Επτά αγόρια είναι καθισμένα στητά στα θρανία τους απαγγέλλοντας την Αινειάδα του Βιργιλίου, ένα επικό ποίημα γραμμένο στα λατινικά μεταξύ του 29 και του 19 π.Χ. Ακούγεται η φωνή ενός καθηγητή που αξιολογεί κάθε μαθητή καθώς αυτός απαγγέλλει. Ένας από τους μαθητές, ο Μόριτς, κάνει ένα λάθος και χρησιμοποιεί τη λέξη enim («για») αντί για τη λέξη ille («εκείνος»). Ο καθηγητής τον σταματάει και του δίνει άλλη μια ευκαιρία. Το αγόρι κάνει και δεύτερη φορά λάθος, δοκιμάζοντας τη λέξη olim («ήδη»). Ο καθηγητής συγχύζεται ολοένα και περισσότερο. Ένας άλλος μαθητής, ο Μέλχιορ, παρεμβαίνει υποδεικνύοντας ότι η λέξη olim ταιριάζει πάντως με την έννοια του λατινικού κειμένου, κι επιχειρεί να ξεκινήσει μια συζήτηση γύρω από την ερμηνεία του κειμένου. Εξοργισμένος, ο καθηγητής επαναλαμβάνει ότι το αγόρι έκανε λάθος. Αγνοεί την υπόδειξη του Μέλχιορ και προσθέτει πως «ο κόσμος μας κατακλύζεται από υπερβολικά πολλά κριτικά σχόλια σχετικά με την ερμηνεία των κειμένων».
Η σκηνή προέρχεται από την έναρξη του έργου Το ξύπνημα της Άνοιξης, του προκλητικού θεατρικού αριστουργήματος που έγραψε ο Frank Wedekind το 1891, το οποίο ξαναγράφτηκε ως μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ το 2006 και έχει παρουσιαστεί στην Αθήνα πολλές φορές τα τελευταία χρόνια: από το Εθνικό Θέατρο, το 2008-2009 σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη και πιο πρόσφατα σε σύγχρονη διασκευή της Άνια Ράις, το 2022∙ από την εταιρεία παραγωγής «Στα Έγκατα της Γης» σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου, πάλι το 2022∙ και σε σκηνοθεσία Σμαράγδας Μαγδαληνής στο Studio Μαυρομιχάλη, το 2025. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Εθνικού Θεάτρου: «Το αριστουργηματικό Ξύπνημα της Άνοιξης υπήρξε στην εποχή του και παραμένει μέχρι σήμερα ένα έργο προκλητικό. Γεμάτο ευαισθησία, λυρισμό και τρυφερότητα, προσεγγίζει τις ανησυχίες των εφήβων και την ανάγκη τους για αληθινή επαφή με τους γονείς και τους καθηγητές τους, την ίδια στιγμή που ο κόσμος των ενηλίκων μοιάζει ανίκανος να ανταποκριθεί σε αυτήν την έκκληση». Το έργο μιλά για εφήβους που δεν κατορθώνουν να λάβουν καθοδήγηση και υποστήριξη από τους γονείς και τους καθηγητές τους, ούτε από την κοινωνία στην οποία ζουν. Δραματοποιώντας την πίεση που υφίστανται αυτοί οι έφηβοι μαθητές, το έργο τούς δείχνει να επιδίδονται σ’ αυτή την άσκηση, που και μάταιη είναι, και εκτρέφει τον φόβο. Οι μαθητές θέλουν να χαρούν τη ζωή, να βιώσουν τον έρωτα και να ονειρευτούν το μέλλον τους, μα οι ενήλικες που έχουν γύρω τους τους εμποδίζουν να μάθουν να επικοινωνούν ή να υπερασπίζονται τις απόψεις τους. Δεν θα αντιλαμβανόταν κανείς πως το έργο έχει γραφτεί πάνω από έναν αιώνα πριν, καθώς μοιάζει να αποτυπώνει