που μπορούν να στηρίξουν την ορθότητα αυτών των πεποιθήσεων. Η πολιτική και ηθική επιχειρηματολογία είναι ουσιώδες γνώρισμα της δημοκρατικής, πολιτικής πρακτικής. Σε αυτήν την περίπτωση, ο αυτοκυβερνώμενος πολίτης είναι ο φορέας της ατομικής-αρνητικής ελευθερίας. Ο Μιλλ, λοιπόν, δεν αποδέχεται τη διάκριση ανάμεσα στην «ελευθερία των αρχαίων» και την «ελευθερία των συγχρόνων».[5] Η σκέψη του είναι συνθετική. Ο Μιλλ δεν υιοθετεί τα αντιρεπουμπλικανικά και, ως εκ τούτου, αντιδημοκρατικά στοιχεία αυτής της διάκρισης. Έχει σημασία να προσέξουμε τη σπουδαιότητα που αναγνωρίζει στην αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά ως υπέρμαχος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, κυρίως σε σχέση με την αξία του προσωπικού, πολιτικού αυτοκαθορισμού και την εκδήλωσή του στην πολιτική αγορά, δηλαδή, με σύγχρονους όρους, στη δημόσια, δημοκρατική διαβούλευση.
Ο Μιλλ προσέβλεπε σε μία μορφή κοινωνίας, η αξιακή ποιότητα της οποίας θα προσδιοριζόταν από την επάρκεια της θεσμικής της οργάνωσης ως προς το να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις για τη δημιουργική ανάπτυξη της ελεύθερης προσωπικότητας και άρα και της προσωπικής, της ατομικής αυτονομίας των μελών της, των πολιτών της. Και αυτό σε συνθήκες ισότητας όλων. Αυτό, όμως, προϋπέθετε και μία διάκριση, δηλαδή ο λαός ως φορέας της κυριαρχίας στη δημοκρατία να διακρίνεται από τον λαό, ο οποίος υφίσταται την άσκηση της δημοκρατικής κυριαρχίας. Αυτή η διάκριση οδηγούσε τον Μιλλ στο να αμφισβητεί την ταύτιση δημοκρατίας και αρχής της πλειοψηφίας. Η τελευταία, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει ισχύ και σε μία ολιγαρχία. Ο Μιλλ συσχέτιζε τα παραπάνω με τον ελλοχεύοντα κίνδυνο του πολιτικού δεσποτισμού (μορφών ολοκληρωτισμού θα λέγαμε σήμερα), ο οποίος συνίσταται στη δυναστική επιβολή και κυριαρχία της κοινής γνώμης. Σήμερα αυτή τη συνθήκη, σε πολύ μεγάλο βαθμό, την εκπληροί η ανθρωποβόρα διαδικτυακή εξαλλοσύνη που, εκτός από μη αρεστές απόψεις, μαζί με το δικαίωμα στη διαφωνία και τη διαφορετική γνώμη, «ακυρώνει» και τους φορείς των απόψεων, δηλαδή ανθρώπους.
Εκτός, όμως, από αυτόν τον κίνδυνο για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Μιλλ διέβλεπε και τις επικίνδυνες συνέπειες που θα κατέλιπε ο μη περιορισμός των δημοκρατικών εξουσιών, άρα η ανεμπόδιστη τάση της κυριαρχίας να διευρύνεται και να εξαπλώνεται. Με άλλα λόγια, έβλεπε καθαρά την αναγκαιότητα του κράτους δικαίου, των δικαιοκρατικών αρχών, που θα συνδύαζαν τη δημοκρατία με τις συνταγματικές-πολιτικές εγγυήσεις των δικαιωμάτων. Δεν πρόκειται μόνο για τα αδιαπραγμάτευτα ατομικά δικαιώματα, αλλά και για εκείνα που αφορούν την προστασία από την κοινωνική αδικία. Αυτή, κατά τον Μιλλ, ήταν ο μέγας κίνδυνος για την ανάπτυξη της ελεύθερης προσωπικότητας των ανθρώπων. Ο Μιλλ, ιδίως προς τας δυσμάς του βίου του, συσχέτιζε ουσιωδώς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία με την κοινωνική δικαιοσύνη ως προϋπόθεση, ώστε όλοι να έχουν τη δυνατότητα για αυτήν την ανάπτυξη, άρα για ισότιμη συνύπαρξη. Προσέβλεπε, δηλαδή, σε έναν φιλελεύθερο σοσιαλισμό.
