Η συγγραφέας Σοφία Αυγερινού στο τελευταίο της βιβλίο με τίτλο Άγνωστες λέξεις (εκδ. Πόλις) μέσα από το μονόλογο της ηρωίδας της συστήνει τον ψυχισμό μιας γυναίκας που έχει συνηθίσει να έχει σταθερά στη ζωή της δύο πράγματα: την ανάγκη ενός τελετουργικού καθαριότητας και τη βαθύτερη ανάγκη να βοηθάει-σώζει-αναλαμβάνει τα προβλήματα των άλλων ή και τους άλλους αυτούς καθ’ αυτούς. Στην πρώτη της αποστολή ορίζει την Πέμπτη ως την ημέρα που θα πηγαίνει απαρέγκλιτα και αυστηρά στο σπίτι των τυφλών θείων της και θα καθαρίζει. Τονίζει ότι αυτή η μέρα δεν θα είναι ούτε η Τετάρτη ούτε η Παρασκευή, θα είναι η Πέμπτη. Θα είναι ένα τρίωρο σταθερό αυτής της ημέρας, δεν θα είναι δυόμιση ώρες ούτε τεσσεράμιση. Θα είναι τρεις και οι συγκεκριμένες τρεις. Έλα όμως, που κάθε Πέμπτη όταν έρχεται εκείνη η ώρα την πιάνει μια δυνατή ημικρανία. Και παλεύει να την κατευνάσει για να μη φανεί ασυνεπής στο σταθερό ραντεβού που έχει δώσει με την καθαριότητα και τη σωτηρία της καθημερινότητας των τυφλών και παράξενων θείων. Όσο μπαίνει βαθύτερα στο σπίτι, τόσο ανακύπτει η επαφή της με το δεύτερο και πιο σοβαρό καθήκον της ζωής της. Η σωτηρία του Άλλου. Όπερ Άλλος είναι αυτός που στη δική της αντίληψη έχει ανάγκη, πλήττεται, δυστυχεί, απειλείται, κυρίως η ψυχή του, από την αδικία της ζωής ή και του οικογενειακού περιβάλλοντος. Και ενώ παραμένει πιστή στο τελετουργικό της Πέμπτης, σταθερή σε έναν άξονα που ορίζει ακόμα και με τις ημικρανίες το πρόγραμμα της ζωής της, την ίδια στιγμή στο «κάλεσμα» της σωτηρίας του ξαδερφού της –εν προκειμένω και του μακρύ καταλόγου που ενδεχομένως να έχει προηγηθεί ανθρώπων που χρήζουν σωτηρίας– εγκαταλείπει τον δικό της σταθερό άξονα –που αποδεικνύεται διόλου σταθερός– τον εαυτό της δηλαδή. Και έτσι βουτάει στα βαθιά νερά της αποστολής της: να σώσει, όπως λέει και ο ποιητής, οτιδήποτε και αν σώζεται.
Ως εδώ καλά, θα πει κάποιος διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, πού το πρόβλημα; Είναι μια λογοτεχνική ιστορία αριστοτεχνικά πλεγμένη σε μικρό μέγεθος, που αγγίζει βαθιά θέματα. Υπάρχει όμως ένας τρίτος παράγοντας που ήρθε στον δικό μου νου και καθόλου δεν τον αγγίζει η Αυγερινού, τον συναντώ όμως πολύ συχνά στις ανθρώπινες ρεαλιστικές αφηγήσεις στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, και ελάχιστα τον συζητάμε δημοσίως.
