Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και φοίτησα στη Σχολή Κωνσταντινίδη από το νηπιαγωγείο έως και το λύκειο, όπως και ο αδελφός μου –αν και εκείνος δεν είχε πάει καθόλου στο νηπιαγωγείο και είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο.
Στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού σχολείου θυμάμαι πως κάθε χρόνο στις διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού μάς ανέθεταν την ανάγνωση ελληνικών και ξενόγλωσσων λογοτεχνικών βιβλίων, τα οποία επέλεγε ο δάσκαλος ή η δασκάλα της τάξης και τα οποία ήμασταν υποχρεωμένοι να παρουσιάσουμε μετά τις διακοπές. Θυμάμαι ολοκάθαρα τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα: τον Μάγκα, τον Τρελαντώνη, προ πάντων Τα μυστικά του Βάλτου και τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο, τα οποία μού στοίχειωναν τις διακοπές, τα διάβαζα αγκομαχώντας να τελειώσουν, προσπαθώντας να θυμάμαι ονόματα, πλοκή και επεισόδια, έτσι ώστε να μπορώ να τα αναπαραγάγω άμα τη επιστροφή μου στη σχολική τάξη. Κάθε αναγνωστική απόλαυση είχε χαθεί και προ πάντων τα πολυσέλιδα, τα γεμάτα ηρωικά ανδραγαθήματα βιβλία μού ήταν παντελώς αποκρουστικά. Από την άλλη, ο Μάγκας δεν είχε καμιά σχέση με τον Μπιμούσκα μου (είχα κλάψει γοερά με το Μη Ζητάς Ανθρώπινη Αγάπη/ White Bim Black ear, ταινία η οποία στάθηκε η αφορμή να αποκτήσω επιτέλους δικό μου σκύλο), ενώ έβρισκα εντελώς ανόητες τις σκανταλιές του Αντώνη.
Λιγότερο βασανιστικά, πιο ευχάριστα αλλά πάντως με την οπτική μιας χωρίς ευχαρίστηση αγγαρείας μού φαίνονταν και οι περιπέτειες του Ιούλιου Βερν: 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος, Ταξίδι στο κέντρο της Γης∙ οι οποίες φάνταζαν τότε κάπως παρωχημένες ίσως και απλοϊκές στα δικά μου μάτια –προτιμούσα, σκεφτόμουν, να διαβάζω κανονικά παραμύθια (όπου οι πριγκίπισσες ήταν κανονικές πριγκίπισσες και μπορούσαν ως εκ τούτου να ελπίζουν στη μεταμόρφωση των βατράχων). Αλλά οι δάσκαλοι εκείνου του σχολείου αγαπούσαν ιδιαιτέρως και την Πηνελόπη Δέλτα και τον Ιούλιο Βερν και γέμιζαν τις διακοπές μας με τα βιβλία τους –εμένα δε, που ήμουν καλή μαθήτρια, μού έδιναν πάντα τα πιο πολυσέλιδα.
Το ίδιο χρονικό διάστημα ο αδερφός μου –αρκετά χρόνια μεγαλύτερός μου– ανάμεσα στα άλλα βιβλία που συγκέντρωνε, στην απαγορευμένη για εμένα βιβλιοθήκη του, ήταν και αρκετά του Μενέλαου Λουντέμη. Όταν ο αδερφός μου απουσίαζε από το σπίτι –έκανε φοιτητική ζωή και έλειπε ευτυχώς συχνά– έπεφτα με τα μούτρα διαβάζοντας άπληστα, αγχωμένη μη με πιάσουν στα πράσα και με την κρυφή ευχαρίστηση του απαγορευμένου, τα γεμάτα συγκίνηση βιβλία του Λουντέμη. Έκλαψα πολλές φορές με το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, το Συννεφιάζει, το Βουρκωμένες Μέρες, σοκαρίστηκα με το Οδός Αβύσσου αριθμός Μηδέν, το οποίο εξέθρεψε αρκούντως την προεφηβική μου οργή.