Τα παραπάνω δεν θα έπρεπε να οδηγήσουν στο ότι είναι σωστή μία ρουσωική ερμηνεία της πολιτικής φιλοσοφίας και της θεωρίας δημοκρατίας του Μιλλ. Το ότι ο Μιλλ δεν είναι αντιδημοκράτης φιλελεύθερος δεν σημαίνει ότι προσχωρεί πλήρως και άνευ ετέρου στην ιδέα της θετικής, πολιτικής ελευθερίας, λογιζόμενης ως εγγύησης και έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Ο Μιλλ ήταν δημιουργικά φιλύποπτος ως προς τους κινδύνους που απορρέουν από τους περιορισμούς της διαφωνίας, όπως αυτοί μπορεί να προκύψουν κατ’ επίκληση της γενικής βούλησης. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός του Μιλλ, με όλα τα δημοκρατικά-ρεπουμπλικανικά του στοιχεία, αναπροσδιορίζει τη σημασία της πολιτικής αρετής, διότι την συνδέει όχι με τη γενική βούληση, αλλά με την πολιτική δημοσιότητα στη δημοκρατία, τον αναστοχαστικό έλεγχο του σχηματισμού των πεποιθήσεων και της κρίσης επί της ζητούμενης και ελεγχόμενης ορθότητά τους. Συνεπώς, ο Μιλλ συνδέει τη δημόσια, πολιτική αρετή με την επίγνωση της υποχρέωσης για αναστοχασμό, έλεγχο και δικαιολόγηση των πεποιθήσεων, άρα την συνδέει και με την αξία της πολιτικής και ηθικής επιχειρηματολογίας.
Ο αναστοχαστικός έλεγχος και η επιχειρηματολογική δικαιολόγηση είναι τα μείζονα γνωρίσματα της δημοκρατικής, πολιτικής υποχρέωσης. Ως εκ τούτου, η θεωρία της δημοκρατίας –πολιτικά φιλελεύθερη και, συγχρόνως, δημοκρατική-ρεπουμπλικανική– δεν μπορεί παρά να διατρανώνει και να διαφυλάσσει την αξία της διαφωνίας. Γι’ αυτό τον λόγο, για τον Μιλλ, οι ατομικές ελευθερίες όχι μόνο δεν αντίκεινται στον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό, αλλά συνιστούν αναγκαίο περιεχόμενό του. Είναι οι ελευθερίες που διασφαλίζουν και προστατεύουν την ιδιωτική σφαίρα από τις πιθανές αυθαίρετες και καταχρηστικές παρεμβάσεις της κρατικής εξουσίας και τη δεσποτική επιβολή της εκάστοτε πλειοψηφίας. Είναι οι ελευθερίες που διαφυλάσσουν και τη δυνατότητα κάθε πολίτη για αυτόνομη ανάπτυξη και δραστηριότητα στη δημοκρατική, πολιτική δημόσια σφαίρα.
Ο Μιλλ ανακαθορίζει τη διάκριση ατομικής και πολιτικής ελευθερίας αναδεικνύοντας την ατομική ελευθερία ως προϋπόθεση για την επίτευξη της πολιτικής ελευθερίας. Η δημοκρατία δεν αναπνέει έξω από τη δημόσια, πολιτική σφαίρα. Η δημοκρατική πρακτική δοκιμάζεται στο πεδίο του δημόσιου λόγου, στο οποίο έχουν πρόσβαση και δικαίωμα ίσης συμμετοχής όλοι. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει και να αναπτύσσει και την ατομική και την πολιτική ελευθερία. Δεν μπορεί να στοχάζεται τη μία χωρίς την άλλη. Με αυτή την έννοια, η δημοκρατία έχει και γνωσιοκρατικό περιεχόμενο, εφόσον είναι σημαντική για αυτήν η αναζήτηση της ορθότητας και της γνώσης της ορθότητας των ηθικοπολιτικών πεποιθήσεων, από κοινού με την υποχρέωση της επιχειρηματολογικής τους δικαιολόγησης και του αναστοχασμού όλων των περιεχομένων της. Ο Μιλλ είναι αυτός που στοχάστηκε πάνω στη σύνθεση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας ως προϋπόθεση για την επίτευξη και την υπεράσπιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτή η σύνθεση αναγνωρίζεται στην εγγενή και ουσιαστική, αναντικατάστατη αξία και σπουδαιότητα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Αυτό