Πλείστες επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις, ιδίως τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, καλύπτουν μεγάλο εύρος μιας κοινής συνισταμένης. Γυναίκες που σήμερα βρίσκονται ηλικιακά από τα 40 τους έτη έως και τα 60 πολύ συχνά φέρνουν ολοζώντανα στην κουβέντα τους τη μητέρα τους. Μητέρες που έχουν κοινά με την ηρωίδα της Αυγερινού. Καλές γυναίκες, πρόθυμες να βοηθήσουν τον συνάνθρωπο, καθαρές, παστρικές, με ένα πρόγραμμα που δεν παρεκκλίνει, που τονίζουν την ανάγκη για να είναι μητέρες αυτής της κοινωνίας να βάλουν στην άκρη τον εαυτό τους, την ημικρανία τους, τους πόνους τους, ακόμα και τις ανεπεξέργαστες και συχνά άρρητες ή άδηλες επιθυμίες τους. Σε αυτό τον συνδυασμό μπαίνει και ο τρίτος παράγοντας που αλλάζει όλο το αφήγημα ή εξυπηρετεί τα δύο παραπάνω. Η Εκκλησία. Η πίστη στον Θεό αλλά όχι μόνον θεωρητικά ως προσωπική επιλογή, αφηρημένη, η πίστη στα τελετουργικά της Εκκλησίας, της Χριστιανικής Ορθόδοξης, μιας που μιλάμε για την Ελλάδα, αλλά μπορώ να φανταστώ ή να υποθέσω –κρατώντας το μόνον ως υπόθεση– ότι μπορεί να ισχύει και για άλλους λαούς που η σχέση τους με την Εκκλησία ενείχε δεσμούς ταυτοτικής στήριξης και σταθεροποίησης. Για να επανέλθουμε στα δικά μας, και χωρίς να επιθυμώ να αναφερθώ σε συγκεκριμένες προσωπικές αφηγήσεις γυναικών που με έχουν εμπιστευτεί, έχω συγκεντρώσει στοιχεία που με βοήθησαν να καταλάβω κάτι που εκ πρώτης φαίνεται δύσκολο στην κατανόησή του. Πόσο δύσκολο είναι για μια κόρη να μεγαλώνει με μια τέτοια μητέρα; Πόσο δύσκολο είναι να έχεις αντί για μητέρα έναν εκπρόσωπο του Θεού μέσα στο σπίτι σου; Πόσο δύσκολο είναι πριν να τεθούν οι ερωτήσεις από ένα παιδί να έχουν ήδη δοθεί οι απαντήσεις από ένα «μάτι» που μας κοιτάζει από ψηλά και που στην καλύτερη περίπτωση είναι του Θεού, αν όχι του κληρικού της κάθε ενορίας; Τι σχέση έχει η πίστη με την καθαριότητα; Τι σχέση έχει με τη συνέπεια; Τι σχέση έχει με τη μετατόπιση του κέντρου, από τον εαυτό στον Άλλον; Γιατί να είναι μια μητέρα τόσο πιστή;
Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια διάκριση. Όλοι οι Έλληνες λίγο ως πολύ έχουν την πίστη μέσα τους. Οι περισσότεροι το κρατούν ως ανάμνηση των παιδικών τους χρόνων, μια σχέση υπενθύμισης με μια γιαγιά ή έναν παππού ή με το Πάσχα στο χωριό. Πολλοί πάνε και κάνουν Ανάσταση στην Εκκλησία, λίγοι είναι όμως αυτοί που νηστεύουν κυριολεκτικά 40 ημέρες, που νηστεύουν και το λάδι, που πηγαίνουν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα στην Εκκλησία, που ακούνε τα αντίστοιχα εκκλησιαστικά ραδιόφωνα στο σπίτι και στην κουζίνα τους όταν μαγειρεύουν, λίγοι και λίγες είναι αυτές που θα λέγαμε ότι είναι φανατικοί της πίστης. Που βάζουν τον λόγο του Κυρίου ή του εκάστοτε κληρικού πάνω από όλα, πάνω από την οικογένεια, πάνω από τα παιδιά και σίγουρα πάνω από τον σύζυγο και τον εαυτό τους. Συνήθως στις αφηγήσεις των θυγατέρων, έρχεται ένα κοινό μοτίβο: αυτές οι μανάδες κάποτε ονειρεύτηκαν, πόθησαν την εγκατάλειψη των εγκοσμίων, τον μοναχισμό ως επιλογή ζωής. Απετράπη λόγω της δημιουργίας οικογένειας, κατ’ ανάγκην θα λέγαμε ότι γι’ αυτό παρέμειναν μέσα μεν αλλά τελικά και έξω από τα εγκόσμια. Είναι ένας τέτοιος τύπος πιστού, και επειδή μιλάμε για μητέρες-κόρες, το γένος σε αυτό τουλάχιστον το κείμενο λογίζεται σταθερά ως θηλυκό.