τα σύγχρονα συναισθήματα σχετικά με την ενασχόληση με τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά: ένα άχρηστο εγχείρημα που αρμόζει κυρίως στην ελιτίστικη παιδεία, πρωτίστως λευκών αγοριών στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Ένα άρθρο σχετικά με την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης, του Δρα D. Graham Burnett, καθηγητή Ιστορίας στο Princeton University που ειδικεύεται στην ιστορία των επιστημών, και δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2025 στο περιοδικό The New Yorker, υποστηρίζει πως ενώ τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης όπως το ChatGPT μπορούν να μεταμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε, γράφουμε και αποκτούμε πρόσβαση στις πληροφορίες, αδυνατούν να αντικαταστήσουν το νόημα και την ικανοποίηση που προκαλείται από τις ανθρωπιστικές σπουδές. Παρότι ο Burnett επισημαίνει πως η τεχνητή νοημοσύνη σύντομα θα παράγει ακαδημαϊκές μονογραφίες «με το πάτημα ενός κουμπιού» και θα διαχειρίζεται μεγάλο μέρος της «παραγωγής γνώσης» που κάποτε όριζε την ακαδημαϊκή ζωή, αυτή η «εργοστασιακού τύπου ακαδημαϊκή παραγωγικότητα», δηλώνει εμφατικά ο Burnett, «ουδέποτε αποτελούσε την ουσία των ανθρωπιστικών σπουδών». «Το πραγματικό ζητούμενο ήμασταν πάντα εμείς: το έργο της κατανόησης, και όχι της συσσώρευσης στοιχείων». Όπως επεξηγεί σαφώς ο Burnett, τα ουσιώδη ερωτήματα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπο κάθε ανθρώπινο ον – Πώς πρέπει να ζούμε; Τι πρέπει να κάνουμε; Πώς αντιμετωπίζουμε τον πόνο, την αποτυχία, την αβεβαιότητα, ή τον θάνατο; – δεν μπορούν να απαντηθούν από τα δεδομένα και την ανάλυση δεδομένων. Μάλιστα, όπως επίσης υποστηρίζει ο Burnett, τα ερωτήματα αυτά εμπίπτουν στη σφαίρα του «είναι», όχι του «γνωρίζειν», και καμία μηχανή δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα βιώματά μας και τις εμπειρικές μας απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.
Παραδόξως, λοιπόν, η αυτόματα παραγόμενη και βασισμένη σε στοιχεία επιστημονική γνώση τονίζει εντέλει πόσο ανθεκτική είναι η αξία των ανθρωπιστικών σπουδών: η μελέτη των ανθρωπιστικών επιστημών μάς καθοδηγεί ώστε να αντιληφθούμε το νόημα της ζωής και να στοχαστούμε την τρομακτική και συνάμα συναρπαστική ανθρώπινη εμπειρία. Η μελέτη του αρχαίου ελληνικού κόσμου, με την επίμονη διερώτηση σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, το πεπρωμένο, την ευθύνη, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, τον πόνο και τη θνητότητα, διατηρεί τη μοναδικά προνομιακή θέση της προκειμένου να καλλιεργηθεί αυτό το είδος της κατανόησης –μιας κατανόησης για ποικίλα ερωτήματα της ζωής, που δεν μπορεί να αναπαραχθεί από κανέναν αλγόριθμο.