οδηγεί στην ιδέα και τον στόχο της κριτικής αυτονομίας: εφόσον, δηλαδή, η σύνθεση ατομικής ελευθερίας και πολιτικής ελευθερίας είναι μέρος της δημοκρατικής, πολιτειακής ταυτότητας, ο φορέας αυτής της ταυτότητας, δηλαδή ο πολίτης, την επιβεβαιώνει με τη συμμετοχή του στη δημόσια διαβούλευση. Για να επιτευχθεί όμως αυτός ο στόχος, η δημοκρατία χρειάζεται να παιδεύει και να διαμορφώνει το αντίστοιχο είδος ανθρώπου, δηλαδή τον κριτικά και αυτόνομα σκεπτόμενο και εκφραζόμενο άνθρωπο, που θα μπορεί να αναστοχάζεται τον εαυτό του, τις πεποιθήσεις και την πρακτική του –δημόσια και ιδιωτική– και να μπορεί να παρέχει όλους τους δικαιολογητικούς λόγους για την αναγκαία επιχειρηματολογική στήριξη της ουσιαστικής ορθότητας αυτών των πεποιθήσεων. Αυτό σημαίνει αναγνώριση της αξίας για απότοκη του αναστοχαστικού ελέγχου αναθεώρηση των πεποιθήσεων ως στοιχείου της κριτικής αυτονομίας και αυτοσυνειδησίας που χρειάζεται η δημοκρατία. Η κριτική αυτονομία είναι προϋπόθεση για την ανοχή στις διαφορετικές πεποιθήσεις των άλλων, άρα και για τον ίσο σεβασμό τους. Με τη σειρά τους, και η κριτική αυτονομία και η ανοχή στις διαφορετικές πεποιθήσεις και ο ίσος σεβασμός προϋποθέτουν την ατομική ελευθερία και την ατομικότητα ως εξατομίκευση και προσωπική, πολιτική αυτοσυνειδησία και όχι ως απλό ατομικισμό. Η αποπτώχευση της ατομικότητας, η αδυναμία να επιτευχθεί η εξατομίκευση, άρα και η αδυναμία για προσωπική και πολιτική αυτοσυνειδησία, δηλαδή για ατομικό και πολιτικό αναστοχασμό φτωχαίνουν όχι μόνο τη δημοκρατία, αλλά και την ίδια τη ζωή, όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και σε ό, τι αφορά την ίδια την ιδιωτικότητα. Γιατί και η ιδιωτικότητα μπορεί να μαραθεί, μαζί με αυτούς που την ζουν πνιγόμενοι στη φτώχεια της. Αυτό σημαίνει ότι περιορίζεται δραστικώς το εύρος για πολλές και διαφορετικές επιλογές που προϋποθέτουν, ώστε να μην κηρυχθεί η πτώχευση της ατομικότητας, τη δυνατότητα αναστοχασμού των κριτηρίων με τα οποία έγιναν αυτές οι επιλογές και το πώς ο καθένας μπορεί να τις δικαιολογήσει ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό του: γιατί η πλούσια ατομικότητα έχει ανάγκη από το να μπορεί κανείς να επιχειρηματολογεί ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του και να έχει το κουράγιο να τον επιτιμά, όταν τον βρίσκει σκάρτο.
Η διαδικασία της εξατομίκευσης είναι αναπόδραστα διαλεκτική. Η εξατομίκευση είναι η προϋπόθεση για την επίτευξη, εκφορά και δικαιολόγηση ατομικών κρίσεων και η κριτική αυτονομία είναι η κοινή συνθήκη και των δύο. Η κριτική αυτονομία είναι η μόνη αντίσταση –όταν αυτή είναι αναγκαία– στη δεσποτική τυραννία της «κοινής γνώμης», όποτε αυτή καταλήγει να εκφράζεται και να επιβάλλεται έτσι. Η εκδήλωση και προστασία της διαφωνίας είναι καθήκον της δημοκρατίας. Η ίδια η διαφωνία, ως επιχειρηματολογικώς δικαιολογημένη διαφοροποίηση, είναι επιβεβαίωση της επίτευξης και διατράνωσης της μοναδικής αξίας της κριτικής αυτονομίας. Η κριτική αυτονομία είναι το ουσιαστικότερο γνώρισμα της δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι ανυποχώρητα πλουραλιστική και, ως εκ τούτου, να διαφυλάσσει και να προάγει τον πολιτικό ανταγωνισμό.