Τι σχέση έχει η καθαριότητα με την πίστη; Θα λέγαμε ότι όπως και στην ηρωίδα της Αυγερινού, η τήρηση του τελετουργικού για αυτές τις γυναίκες είναι ένας σκοπός ζωής που δεν τηρείται κατά βούληση αλλά αυστηρά, αγνοώντας ή παραμερίζοντας την ανθρώπινη συνθήκη. Όπως η ηρωίδα της Αυγερινού όρισε ένα συγκεκριμένο τρίωρο κάθε μα κάθε Πέμπτης, έτσι και οι πιστές δεν υπολογίζουν αν θα είναι ευδιάθετες, υγιείς ή οτιδήποτε άλλο για να κάνουν τη νηστεία, για να πάνε στην εκκλησία, για να ακούσουν τον λόγο του Θεού ή για να κρατήσουν το κομποσχοίνι τους. Η προσωπική τους επιθυμία έχει εξαφανιστεί ή μάλλον έχει συντονιστεί με το πρόγραμμα της Εκκλησίας που το έχουν ενδοβάλει μέσα σε έναν Κανόνα πίστης και αφοσίωσης. Η καθαριότητα επίσης, επειδή έχει διττή σημασία, με τον τρόπο που γίνεται και στο κείμενο της Αυγερινού –για άλλους λόγους εκεί– αλλά και στα σπίτια των μητέρων της πίστης –όπως θα τις ονομάσω για τη συντομία της κοινής κατανόησης–, ορίζει να αποκλειστεί η βρωμιά, το κακό, η ρυπαρή ανθρώπινη φύση και να μπει μια τάξη. Να τηρηθεί η τάξη. Η τάξη τηρείται όταν βγαίνει εκτός του οίκου, και του οίκου του Θεού τελικά, το Κακό. Το Κακό στην προκειμένη περίπτωση έχει πολλές όψεις, όπως και ο Διάβολος εν προκειμένω, ή όπως θα έλεγαν και αυτές οι γυναίκες στο άκουσμα της λέξης –έξω από εδώ και μακριά. Για την ψυχαναγκαστική λειτουργία η βρωμιά πρέπει να απομονωθεί, για την ιδεοψυχαναγκαστική λειτουργία η βρώμικη σκέψη πρέπει να απομονωθεί. Το λιβάνι παίρνει τη λειτουργία της χλωρίνης και καμιά φορά οι πιστές του Θεού χρησιμοποιούν και το ένα πολύ και το άλλο. Το σημαντικό είναι να μείνει απέξω οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση, ταραχή, οτιδήποτε βρωμίζει τη σκέψη ή και τη ζωή την ίδια. Τι είναι άραγε αυτό που μας βρωμίζει;
Η έννοια της ψυχαναγκαστικής λειτουργίας στον παστρικό και της ιδεοψυχαναγκαστικής στον πιστό είναι κομβικής-κεντρικής σημασίας. Τίποτα δεν γίνεται αν δεν ορίζεται σταθερά, με ένα πρόγραμμα που ενδοβάλλεται, που συστήνει την ύπαρξη, που παρακολουθείται και ορίζει τελικά τη ζωή εντός αυτού του προγράμματος. Πόσες φορές θα τριφτεί το μπάνιο, πόσες φορές θα σφουγγαριστεί το πάτωμα σχετίζεται με μια ελεύθερη μετάδοση με το πόσες φορές θα πούμε το Πάτερ Ημών, πόσες γονυκλισίες θα κάνουμε, πόσα κομποσχοίνια θα φοράμε, πόσα σταυρουδάκια θα έχουμε κάτω από το κρεβάτι μας ή πόσες φορές, ποιες ώρες και ποιες μέρες θα λιβανίσουμε. Για να λειτουργήσουν αυτά, τίποτα δεν πρέπει να αφεθεί στο τυχαίο. Το πρόγραμμα μάς ορίζει, όχι εμείς το πρόγραμμα. Γιατί η «βρωμιά» καραδοκεί όταν εμείς δεν κοιτάζουμε και το σύμπαν καταρρέει όταν παρεισφρέουν στοιχεία εκτός του ελέγχου μας, του λόγου του Θεού, της φαντασιωσικής δύναμης του Καλού που μόνον αυτό πρέπει να επιβιώσει, όπως η καθαριότητα. Φυσικά εδώ σε αυτούς του μαχητές υπέρ του Καλού μπορούμε να κάνουμε και άλλες πιο δύσκολες αναγνώσεις, του διχασμού του Καλού-Κακού, του σχίσματος Καθαρού-Βρώμικου που ακουμπά φυλές και πολιτισμούς που δυστυχώς σήμερα παγκοσμίως είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Ας παραμείνουμε, όμως, στα καθ’ ημάς.