Η αρχαία ελληνική γραμματεία, από τον Όμηρο και τον Ησίοδο ως τη λυρική ποίηση, το δράμα, την ιστοριογραφία, και τη φιλοσοφία, εστιάζει στις οικογενειακές σχέσεις, στον ρόλο που διαδραματίζει το θείο, στις διαγενεακές διαμάχες, σε θέματα φύλου, στην έννοια της δικαιοσύνης και στον ορισμό της καλοσύνης. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, τα αρχαιότερα έργα της ελληνικής γραμματείας που έχουμε, επιχειρούν να ορίσουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, και να διερευνήσουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης και νόησης. Οι ομηρικοί ήρωες δοκιμάζουν τα όρια της θνητότητάς τους, και συχνά εισέρχονται στα βασίλεια των θεών και των ζώων. Ο Αχιλλέας, για παράδειγμα, αρχικά αρνείται στον Έκτορα, καθώς αυτός ψυχορραγεί, την ταφή του, και δηλώνει πως θα προτιμούσε να φάει το σώμα του εχθρού του ωμό, σαν άγριο θηρίο στη φύση (Ιλιάδα 22.337-354), ενώ η επιτυχία του Οδυσσέα στη θανάτωση και των 108 μνηστήρων της Πηνελόπης παρομοιάζεται με επίτευγμα θεού (Οδύσσεια 23.62-68). Τα ομηρικά έπη ασχολούνται επίσης με την ύπαρξη του πεπρωμένου και τον ρόλο του θείου, και συχνά ρωτούν: είναι οι άνθρωποι υπεύθυνοι για ό,τι τους συμβαίνει, ή μήπως υπάρχει κάτι πέρα από εμάς, οι θεοί ή κάποιο πεπρωμένο, που καθορίζει τις ανθρώπινες πράξεις;
Επιπλέον, οι Έλληνες συνειδητοποίησαν νωρίς πως οι άνθρωποι είναι δεινοί, μοναδικά, τρομερά πλάσματα που εμπνέουν δέος, ικανοί για μεγαλόπνοη και εξεζητημένη σκέψη, μα επίσης με καταστροφική αγριότητα. Μεγάλο μέρος των αρχαιοελληνικών τραγωδιών πραγματεύεται τα ανθρώπινα όρια, και επικεντρώνεται σε ανθρώπους που αντιπροσωπεύουν αυτό το παράδοξο, όπως ο Ηρακλής, ο Οιδίπους, ο Οδυσσέας, ο Αίας, ο Κρέων της Θήβας, η Μήδεια, η Φαίδρα, ο Αγαμέμνων, η Κλυταιμνήστρα, ο Ορέστης και η Ηλέκτρα. Ο Οιδίπους, για παράδειγμα, επευφημείται ως σπουδαίος ηγέτης και σωτήρας των Θηβαίων, μα ωστόσο αποδεικνύεται ο πιο δύσμοιρος απ’ όλους τους θνητούς. Η τραγωδία ασχολείται επίσης με μορφές διακυβέρνησης και ορισμούς της δικαιοσύνης, ενώ μιλά και για πολλά ζητήματα που αφορούν σήμερα χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο: πώς αντιδρά κανείς σε βάναυσους δικτάτορες ή διοικήσεις που δεν έχουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας.
Καθώς οι Έλληνες καθιέρωναν ένα πολίτευμα πιο δημοκρατικό και προχωρούσαν από το να τους κυβερνούν βασιλιάδες στο να είναι οι ίδιοι κυβερνήτες, άρχισαν να θέτουν νέα ερωτήματα σχετικά με τους ίδιους. Ήταν πρωτίστως μέλη μιας οικογένειας ή μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας; Και όταν οι αξίες και οι στόχοι των δύο αυτών οντοτήτων διέφεραν, θα έπρεπε να παραμείνουν πιστοί στην οικογένειά τους ή να κάνουν αυτό που ήταν καλύτερο για την πόλη τους; Στην Ορέστεια του Αισχύλου, για παράδειγμα, ο Αγαμέμνων βρίσκεται σε εσωτερική διαπάλη ανάμεσα στον ρόλο του ως ηγέτη του στρατού και στον ρόλο του ως πατέρα, κι αποφασίζει να θέσει την ευημερία των αντρών του πάνω από εκείνη της ίδιας του της κόρης.