Όλα τα παραπάνω οδήγησαν τον Μιλλ, μετά το 1848, στο να αναγνωρίσει ότι οι κοινωνικές ανισότητες είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη της ατομικότητας, της δημόσιας διαβούλευσης, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας και, εν τέλει, της ίδιας της δημοκρατίας. Τότε ξανοίγεται προς την προοπτική του φιλελεύθερου σοσιαλισμού. Γι’ αυτό προχωρεί στην κριτική του συστήματος παραγωγής ανισοτήτων και άγεται προς την αποδοχή ενός πολιτικά φιλελεύθερου και δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ο Μιλλ ορθώς διέκρινε τους κινδύνους που συνεπάγονται οι κοινωνικές ανισότητες για την ατομική και πολιτική ελευθερία, αντιλαμβανόμενος ότι εχθρεύονται και τη διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας, ενώ οδηγούν σε πολιτική υποαντιπροσώπευση τις μερίδες της κοινωνίας που θίγονται περισσότερο από τις αυξανόμενες ανισότητες. Έτσι αντιλαμβανόταν ότι ο καπιταλισμός παράγει την κύρια αντινομία του: προκαλεί μονοπωλιακά φαινόμενα που περιορίζουν και συχνά περιστέλλουν τον ελεύθερο, ανοιχτό ανταγωνισμό και την ατομική πρωτοβουλία. Ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει αντιφιλελεύθερος, όπως ο φιλελευθερισμός, χωρίς τις ρεπουμπλικανικές αξίες, μπορεί να γίνει –και έχει ιστορικώς συμβεί αυτό– αντιδημοκρατικός. Γι’ αυτό ο Μιλλ είναι αναγνωρίσιμος στο έργο του Νορμπέρτο Μπόμπιο. Ο δεύτερος υπήρξε ένας επίκαιρος, σήμερα, πολιτικά φιλελεύθερος και δημοκράτης σοσιαλιστής που συνέχισε την παράδοση του πρώτου. Πρόκειται για μια παράδοση κριτικής αυτονομίας και δημοκρατικού αυτοκαθορισμού, που παραμένει επίκαιρη και ζωντανή, όπως επίκαιρη και ζωντανή παραμένει η ιδέα της εύνομης πολιτείας του γενικού συμφέροντος του Ρουσσώ, καθώς και της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, σε συνθήκες ισονομίας. Το ίδιο επίκαιρη παραμένει και η θέση του Μαρξ, ότι η άρση των εκμεταλλευτικών σχέσεων είναι προϋπόθεση ώστε να πραγματωθούν η ελευθερία, η ισότητα και η αλληλεγγύη και να επιτευχθεί η καθολική ανάπτυξη των ατόμων και η ελεύθερη ατομικότητά τους, δηλαδή η αυτονομία τους.
Ωστόσο, τα προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό, ως δικαίωμα συμφυές προς την εκδήλωση της ατομικής ελευθερίας, πόσο συμβατό είναι με την ιδέα και την ισχύ της λαϊκής βούλησης και της εγγενούς αξίας που ο δημοκρατικός ρεπουμπλικανισμός αναγνωρίζει στην πολιτική αρετή; Ο δημοκρατικός ρεπουμπλικανισμός αναδεικνύει –και ενίοτε διατρανώνει– την αξία και τη σπουδαιότητα της πολιτικής αρετής, παρά την ασαφή σημασιακή της ταυτότητα, και αποσκοπεί και στην έκφρασή της ως ηθικοπολιτικού ιδεώδους, το οποίο έχει διακριτό αξιακό περιεχόμενο. Η αναγνώριση της αξίας και της σπουδαιότητας της πολιτικής αρετής, εκ μέρους του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού, υπάγεται στον σκοπό της υπηρέτησης του γενικού συμφέροντος, λογιζομένου ως δημοσίου συμφέροντος της συνταγματικής, δημοκρατικής πολιτείας και της δημοκρατίας νοούμενης ως τρόπου οργάνωσης της κρατικής και πολιτικής εξουσίας.
III.
Όλα τα παραπάνω συνδέονται και με το μείζον ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;». Αυτό το ερώτημα προφανώς συνδέεται με την κοινωνία των πολιτών, αλλά και με τους θεσμούς της εκπροσώπησής της, οπότε πάλι θα βρεθούμε μπροστά στην κρίση του πολιτικού και του κομματικού συστήματος[6]. Το κομματικό φαινόμενο, που συγκροτήθηκε τον 19ο και κυριάρχησε τον 20ό αιώνα, τώρα, στις αρχές του 21ου αιώνα, έχει περισσότερο ολιγαρχικά και λιγότερο δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Ήδη από την αρχή της εμφάνισης και της διαμόρφωσής του είχε τέτοια γνωρίσματα. Αυτά τα ολιγαρχικά γνωρίσματα, σήμερα, κατισχύουν επί των πιο δημοκρατικών του στοιχείων.