Το δεύτερο κοινό της λειτουργίας των μανάδων-πιστών σε σχέση με την ηρωίδα της Αυγερινού είναι η έκκεντρη σχέση τους με τον εαυτό. Η ημικρανία δεν είναι ικανή να την καθηλώσει στο κρεβάτι της την ηρωίδα, παρότι περιγράφεται ως δριμεία και σθεναρή. Όπως τις πιστές δεν είναι ικανά ο χαμηλός αιματοκρίτης, η χαμηλή πίεση, ο κίνδυνος ζαλάδας ή λιποθυμίας να τις μεταπείσουν από τη μη τήρηση της αυστηρής νηστείας τη Μεγάλη Εβδομάδα στην καλύτερη των περιπτώσεων, το σαρανταήμερο στη χειρότερο. Αυτό πολλές φορές δημιουργεί προβλήματα στις ίδιες και στις κόρες τελικά αφού μιλάμε για γυναίκες άνω των 70 ετών, που παίζουν κάποιες από αυτές τη ζωή τους κορώνα γράμματα, αλλά αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο να λάβουν την ευλογία της νηστείας και της μετάληψης. Το άλλο που αφορά τη σωτηρία του κόσμου είναι ότι όσο και αν μεγαλώσουν δεν χάνεται το κέντρο της αποστολής τους. Μπορεί να χάνεται το κέντρο του εαυτού και σίγουρα η χαρά και το αυθόρμητο, αλλά η αποστολή παραμένει στο κέντρο: να σωθεί αυτός ο κόσμος από το Κακό που έχει διεισδύσει. Η φράση: ο Άλλος κυβερνάει είναι μια φράση πασπαρτού. Κολλάει στα τροχαία που συνέβησαν τη Μεγάλη Εβδομάδα, στους τραυματισμούς από κροτίδες στις Εκκλησίες, στα παιδιά που έπεσαν στα ναρκωτικά, στα αυξημένα διαζύγια, στη ροπή στον αλκοολισμό και σε οτιδήποτε κατά την άποψη της κατήχησης από άμβωνος ή ραδιοφώνου πάει στραβά, ή βρώμικα, κρατήστε όποιο σας ταιριάζει. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν πρωτάκουσα αυτή τη φράση τη βρήκα πολύ συγγενή με την ψυχαναλυτική λειτουργία και όχι φυσικά με την έννοια του Άλλου, που εννοούν οι πιστοί, κάποιον έξω από εμας. Αντιθέτως, το πιο δύσκολο που δεν αντέχεται και στην εποχή μας είναι η ρήση του Φρόυντ, ότι το Εγώ δεν είναι Κύριος του εαυτού. Αν λοιπόν δεν ελέγχουμε με το Εγώ μας τον εαυτό μας, δεν το ορίζουμε, όπως συμβαίνει, τότε υπάρχει ένα κομμάτι άλλου που μας ελέγχει, είτε αυτό πηγάζει από το ανεπίγνωστο και για τους περισσότερους φοβιστικό ασυνείδητό μας είτε από το τυραννικό υπερεγώ μας και εν πολλοίς σε συνδυασμό αυτών των δύο. Αν για ό,τι δεν γνωρίζουμε για εμάς τοποθετούμε έξω από εμάς τη λειτουργία του κόσμου, τη σύνθετη και τελικά φοβιστική έκβαση να έχουμε και εμείς από όλα μέσα μας, αντί για αποδοχή και συμφιλίωση, παίρνουμε καθαριστικά από το εμπόριο ή λιβάνια από τα εκκλησιαστικά κιόσκια.
