Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Γιώργος Μητρούλιας

Α.Τ.ΑΚ. 00742638142

Το χωράφι, στο νησί, το κληρονόμησα από τη γιαγιά μου. Βρίσκεται σε μία πλαγιά πάνω από τον κεντρικό δρόμο που συνδέει το λιμάνι με τον πρώτο οικισμό. Οι πέτρινες πεζούλες που παλιά κρατούσαν το χώμα για τα μποστάνια είναι ακόμα στη θέση τους, οργανώνοντας την έντονη κλίση σε μεγάλους αναβαθμούς. Στη δυτική πλευρά, μια ρεματιά αποτελεί το φυσικό όριο της ιδιοκτησίας. Η έντονη βλάστηση στο εσωτερικό της μαρτυρά ότι τον χειμώνα κατεβάζει αρκετό νερό. Στο κάτω μέρος της κλίσης, ένα δημόσιο μονοπάτι ορίζει το χωράφι κατά μήκος της νότιας πλευράς του. Το πλάτος είναι αρκετό ίσα για να χωρέσει ένα φορτωμένο μουλάρι, που εκείνα τα χρόνια πρέπει να μετέφερε ανθρώπους και προϊόντα από το χωριό πάνω στο βουνό ή το λιμάνι. Μου φαίνεται μεγάλη απόσταση από το χωριό της γιαγιάς, αλλά ο πατέρας μου το επιβεβαιώνει: η διαδρομή γινόταν καθημερινά με τα πόδια. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται και η βλάστηση έχει σχεδόν καταλάβει το πλάτος ανάμεσα στις δύο πετρόχτιστες μάντρες.

Είχα πάνω από δέκα χρόνια να έρθω στο νησί, αλλά και παλαιότερα όταν ερχόμουν ποτέ δεν περνάγαμε από το χωράφι, πάντα ανεβαίναμε κατευθείαν στο χωριό. Τότε δεν υπήρχε τίποτε τριγύρω, οι περισσότερες καλλιέργειες είχαν σταματήσει εδώ και δεκαετίες. Από το 2000 και μετά άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες εξοχικές κατοικίες, σε άψογο κυκλαδίτικο φολκλόρ ρυθμό. Μαιζονέτες με θέα το Αιγαίο. Οι στύλοι με τα καλώδια του ηλεκτρικού σκαρφαλώνουν τον βράχο για να συνδέσουν και το τελευταίο σπίτι εκτός σχεδίου. Η μικρή απόσταση από το λιμάνι, αλλά και οι πολλές προστατευμένες παραλίες, κάνουν την περιοχή αυτή του νησιού περιζήτητη. Λίγα λεπτά μετά την αποβίβαση από το φέρρυ έχεις φτάσει, σύνολο από την Αθήνα τρισήμιση ώρες πόρτα-πόρτα, καθόλου άσχημα.

Στο Ε9 διαβάζω τα διάφορα χαρακτηριστικά: Αριθμός Ταυτότητας Ακινήτου (Α.Τ.ΑΚ.), Θέση, Πρόσοψη σε Οδό, Βοσκότοποι / Χέρσες μη Καλλιεργήσιμες Εκτάσεις. Ο μαγικός αριθμός «4» στρέμματα που εξασφαλίζει τη δυνατότητα δόμησης, και φυσικά η απαραίτητη πρόσοψη σε δημόσιο δρόμο. Φαντάζομαι τις αόρατες γραμμές των ιδιοκτησιών να πέφτουν πάνω στην πλαγιά, με τις ελάχιστες «αρτιότητες» και τα «μέτωπα» που ορίζει ο νόμος και που μετατρέπουν ένα βουνό ή ένα νησί σε οικόπεδα.

Οπλισμένοι με το πρόσφατο τοπογραφικό, προσεγγίζουμε το χωράφι με το αυτοκίνητο. Είναι απόγευμα Αυγούστου και ο ήλιος που έχει χαμηλώσει είναι επιτέλους υποφερτός. Ο φαρδύς χωματόδρομος σταματά λίγο μετά το τελευταίο σπίτι. Ως εδώ, το παλιό αγροτικό μονοπάτι διαπλατύνθηκε, οι ξερολιθιές αντικαταστάθηκαν με μάντρες και γκαραζόπορτες. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και προχωράμε για λίγο με τα πόδια μέχρι τη ρεματιά. Κάποιος έχει βάλει μια πρόχειρη μεταλλική περίφραξη, μάλλον για το κοπάδι του, την οποία παραμερίζουμε και ξανακλείνουμε πίσω μας. Από το σημείο αυτό στα αριστερά μας ξεκινάει το χωράφι. Η ξερολιθιά κατά μήκος του έχει πέσει σε ένα τμήμα της και καταφέρνουμε να τη σκαρφαλώσουμε. Η κλίση είναι απότομη και με προσεκτικά βήματα ανεβαίνουμε ζιγκ-ζαγκ την πλαγιά, αναβαθμό-αναβαθμό, αποφεύγοντας τους μεγάλους θάμνους και τις συκιές που έχουν θεριέψει.