Οι κοινωνίες του 20ού αιώνα ήταν, σε όλη την Ευρώπη, κοινωνίες με πιο ξεκάθαρες αντιθέσεις και αντίστοιχες διαχωριστικές γραμμές, άρα και με πιο διακριτές ταυτότητες. Ως εκ τούτου, η ικανότητα των κομμάτων να ασκούν την αντιπροσωπευτική τους λειτουργία υπεβοηθείτο από αυτή την ευκρίνεια των διαφορών και των αντίστοιχων αντιπαραθέσεων, στο πλαίσιο του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, όπως τον διασφάλιζε ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος πλουραλισμός. Μπορούμε, λοιπόν, να επιδιώκουμε την πρόοδο χωρίς να συντηρούμε το αξιακό κεκτημένο αυτού του πλουραλισμού, σε συνδυασμό με την οδηγητική αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς και όλων των εγγυήσεων που απορρέουν από το κράτος δικαίου; Μπορούμε, δηλαδή, να επιδιώκουμε την ισότιμη συνύπαρξη όλων μας, χωρίς τις δικαιοκρατικές αρχές, οι οποίες εγγυώνται τα πολιτικά δικαιώματα, τα κοινωνικά δικαιώματα και τα δικαιώματα της ευρύτερης συλλογικής δράσης, καθώς και τους θεσμικούς όρους που διασφαλίζουν τα ιστορικά κεκτημένα και τα μείζονα αξιακά γνωρίσματα της δημοκρατίας; Όλα αυτά θα πρέπει να συντηρηθούν ως προϋποθέσεις για τη δυνατότητα να αμφισβητούμε.
Η έλλογη, κριτική αμφισβήτηση είναι γνώρισμα της αδογμάτιστης σκέψης. Και δεν υπάρχει πρόοδος, χωρίς τη διασφάλιση, άρα και τη συντήρηση, των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή αυτή τη σκέψη και την έκφρασή της, διότι η ίδια η πρόοδος, ως αξία, ουδέποτε υπήρξε απλώς μια ανυποψίαστη λατρεία του καινοφανούς. Η, σύμφωνα με τα παραπάνω, «συντηρητική» διάσταση της προόδου εγείρει και καθήκοντα υπεράσπισης των ιστορικών, αξιακών κεκτημένων, τα οποία, διαφορετικά, δεν θα συντηρηθούν, άρα από αξιακά κεκτημένα θα καταστούν εριζόμενα ζητήματα. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού, της δημοκρατίας και των δικαιοκρατικών αρχών της, της πολυφωνίας, καθώς και της ανεμπόδιστης, ευπρεπούς έκφρασής της, ο ίδιος ο αξιακός και ηθικός πλουραλισμός, η ατομικότητα, σε αναφορά προς τις υποχρεώσεις που υπέχουμε έναντι των άλλων, με τους οποίους ανήκουμε στο επιδιωκτέο ισότιμο συνεργατικό εγχείρημα, το οποίο νοηματοδοτεί το «Εμείς» της δημοκρατίας, είναι τα προς διαρκή συντήρηση και ανανέωση στοιχεία που συνθέτουν το δημόσιο, πολιτικό πρόσωπο όλων μας ως ισότιμων πολιτών. Τέλος, η ίδια η έννοια της αξίας του ανθρώπου θα πρέπει να συντηρείται, εάν θέλουμε ο άνθρωπος να λογίζεται ως ύπαρξη και πρόσωπο άξιο ίσου σεβασμού και, άρα, και ισότιμης μεταχείρισης και αναγνώρισης εντός της πλουραλιστικής, πολιτικής δημοκρατίας. Χωρίς τη συντήρηση όλων αυτών, δεν είναι δυνατή η αναστοχαστική επεξεργασία και θεώρηση των πολιτικών ταυτοτήτων.
Το δικαίωμα στην επιλογή και επίκληση ταυτότητας, άρα και η εκούσια τοποθέτηση, στα πεδία της Αριστεράς, της Δεξιάς, του ενδιάμεσου αυτών χώρου, οριζομένου ασαφώς ως Κέντρου όταν δεν είναι καιροσκοπική επιλογή, είναι επιλογή και αντίστοιχης παράδοσης. Εάν δεν συντηρηθεί η παράδοση της δυνατότητας να συνυπάρχουμε, όποια από τις παραπάνω επιλογές και αν κάνει κανείς, τότε δεν θα μπορούμε να διανοηθούμε καμία πρόοδο. Θα κάνουμε απλώς στροφές γύρω από τον ναρκισσιστικό εαυτό, ο οποίος θα μερικεύεται σε τόσο κομμάτια όσα αντιστοιχούν στον κοινωνικό κατακερματισμό και τις διαλυτικές του συνέπειες. Αυτής της μορφής η «συντήρηση», όπως την υπερασπίζομαι, πιστεύω ότι είναι προϋπόθεση κάθε προόδου. Δεν υπάρχει ισχυρότερη προϋπόθεση για να σκεφτούμε την πρόοδο –και κυρίως για να την επιδιώκουμε διαρκώς– από την παραδοχή ότι, για κάθε άποψη και κάθε επιχείρημα, υπάρχει μία διαφορετική άποψη και ένα αντεπιχείρημα. Κάποτε το ήξερε και η Αριστερά αυτό. Της το είχε διδάξει –όπως και στο ελληνικό Κοινοβούλιο– με ουσιαστικό τρόπο και γενναιοφροσύνη, ο σπουδαίος Ηλίας Ηλιού.