Εκείνα τα χρόνια μού έκανε ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών μια πολύ αγαπημένη μου νεαρή δασκάλα, η οποία είχε γεννηθεί και σπουδάσει στην Αγγλία και είχε επιστρέψει πρόσφατα στην Ελλάδα για να ζήσει και να εργαστεί κοντά στους επαναπατρισμένους πια γονείς της. Είχε γοητευτική ξενική προφορά, λεπτά και λευκά χέρια, πράσινα μάτια και συνήθιζε να βάζει στα χείλη της lip gloss που μύριζε φράουλα ή κεράσι. Ελευθέρωνε το μέτωπό της από τα καστανόξανθα μαλλιά με μια στέκα και έβγαζε από την τσάντα της βιβλία γραμμένα στ’ αγγλικά με περίεργους τίτλους και ακόμα πιο παράξενα σχέδια. Έτσι έμαθα τον Ρόαλντ Νταλ: το Charlie And The Chocolate Factory, οJames And The Giant Peach, το The Magic Finger, ο Fantastic Mr Fox άνοιγαν έναν άλλον κόσμο μαγικό αλλά χωρίς ωραιοποιήσεις, γεμάτο τόλμη αλλά και ρεαλισμό και προ πάντων γεμάτο από την αντίθεση ανάμεσα στη ζωή των ενηλίκων, που δεν καταλάβαινα και μού προκαλούσε αγωνία και φόβο και αποστροφή και τη ζωή των παιδιών που ήθελαν να τρώνε γλυκά, να κοιμούνται αγκαλιά με τα αγαπημένα τους ζώα, να ντύνονται όπως θέλουν, να φεύγουν από το σπίτι και να επιστρέφουν όποτε θέλουν, έναν κόσμο ελεύθερο από επιτηρήσεις και περιορισμούς, όπου επιτέλους ανάσαινες. Μπορεί να έκρυβε κινδύνους, αλλά σε εκείνον τον κόσμο οι γενναίοι μικροί πάντα κατατρόπωναν τους μοχθηρούς μεγάλους.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγινα η ίδια μητέρα, διάβαζα στα παιδιά μου –προτού εκείνα μάθουν καλή ανάγνωση– τα βιβλία του Ρόαλντ Νταλ, τα οποία είχαν πλέον μεταφραστεί στα ελληνικά. Τους άρεσαν πολύ, αν και αργότερα προτιμούσαν τις αντίστοιχες ταινίες παρά τα ίδια τα βιβλία. Δεν σκέφτηκα να τους διαβάσω Ιούλιο Βερν: πίστευα ότι ήταν ξεπερασμένος. Δεν μου πέρασε καν η ιδέα να τους διαβάσω Πηνελόπη Δέλτα ή να τους προτείνω να διαβάσουν καθώς μεγάλωναν. Αλλά ούτε τον Μενέλαο Λουντέμη πλέον τους είχα προτείνει. Θεωρούσα ότι η εποχή που εξέφραζε είχε οριστικά χαθεί. Κακώς ή δυστυχώς, έτσι νόμιζα τότε. Εξάλλου, εκείνοι προτιμούσαν πια τον Χάρι Πότερ και τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Ως δασκάλα πρότεινα στους μαθητές και τις μαθήτριές μου να διαλέγουν και να διαβάζουν τουλάχιστον ένα λογοτεχνικό βιβλίο στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και να επιλέγουν ένα μικρό απόσπασμα που τους άρεσε και να μας το διαβάζουν στην τάξη. Θυμάμαι ότι στις τάξεις του Γυμνασίου ήταν αρκετά δημοφιλείς, αν και περισσότερο στα κορίτσια, η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή. Στο Λύκειο, κάθε φορά που προσπαθούσα να προτείνω κάτι φιλαναγνωστικό, τα περισσότερα παιδιά με κοίταζαν με το αποσβολωμένο βλέμμα ενός άλλου χωροχρόνου ή με την απόγνωση του ήδη χαμένου στις σχολικές υποχρεώσεις χρόνου…
Τώρα που το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μοιράσει βιβλία του Ιούλιου Βερν και της Πηνελόπης Δέλτα στα παιδιά του σχολείου, δεν είμαι πια στην τάξη, για να δω τις αντιδράσεις τους… Θα περιμένω με αγωνία… Με την ίδια σχεδόν αγωνία που στη μνήμη μου συνδέεται πάντα το βίωμα των μαθητικών μου χρόνων… Αγωνία που δυστυχώς έπνιξε για εμένα κάθε είδους νοσταλγία.