Δεν είναι αυτά σαν τα εγκόσμια ή και όχι τόσο εγκόσμια ερωτήματα με τα οποία παλεύουμε όλοι σήμερα; Πώς σχετιζόμαστε με τους γονείς μας, τα παιδιά μας, τους δασκάλους μας, τους σπουδαστές μας, τους φίλους μας, τους συντρόφους μας; Οι φοιτητές δεν βρίσκονται συχνά σε αντιπαράθεση με τους γονείς τους, ενώ πασχίζουν να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τον σκοπό τους στη ζωή; Βάζετε την δουλειά σας ως προτεραιότητα ή την οικογένειά σας; Και πώς εξισορροπείτε τις ανάγκες μεταξύ των δύο; Πιστεύετε σε κάποιον Θεό; Και αν υπάρχει Θεός, είναι αυτός (ή αυτή) υπεύθυνος να φέρει τη δικαιοσύνη στον κόσμο; Πόση ευθύνη αναλαμβάνετε για ό,τι σας συμβαίνει; Πιστεύετε ότι είμαστε εμείς υπεύθυνοι για την πορεία της ζωής μας ή υπάρχουν και παράγοντες που ορίζονται από αλλού; Επιδιώκουν όλοι να είναι καλοί και δίκαιοι; Και οι αρετές αυτές είναι διδακτές; Ποια είναι η ευθύνη μας προς τον εαυτό μας και προς τις κοινότητες στις οποίες ζούμε; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα και να ενεργούμε πάντα σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας. Με τέτοια ερωτήματα πάσχιζαν και οι αρχαίοι Έλληνες.
Είναι σημαντικό να εστιάζουμε σε τέτοια ερωτήματα όταν διδάσκουμε Κλασικές Σπουδές σήμερα, στον 21ο αιώνα. Η κλασική μυθολογία και το αρχαιοελληνικό δράμα ασχολούνται με πολλά θέματα που είναι και τρέχοντος ενδιαφέροντος. Τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ σήμερα, για παράδειγμα, ο ρόλος των γυναικών και των μεταναστών βρίσκονται στο προσκήνιο των πολιτικών συζητήσεων. Και οι αρχαίοι Έλληνες σκέφτονταν συνεχώς τον ρόλο των γυναικών, των ξένων, των μεταναστών, στη δική τους κοινωνία. Η Ορέστεια του Αισχύλου, η Αντιγόνη του Σοφοκλή, η Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, εστιάζουν όλες στον ρόλο των γυναικών και στη σχέση τους με μορφές της εξουσίας, με τους συζύγους τους, και με τις άλλες γυναίκες. Κατά την απουσία του συζύγου της, η Κλυταιμνήστρα αποκτά εραστή και αναλαμβάνει την εξουσία του άντρα της∙ η Αντιγόνη τολμά να ενεργήσει ενάντια στους νόμους της πόλης και έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία, ακόμα και με τίμημα τη ζωή της∙ η Λυσιστράτη δηλώνει πως και οι γυναίκες μπορούν και θα έπρεπε να εμπλέκονται στην πολιτική.
Η Μήδεια του Ευριπίδη αποκτά ιδιαίτερο νόημα στον απόηχο του #MeToo. Παρότι ξένη και περιφρονημένη από τον σύζυγό της, η Μήδεια βρίσκει τη δύναμη να μιλήσει για τα δικαιώματα των γυναικών και ενάντια στην άδικη και κακοποιητική μεταχείριση των γυναικών από τους άντρες. Οι γυναίκες είναι «υποχρεωμένες να αγοράσουν έναν σύζυγο» και «να τον έχουν κύριο του κορμιού [τους] (δεσπότην σώματος)», λέει στις γυναίκες της Κορίνθου (Ευρ. Μήδεια 232-234). «Ούτε μπορεί στον άντρα της να λέει όχι» (Ευρ. Μήδεια 237), συνεχίζει η Μήδεια, πιθανόν αναφερόμενη στο γεγονός πως ένας σύζυγος είχε το δικαίωμα να προβεί σε σεξουαλική επαφή ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της γυναίκας του.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Μήδεια, οι γυναίκες ήταν παγιδευμένες και προορίζονταν να υφίστανται αυτή την οδύνη: το να αφήσει κάποια τον σύζυγό της και να επιστρέψει στο σπίτι των γονιών της θεωρούνταν κάτι «ντροπιαστικό» (στα αρχαία ακλεές, δηλαδή δίχως κλέος, ανυπόληπτο) και ταπεινωτικό∙ από την άλλη, τη ζωή μ’ έναν κακοποιητή άντρα τη θεωρεί χειρότερη κι απ’ τον θάνατο. Η Μήδεια εξηγεί πως η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική για τους άντρες: αν αυτοί νιώθουν δυσαρεστημένοι στο σπίτι, μπορούν εύκολα να βρουν ανακούφιση αλλού. Με δεδομένα τα πολυάριθμα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης τα πρόσφατα χρόνια (όπως αυτά με δράστες τους Harvey Weinstein, Donald Trump, και Larry Nassar), οι ανησυχίες της Μήδειας δεν μοιάζουν πολύ διαφορετικές από εκείνες των γυναικών του 21ου αιώνα, και επιβεβαιώνουν τη μακροχρόνια κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των αντρών στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες.