Η ανάγκη να σωθεί αυτός ο κόσμος προϋποθέτει μια σκέψη, ότι ο κόσμος έχει φύγει από την ορθή του πορεία, ότι έχει εγκαταλειφθεί, έχει εκπέσει. Αυτή η σκέψη είναι κυρίαρχη και στα κηρύγματα της Εκκλησίας και στις πιστές μητέρες και κανείς δεν μπορεί να τους το αμφισβητήσει. Υπάρχει μια βαθιά βιωμένη γνώση που επιτάσσει τη σωτηρία. Η ψυχαναλυτική κατανόηση δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει, να λοιδωρήσει ή να καγχάσει τα μέσα που έχουν βρει οι άνθρωποι να πορεύονται. Άλλωστε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλοι είμαστε γιοι και κόρες μιας τέτοιας παράδοσης. Θέλω όμως να καταδείξω δύο σημαντικά, κατά την άποψη μου, στοιχεία. Που ελάχιστα αναδεικνύονται ακόμα και στην ψυχαναλυτική θεωρία. Πόσο δύσκολο είναι να είσαι κόρη μιας τέτοιας μάνας. Πόσο δύσκολο είναι να μεγάλωνει μια κόρη με μητέρα που έχει ήδη μέσα της τον λόγο του Θεού ως τον πιο σημαντικό λόγο του κόσμου. Που δεν εισέρχεται στη σχέση με την κόρη ως ανοιχτή και άγραφη πλάκα να συνδημιουργήσει με το παιδί της τις δικές τους άγνωστες μέχρι τότε λέξεις. Για ό,τι ήταν άγνωστο, όπως οι ανύπαρκτες ή νέας σύνθεσης λέξεις που εμπνέεται ο ξάδερφος για να επικοινωνήσει με την ηρωίδα στο βιβλίο της Αυγερινού, υπάρχει ήδη μια γνώση πριν από αυτές για αυτές, ως ένα στενό μα καθαρό κοστούμι που πρέπει να φορέσει η κόρη. Ένα φόρεμα που ράβει η μάνα της με τις καλύτερες προθέσεις για να είναι καλή, περιποιημένη, καθαρή, έντιμη και σοβαρή η κόρη. Μια καλή Χριστιανή. Αφήνοντας απέξω επιθυμίες, όνειρα, ιδιαιτερότητες, εκκεντρικότητες, σεξουαλικότητα και όλες τις ανθρώπινες πηγαίες νοστιμιές. Αφήνοντας απέξω το χιούμορ, τη βασική εκτονωτική λειτουργία που συνδέει και απελευθερώνει τα συστήματα, τους ανθρώπους, τα σώματα και τις ψυχές. Οι κόρες αυτών των μανάδων εισπράττουν στο γάλα τους το καταιγιστικό άγχος της διαπαιδαγώγησης. Όλα γίνονται ορατά, κάθε συμβάν, κάθε περιστατικό της ζωής, κάθε ατόπημα, κάθε επαναστατική τάση ή αντίδραση, κάθε αποτυχία υπό το βλέμμα της αμαρτίας. Που πρέπει να εξοβελιστεί, να καθαριστεί, να υποταχθεί. Η μάνα παύει άθελά της να είναι μάνα, γίνεται η ηχώ του Κυρίου. Και η κόρη μαθαίνει για να ζήσει, όσες το καταφέρνουν, να κρύβονται και να σιωπούν. Να λένε μόνον τις σωστές λέξεις, γνωστές λέξεις, καλές λέξεις. Μαθαίνουν να ελέγχουν το λεξιλόγιο και κάποιες να ελέγχουν και τη σκέψη τους. Γιατί δεν υπάρχει πολυτιμότερο πράγμα σε τούτη τη ζωή από την αγάπη της μάνας. Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον που αντέχει χωρίς την αγάπη της μάνας του. Τι θα συμβεί σε αυτή την αγάπη αν η κόρη αντιμετωπίσει στη νεανική της ζωή μιαν άμβλωση; Αν δεν επιθυμεί να πάει στην Εκκλησία; Αν δεν κάνει καλές παρέες; Αν έχει κακές σκέψεις; Αν λιβιδινικά αναζητά τις ορμές του σώματος; Τότε πώς θα νιώσει η μητέρα; Ότι ο Άλλος κυβερνάει; Και ποιον θα φέρει να κυβερνήσει την κόρη;
Πότε θα βρούν μεταξύ τους έναν δεσμό, ένα τρυφερό δέσιμο, που δεν θα έχει ανάγκη να κυβερνηθεί από κάποιον Άλλον, αλλά να αγαπηθεί; Και να κλάψει και να συμφιλιωθεί, ως γυναίκα προς γυναίκα; Ως κόρη προς κόρη; Ως μάνα προς μάνα; Ως παιδί προς παιδί; Που κάποτε όλες μας υπήρξαμε; Πώς θα γίνει αυτό, αφού η πιστή για να πάει προς το παιδί ως μάνα, πρέπει να εγκαταλείψει την τυπολατρία; Το τελετουργικό; Το κήρυγμα; Όχι τον Θεό, γιατί ο Θεός προφανώς για τους πιστούς έχει χώρο για όλα. Οι τυπολάτρες όμως και φοβισμένοι πιστοί δεν έχουν χώρο για όσα στέκουν αντίθετα από όσα πιστεύουν ως Καλό.