Πίσω μας απλώνεται το Αιγαίο. Η θέα αυτή την ώρα είναι ειδυλλιακή, ακόμα και αν το ηλιοβασίλεμα τεμαχίζεται από τα καλώδια της ΔΕΗ. Φτάνοντας στο πρώτο πλάτωμα βρίσκουμε το παλιό κελί, ένα μικρό πέτρινο κτίσμα που χρησίμευε ως αποθήκη για τις αγροτικές εργασίες αλλά και ως χώρος διημέρευσης. Η οροφή του έχει καταρρεύσει, αλλά οι στιβαρή περιμετρική τοιχοποιία στέκει ακόμα καλά. Από εδώ και πέρα το έδαφος γίνεται πιο ομαλό, οι πεζούλες είναι πιο αραιές. Κατάλληλο μέρος για χτίσιμο, ίσως. Αλλά και πάλι από πού θα ανέβουν τα υλικά και τα μηχανήματα; Μήπως να αρκεστούμε στην ανακαίνιση του κελιού, ένα μικρό δωμάτιο με ρεύμα και νερό για τις ελάχιστες καλοκαιρινές διακοπές; Καθώς τέτοιες σκέψεις τρέχουν στο μυαλό μου αντιλαμβάνομαι μια μακριά ουρά να κουνιέται πίσω από ένα δέντρο στο βάθος. «Ένα γαϊδουράκι», λέω μέσα μου, θυμούμενος τη μεταλλική περίφραξη κάτω, στη ρεματιά.

Το ζώο μάς αντιλαμβάνεται και αυτό, και βγαίνει πιο έξω για να μας κοιτάξει. Μόνο που η γνώριμη σιλουέτα του συμπαθούς τετράποδου δεν ταιριάζει σε αυτό που εμφανίζεται. Ένας ταύρος! Τώρα τον βλέπουμε καθαρά, στέκεται απέναντι μας δείχνοντάς μας το μέγεθός του. Ευτυχώς είναι ακόμα αρκετά μακριά, σκέφτομαι, και ανοίγω το τοπογραφικό για να επαληθεύσω τη θέση του κελιού στο σχέδιο. Όμως το ζώο είναι λυτό και αρχίζει να περπατά. Στα λίγα δευτερόλεπτα που επεξεργαζόμαστε τα πιθανά αποτελέσματα αυτής της συνάντησης, το ζώο εξαφανίζεται πίσω από εμπόδια που μας χωρίζουν, έναν βράχο ή έναμ θάμνο και επανεμφανίζεται κάθε φορά λίγο πιο κοντά. Αυτό που στο μυαλό μου ήταν ένα οικόπεδο, μετρημένο και οριοθετημένο, μετατρέπεται σε ένα αχαρτογράφητο πεδίο συνάντησης με ένα άγριο ζώο. Γρήγορα επικρατεί η λογική και εγκαταλείπουμε το εγχείρημά μας, κατεβαίνοντας τις πεζούλες πολύ πιο γρήγορα από ό,τι τις ανεβήκαμε. Κλείνουμε πίσω μας την πρόχειρη περίφραξη, που φυσικά δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν ταύρο. Ελπίζουμε ότι έχοντας επιβεβαιώσει την κυριαρχία του θα συνεχίσει τη βοσκή του.

Άπραγοι περπατάμε προς το αυτοκίνητο. Κοιτάζω τα φώτα που έχουν πλέον ανάψει στα διάσπαρτα εξοχικά εκατέρωθεν του χωματόδρομου, ενώ στο άκουσμα μιας παρέας που απολαμβάνει το δειλινό, το αίσθημα ασφάλειας αποκαθίσταται. Ο γνώριμος κόσμος της ιδιωτικής ζωής, των περιποιημένων κήπων και των περιφράξεων. Σκέφτομαι ότι λίγο πίσω μας, κρυμμένο στη νύχτα, ένα μυθικό ζώο περπατάει το βουνό αδιαφορώντας για τις αόρατες γραμμές των μελλοντικών οικοπέδων. Για λίγο ακόμα, ο κόσμος των Κοινών, που μοιράζεται τη γη ως κοινό πόρο, όπως συνέβαινε και ακόμα συμβαίνει με τα βοσκοτόπια, επιβιώνει. Μέχρι και το τελευταίο μήκος των παλιών μονοπατιών να διαπλατυνθεί, να δώσει μέτωπο στα εκατέρωθεν αγροτεμάχια, αυτά να περιφραχτούν και να αξιοποιηθούν ως εξοχικές κατοικίες προς πώληση ή ενοικίαση.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή