«Ελάτε να παίξουμε.
Τις πιο απόκρυφες γωνιές σκεφτείτε κι ελάτε να παίξουμε κρυφτό.
Κι εκείνος που θα τα φυλά να ψάχνει και να ψάχνει και να μη μας βρίσκει,
και να λυσσάει και να κλαίει από το κακό του,
και να γελάμε εμείς που του ξεφύγαμε…»
Αργύρης Χιόνης
Η ιδέα ξεκίνησε σαν παιχνίδι.
Το παιχνίδι χρειάζεται πάντα μια αφορμή.
Η αφορμή ήταν ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη, παλιό, γαλλικό, αγαπημένο.
Ένα βιβλίο για τις πρώτες φορές, γραμμένο για πολύ μικρά παιδιά.
Ένα βιβλίο που το διάβαζα πάντα σαν παιχνίδι.
Το παιχνίδι είναι καλύτερο με πολλούς.
Έτσι αποφασίσαμε να ψάξουμε κι άλλους.
Κάποιους τους βρήκαμε να κλοτσάνε μπάλα.
Κάποιους να ταξιδεύουν με τρενάκια κουρδιστά.
Κάποιους να βάζουν το τελευταίο κομμάτι του παζλ –κι άλλους το πρώτο.
Κάποιους να κυνηγιούνται –κι άλλους να κρύβονται.
Κάποιοι ήταν μακριά και δεν άκουσαν το κάλεσμα.
Κάποιοι το άκουσαν, όμως ξεχάστηκαν από το παιχνίδι κι έπειτα χάθηκαν.
Άλλοι έστησαν αυτί για ν’ ακούσουν το επόμενο.
Έμειναν τελικά αρκετοί.
Όλες και όλοι, διαφορετικοί.
Όλες και όλοι, μπήκαν αμέσως στο παιχνίδι.
Όλες και όλοι, πήραν φτυάρι κι έσκαψαν βαθιά μέσα τους για να θυμηθούν τα «ξεχασμένα».
Και, πάνω απ’ όλα, όλες και όλοι άφησαν για λίγο τον ενήλικο εαυτό τους κι έγιναν ξανά αυτό που δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι.