Πρόοδος είναι το να αναζητούμε πάντα το επιχείρημα του διαφωνούντος συνομιλητή μας, ελέγχοντας έτσι και το δικό μας. Χωρίς αυτή τη συνθήκη, το μόνο που θα «προοδεύει» θα είναι ο ολοκληρωτισμός ή οι φονταμενταλιστικές εξάρσεις των δογματικών επικλήσεων της προόδου. Αυτή η «συντηρητική» διάσταση της προόδου είναι και η συνθήκη για την εκφορά του αντιλόγου προς τον κοινωνικό συντηρητισμό και τον πολιτικό και κοινωνικό ανορθολογισμό που, μέσω ενός λαϊκιστικού, «αντισυστημικού» ρεύματος, συγκροτείται σε αντίπαλο της αντιπροσωπευτικής, φιλελεύθερης δημοκρατίας, σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Έτσι, μέσω αυτού του ρεύματος, το οποίο διαμορφώνεται στο πλαίσιο του δεξιού ριζοσπαστισμού και που, συχνά, ταυτίζεται και με εκδοχές ενός νεόκοπου και καυχησιολογούντος αριστερού ριζοσπαστισμού, μειώνεται η δυνατότητα απόκρισης των πολιτών ως προς την ανάγκη υπεράσπισης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η τελευταία χρειάζεται και το αξιακό εύρος του πολιτικού φιλελευθερισμού και την ιδέα της πολιτικής αρετής, ως προς την πρόκριση του δημοσίου συμφέροντος και την κατανόηση της αρχής, ότι μόνο όπου υπάρχει ισονομία υπάρχει και ίση ελευθερία όλων –ώστε (και αξίζει να το τονίσουμε πάλι) η ελευθερία, από ίσο δικαίωμα όλων, να μην καθίσταται προνόμιο κάποιων– και ως προς την πρόκριση της κοινωνικής δικαιοσύνης ως του κρισιμότερου αιτήματος για τη διαφύλαξη της δημοκρατικής και πολιτικά φιλελεύθερης, πλουραλιστικής δημοκρατίας.
Αυτή η δημοκρατία, όμως, η οποία προτάσσει, όπως οφείλει την αξιακή συνάρτηση ίσων δικαιωμάτων προς ίσες υποχρεώσεις, φέροντας το βάρος της αναγκαίας συντήρησης όλων των αξιακών εγγυήσεων που μας παρέχει το ιστορικό βάθος του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είναι και μια δημοκρατία με ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τα παραπάνω. Γι’ αυτό και είναι και πλουραλιστική. Αλλά και για τον ίδιο ακριβώς λόγο είναι και πιο ευάλωτη, σε σχέση με άλλα συστήματα, αυταρχικά ή και ολοκληρωτικά, που θεωρούν πολυτέλεια τέτοιες ευαισθησίες, χωρίς τις οποίες η συνύπαρξη όλων ως διαφορετικών ανθρώπων, αλλά ίσων πολιτών, δεν θα είναι εφικτή. Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση της πολιτικής δημοκρατίας είναι διαρκές ζητούμενο.
Αυτό το ζητούμενο θα είναι ανιχνεύσιμο και στην προοπτική ενός άλλου ισχυρού ζητουμένου, που θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: κοινωνία της αγοράς ή δίκαιη κοινωνία; Απαλείφοντας την πρώτη, οδηγούμαστε σε ολοκληρωτικές επιλογές. Αρνούμενοι την αναγκαιότητα της δεύτερης, η ελευθερία θα εκπέσει και πάλι σε προνόμιο κάποιων. Θα εκπέσει από το αξιακό βάθρο του ίσου δικαιώματος όλων, σε αναφορά προς τον ισότιμο, έννομο περιορισμό της για όλους, ώστε όλοι να την απολαμβάνουν το ίδιο, αφήνοντας χώρο και για τους άλλους. Όμως, η δυνατότητα να την απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι προϋποθέτει και την αντίστοιχη δυνατότητα βιοτικής αυτοτέλειας και μιας πιο κοινωνικής ισότητας. Θα πρέπει, λοιπόν, να σκεφτούμε και το κρίσιμο ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;» και σε αυτό το πλαίσιο.
Το ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;» θα πρέπει να μας απασχολεί και διά της συνυποβολής του με το ερώτημα περί το αν τα πολιτικά κόμματα σήμερα είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν κατά τη δοκιμασία που αφορά την αντιπροσωπευτική τους επάρκεια. Με άλλα λόγια, στις σημερινές κοινωνίες των συγκεχυμένων ιδεολογικών, πολιτικών και άλλων ταυτοτήτων, σε συνδυασμό προς τα αντιφατικά κοινωνικά συμφέροντα και τις συναφείς επιδιώξεις, καθώς και το φάσμα των πολυσχιδών –και συχνά αντινομικών– ιδεολογικών αποχρώσεων, τα πολιτικά κόμματα μπορούν να προβούν στις αναγκαίες συνθέσεις, ώστε να διαδραματίσουν και ουσιώδη ρόλο ως προς την ενίσχυση της συνοχής των κερματιζόμενων κοινωνιών; Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα στρατηγικής σημασίας ερώτημα, που δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε χωρίς κόστος.
Στην προοπτική της επεξεργασίας αυτού του ερωτήματος, καθώς και των δυνητικών του απαντήσεων, μπορούμε να αναζητήσουμε –και ίσως και να προσδιορίσουμε– τα σημερινά κρίσιμα πολιτικά και αξιακά διακυβεύματα. Το κρισιμότερο, όμως, διακύβευμα ως προς το σημαντικό ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;» είναι το αν τα πολιτικά κόμματα είναι σε θέση να αποκτήσουν –και να το δείξουν αυτό εμπράκτως– δυνατότητα πολιτικής σύνθεσης, η οποία να αξιοποιεί, προς όφελος της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος και της κοινωνικής συνοχής και συλλειτουργίας, τις ποικίλες, διαφορετικές και συχνά αντιτιθέμενες αποχρώσεις, αντί να τις απαλείφει. Το κόστος για την κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να είναι ο λιγότερος πλουραλισμός. Εάν ισχύουν τα παραπάνω, τότε το ερώτημα «ποια πολιτική για το αύριο;» δεν μπορεί να απαντηθεί, εάν δεν προσδιορίσουμε ποιο είναι σήμερα το νέο πεδίο της πολιτικής και –κατά συνέπεια– ποιος θα είναι και ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων σε αυτό.
Και το λέω αυτό επειδή πιστεύω ότι, όπως ανέφερα και λίγο παραπάνω, η γρυλλίζουσα, σε όλη την Ευρώπη, απειλητικώς ανερχόμενη Άκρα Δεξιά αμφισβητεί πρωτίστως το κύρος και την αξιοπιστία της ίδιας της πολιτικής, μέσω του λαϊκιστικού, δεξιού ριζοσπαστισμού (ο ριζοσπαστισμός ούτε είναι αυτονοήτως μόνον αριστερός –προνομιακός και αυτονοήτως και φιλοδωρούμενος από διακηρυκτικό ‘ηθικό πλεονέκτημα’– ούτε μόνον προοδευτικός). Αυτό το πεδίο πιστεύω ότι θα πρέπει να οριστεί επί τη βάσει της υπεράσπισης και ενίσχυσης του κύρους και της νομιμοποιητικής περιωπής των δημοκρατικών θεσμών και του κράτους δικαίου, παράλληλα με την πολιτική συστηματικού περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων. Πρόκειται για κάτι παραπάνω από το κράτος πρόνοιας. Είναι μια πολιτική εγγραφόμενη στην προοπτική του δημοκρατικού σοσιαλισμού, λογιζομένου ως πολιτικής δημοκρατίας, με κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή ενός πολιτικά φιλελεύθερου και ρεπουμπλικανικά δημοκρατικού σοσιαλισμού. Αντίθετα, μία αμιγώς οικονομικά φιλελεύθερη πολιτική, που θα θέλει να αντιμετωπίσει τη φτώχεια με μικρές ελαφρύνσεις, θα περιορίζεται απλώς σε μέτρα επιδοματικών ενισχύσεων, με πολύ μεγάλη ανοχή, όμως, στις πολύ μεγάλες ανισότητες, όπως είναι η πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία, τα υπερκέρδη, οι μεγάλες κληρονομιές. Θα αρκείται, στην καλύτερη περίπτωση, στη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς, στοιχειώδους βιοτικού επιπέδου (χωρίς να σημαίνει πως αυτό, στις σημερινές ιδίως συνθήκες, δεν είναι διεκδικητέο και απαιτητέο), μέσω αναδιανομής και μόνον. Αντιθέτως, θα έπρεπε να αποτελεί στόχο και προτεραιότητα η διασφάλιση προϋποθέσεων για τη δημιουργία ενός πιο ικανού και καλλιεργημένου ανθρώπινου κεφαλαίου που, σε συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών, με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και εγγυημένα εργασιακά δικαιώματα, θα μπορεί να απολαμβάνει υψηλής ποιότητας κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό προϋποθέτει την πρόκριση της παραγωγής, έναντι της αναδιανομής. Άλλωστε η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου προϋποθέτει αυτονοήτως τη δυνατότητα της παραγωγής αυτού του, προς δίκαιη διανομή, υπάρχοντος πλούτου.