Το αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι πως τον 5ο αιώνα π.Χ. ένας άντρας τραγωδιογράφος, ένας άντρας παραγωγός, ένας άντρας χορηγός, και άντρες ηθοποιοί αποφάσισαν να ανεβάσουν ένα έργο όπου άντρες ντυμένοι γυναίκες μιλούσαν, στις σημαντικότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της χρονιάς, ενώπιον ενός κατά κύριο λόγο άρρενος κοινού περίπου 15.000 θεατών, καταγγέλλοντας την κακοποιητική συμπεριφορά των αντρών. Η μελέτη των αρχαίων αυτών κειμένων εμπνέει τους φοιτητές να κάνουν αυτοκριτική, μα επίσης να επιδεικνύουν θάρρος∙ να δίνουν φωνή στους αδύναμους και κακοποιημένους∙ να μιλούν ανοιχτά και να μη νιώθουν ντροπή για τα δικά τους βιώματα και τις δικές τους εμπειρίες.
Η αρχαιοελληνική γραμματεία είναι επίσης καίρια όσον αφορά τον στοχασμό σχετικά με μετανάστες και πρόσφυγες. Η Οδύσσεια αναδεικνύει την επιμονή των Ελλήνων στο ζήτημα της φιλοξενίας και του σεβασμού των ξένων, ενώ ο Ηρόδοτος εξετάζει τους Έλληνες ενθαρρύνοντάς μας να τους κοιτάξουμε και να τους συγκρίνουμε με άλλους λαούς που μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές παραδόσεις και αντιλήψεις. Η περίφημη φράση του Ηρόδοτου νόμος βασιλεύς (η συνήθεια//το έθιμο είναι ο ανώτατος άρχων) παραπέμπει στις εντυπωσιακές διαφορές ως προς τις αρχές, που είδε ο Ηρόδοτος από πολιτισμό σε πολιτισμό στην αρχαία Μεσόγειο και εγγύς Ασία. Η φράση αυτή τονίζει επίσης τη δύναμη των εθίμων και τη δυσκολία που ενδεχομένως αντιμετωπίζουμε όλοι προκειμένου να αποδεχτούμε κάτι στο οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι.
Η αρχαιοελληνική γραμματεία μάς καλεί επίσης να δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των εχθρών ή των θυμάτων μας. Οι Τρωάδες του Ευριπίδη, για παράδειγμα, εστιάζουν στην οδύνη του εχθρού – σ’ αυτή την περίπτωση, των Τρώων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, το έργο δίνει έμφαση στο γεγονός πως, είτε Ελληνίδες είτε Τρωάδες, πέρα από την εθνικότητά τους, οι γυναίκες της Τροίας είναι πρωτίστως ανθρώπινα όντα, και άρα άξια σεβασμού και συμπόνιας. Μάλιστα, το 2013, μια ομάδα προσφύγων από τη Συρία βρήκαν μεγάλη παρηγοριά στο έργο αυτό και αφηγήθηκαν τις δικές τους ιστορίες χρησιμοποιώντας τις φωνές των Τρωάδων. Στο Queens of Syria, ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την εμπειρία τους, οι Σύριες καθιστούν πρόδηλο ότι διαβάζοντας και ερμηνεύοντας το έργο του Ευριπίδη ένιωσαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, και απέκτησαν δύναμη και ελπίδα.
Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, ωστόσο: τομείς όπως η κοινωνιολογία ή η πολιτική επιστήμη δεν αφοσιώνονται στη μελέτη τέτοιων θεμάτων; Ναι, πράγματι το κάνουν˙ όμως η εξέταση των θεμάτων αυτών μέσα από το πρίσμα των Κλασικών Σπουδών και των αρχαίων κειμένων μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερη ικανοποίηση για δύο λόγους.
Πρώτον, τα ζητήματα συζητιούνται όχι θεωρητικά, αλλά μέσα από ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές ιστορίες. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι αφηγητές, προσφέροντας ψυχαγωγία και ενθουσιασμό σε γενιές και γενιές, και κατάφεραν έτσι να εισχωρήσουν σε πλήθος λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων διαφόρων εποχών.
Δεύτερον, μελετώντας φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα μέσα από αρχαία κείμενα, και βλέποντας την ομοιότητα των σημερινών προβληματισμών μας με εκείνους ανθρώπων που έζησαν 2.500 χρόνια πριν, μας δημιουργείται μια αίσθηση συνέχειας που μας βοηθά να συμβιβαστούμε με τη δική μας ανθρώπινη υπόσταση και τον σκοπό της ύπαρξής μας στον κόσμο.
Το εγχείρημα «Theater of War» είναι ένα ανάμεσα σε αρκετά σύγχρονα εγχειρήματα που χρησιμοποιούν την αρχαιοελληνική γραμματεία προκειμένου να βοηθήσουν βετεράνους πολέμων να διαχειριστούν το τραύμα και την απώλεια. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Bryan Doerries, μιλά για τη σημασία της παλαιότητας των κειμένων. «Επειδή είναι τόσο παλιά», λέει, «δεν είναι απειλητικά για το κοινό. Όταν κοινό αποτελούμενο από στρατιωτικούς βλέπει ένα απ’ αυτά τα αρχαία έργα, δεν νιώθει πως τους κατηγορούμε για κάτι. Τους ζητάμε να σκεφτούν και ρωτάμε τι μπορούν να αναγνωρίσουν μέσα σ’ αυτό. Όταν σημερινό στρατιωτικό προσωπικό και στρατιώτες βλέπουν τις δικές τους εμπειρίες να αντανακλώνται σε μια αρχαία ιστορία, αυτό τους χαρίζει τεράστια ανακούφιση. Οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως δεν είναι μόνοι και, πρωτίστως, πως δεν είναι μόνοι στο πέρασμα του χρόνου».
Οι αρχαίοι Έλληνες και η γραμματεία τους είναι συναρπαστικοί αυτοί καθαυτοί, όμως το να τους χρησιμοποιούμε ως διδακτικό εργαλείο προκειμένου να κατανοήσουμε τις εμπειρίες της ζωής μας και να προκαλέσουμε την ευμένεια και τη συμπόνια για τα ανθρώπινα όντα στο πέρασμα του χρόνου και απ’ άκρη σ’ άκρη της οικουμένης, είναι εξαιρετικά απαραίτητο σήμερα. Για να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος, δεν χρειαζόμαστε μόνο περισσότερους επιστήμονες κι επιχειρηματίες –παρότι τους χρειαζόμαστε κι αυτούς∙ χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα είναι πιο ευαίσθητοι απέναντι στο περιβάλλον τους και πιο συμπονετικοί απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Τα αρχαιοελληνικά κείμενα εξερευνούν την ανθρώπινη τάση προς την ανταγωνιστικότητα, τη βία και τη νίκη, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνουν τη συμπόνια, την έγνοια και τη φροντίδα για τον συνάνθρωπο – στοιχεία που είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία κάθε κοινωνίας και πολιτισμού.
⸙⸙⸙
[Η δρ. Νίνα Παπαθανασοπούλου (ΒΑ, Πανεπιστήμιο Αθηνών, PhD Columbia University) είναι καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών με διδακτική εμπειρία στο Columbia University, Connecticut College, New York University Tisch και στο College Year in Athens/ΔΙΚΕΜΕΣ στην Αθήνα.]