Στη φράση παιδί προς παιδί, στέκομαι ξανά και ξανά. Η στροφή της Αυγερινού από το ζευγάρι των εκκεντρικών τυφλών θείων στη μεριά του ξαδέρφου και τελικά στον εαυτό της ηρωίδας έχει την αξία της. Οι πιστές μητέρες προτού να βιαστεί κάποιος να πει ότι με αυτό το άρθρο τις στέλνω στο πυρ το εξώτερον, έχουν κάτι άγνωστο στην ψυχή τους. Έχουν μια βαθιά θαμμένη άγνωστη λέξη που δεν την έχουν αγγίξει οι ίδιες ούτε οι κόρες τους παρά ελάχιστα. Δεν την έχει αγγίξει ούτε η Εκκλησία, παρότι πήγαν προς τα εκεί όπως πάνε οι διψασμένοι για νερό. Οι πεινασμένοι για τροφή. Οι απειλημένοι για σωτηρία. Γιατί ο λόγος από άμβωνος παραμένει ένας πατριαρχικός λόγος.
Γιατί μια γυναίκα, πηγή ζωής και επιθυμίας, κέντρο της δύναμης, να φοβηθεί τόσο ώστε να επιθυμήσει να παραδώσει τη δύναμή της, αυτή την άναρχη θηλυκή δύναμη που γεννάει άγνωστους κόσμους, άγνωστες λέξεις και σύνθετες λειτουργίες, στον λόγο του κλήρου; Γιατί δεν αγκαλιάζουν τον λόγο του Θεού, συνδημιουργώντας τον, αλλά υποτάσσονται στα λόγια του εκάστοτε κληρικού/άνδρα που βάζει τη δική του ερμηνεία και τον δικό του πατριαρχικό κόσμο μέσα στη «μεταλαμπάδευση» της «αλήθειας» του Κυρίου. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τις δικές μου ερμηνείες και σκέψεις, συμβαίνει για πολλούς λόγους, που αγγίζουν τον ψυχισμό της καθεμίας, αλλά για δύο σοβαρούς λόγους που είναι θαμμένοι στο κελάρι της ψυχής τους, σφραγισμένο, άγνωστο ότι υπάρχει ή ότι υπήρξε. Εμποτισμένο με άλλες πεποιθήσεις για τη ζωή ή απωθώντας έξω το δύσκολο δικό τους μερτικό ζωής. Που τις αποσταθεροποιεί, γιατί συνήθως το προκάλεσαν οι δικοί τους. Το πρώτο είναι ότι συνήθως αυτές οι γυναίκες βιαίως ως παιδιά αποκλείστηκαν από την εκπαίδευση, από τη φαντασίωση της καθεμίας που ήθελε κάποτε κάπου να φτάσει. Αυτό το ανείπωτο τραύμα έχει απωθηθεί. Το δεύτερο είναι ότι συνήθως αυτές οι μανάδες είναι εγκλωβισμένα παιδιά, παιδιά που εγκαταλείφθηκαν με πολλαπλούς τρόπους από μανάδες ή πατεράδες –ακόμα και αν δεν έγινε η φυσική σωματική εγκατάλειψη, έγινε ψυχικά. Ορφανά παιδιά. Κορίτσια που αναγκάστηκαν νωρίς να φύγουν από τα σπίτια τους, να μεγαλώσουν άλλα παιδιά της οικογένειας, εγκαταλείποντας πρόωρα τη δική τους παιδική ηλικία, κορίτσια που πήγαν στα χωράφια αντί για τα σχολεία, που έγιναν παρακόρες, και άλλες που τους απαγόρευσαν να παντρευτούν τον καλό της καρδιάς τους, που τους επέβαλαν να παντρευτούν τον καλό της τσέπης του πατέρα τους, κορίτσια που ξυλοκοπήθηκαν, που πείνασαν, που βιάστηκαν, κορίτσια περήφανα, όμορφα, ζωντανά, που κάποτε κάποτε κάποτε έφεραν και εκείνες κάτι λαμπερό, οργιαστικό, άγνωστο για τον κόσμο μιας Ελλάδας που πάλευε και παλεύει ακόμα να βρει το κέντρο της.