Από την άλλη, εκτός από αυτήν την προϋπόθεση, απαιτείται και η δίκαιη φορολόγηση του υπάρχοντος πλούτου, δηλαδή των μεγάλων εισοδημάτων, των υπερκερδών και των κληρονομιών, προκειμένου να υπάρξει η χρηματοδότηση της παροχής των υψηλής ποιότητας κοινωνικών υπηρεσιών σε όλους. Έτσι θα εξασφαλιστούν τα κύρια και πρωταρχικής αξίας αγαθά (κυρίως η Παιδεία, η «συντήρηση» της οποίας προϋποθέτει να βρεθούν ξανά ο δάσκαλος και ο καθηγητής στο κέντρο του σχολείου. Ενός σχολείου, όμως, όπου οι πρώτοι θα πρέπει όντως να διδάσκουν και οι μαθητές πράγματι να μαθαίνουν: να μαθαίνουν την αξία της γνώσης, της παιδείας, αλλά και την αναπαλλοτρίωστη αξία του ακάματου μόχθου), τα οποία είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Είναι αναγκαία και για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κοινωνικού κερματισμού, της ανεξέλεγκτης βίας που προκύπτει από αυτόν, αλλά και της απαξίωσης της ίδιας της πολιτικής και, συνεπώς, και της απαξίωσης της ίδιας της δημοκρατίας, η θεσμική ανανέωση της οποίας είναι και η μείζων προϋπόθεση για την ισότιμη και εναρμονισμένη συνύπαρξη όλων μας.
Τα παραπάνω πιστεύω ότι είναι το προς συντήρηση ηθικοπολιτικό καταπίστευμα μιας δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, που σήμερα είναι περισσότερο ζητούμενο παρά περιγράψιμη πραγματικότητα. Δεν θα υπάρξει πρόοδος, εάν δεν συντηρηθεί το αξιακό κεκτημένο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με κοινωνική δικαιοσύνη, ρεπουμπλικανική πολιτική αρετή και, βεβαίως, πολιτικό φιλελευθερισμό. Εκεί είναι υποστατή η ισότιμη συνύπαρξη όλων μας και ως διαφορετικών ανθρώπων και ως ίσων πολιτών. Αλλιώς, η κρίση της πολιτικής και της δημοκρατίας θα καταστεί κρίση αυτής ακριβώς της συνύπαρξης. Και τότε, όχι μόνον όλα θα είναι δυνατά, αλλά κυρίως τα «αδύνατα» και τα «αδιανόητα» θα είναι τα πιθανότερο δυνατά. Έχει ξανασυμβεί άλλωστε…
⸙⸙⸙
[Ο Στέφανος Δημητρίου είναι Kαθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας και πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.]
[1] Βλ. και το σημαντικό βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Οι ιδέες της προόδου και της συντήρησης. Δοκίμιο για την πολιτική σε ρευστούς καιρούς, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2022.
[2] Βλ., Νορμπέρτο Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά, προλεγόμενα: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006, Γιάννης Βούλγαρης, Φιλελευθερισμός, συντηρητισμός, κοινωνικό κράτος, Θεμέλιο, Αθήνα 2003, καθώς και Ευάγγελος Βενιζέλος, Δύο Λέξεις. Δεξιά-Αριστερά στην εποχή μας, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006.
[3] Ως προς τον παιδαγωγικό ρόλο των θεσμών, ιδίως ως προς την πολιτική ελευθερία, βλ. και Νικόλας Σεβαστάκης, Πολιτική χειραφέτηση και κοινωνική κριτική, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2024.
[4] Για την αντίθετη άποψη και την κριτική στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας, μετφ. Ζήσης Σαρίκας, Έκδοση Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, Αθήνα 1993.
[5] Nadia Urbinati, Mill on Democracy. From the Athenian Polis to Representative Government, The University of Chicago Press, 2002, 18-41.
[6] Βλ. και Ξενοφών Κοντιάδης, Ελλειμματική δημοκρατία. Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2009.
