Κωνσταντίνος Λερούνης

Αλαίν Ντελόν: ένας δανδής του καιρού μας

«Έφυγε ήσυχα» έγραψαν πολλές εφημερίδες. Δεν ξέρω πώς αλλιώς, με την πιθανή εξαίρεση ενός ατυχήματος λόγου χάρη, θα μπορούσε να φύγει σε αυτή την ηλικία. Ευτυχώς, όμως, δεν έζησε ήσυχα, τούτο είναι βέβαιο. Ούτε κράτησε τη γλώσσα του, ανεξάρτητα αν πολλοί, και ανάμεσά τους ο γράφων, διαφωνούσαν ριζικά με όσα έλεγε. Και επίσης ευτυχώς, αηδίαζε και η αηδία του δεν γνώριζε το όριο του εύλογου, όπως φαίνεται στις συνεντεύξεις του. Είναι καλό πράγμα η αηδία, πιστέψτε με. Δείχνει χαρακτήρα, αν μη τι άλλο, και όχι μόνο στην περίπτωση του Ντελόν. Και πάλι ευτυχώς, έζησε σε μια εποχή που υπήρχαν κινηματογραφικά είδωλα αλλά όχι, ευτυχώς, ειδωλοποιημένα προσωπεία, διαμορφωμένα από την αφόρητη και αφόρητα βλακώδη πίεση του κοινού προς τους ηθοποιούς και τους καλλιτέχνες να εμπλέκονται διαρκώς σε όποια σταυροφορία πολιτικώς ορθής ευαισθητοποίησης τυχαίνει να είναι της μόδας κάθε φορά. Ακόμη και η αγάπη του για τα σκυλιά, και δη τα μεγαλόσωμα, είχε βυρωνική καταγωγή χωρίς καμία απολύτως σχέση με τις ψευδο-καντιανίζουσες επιταγές και τα κονσερβαρισμένα αισθήματα που παρελαύνουν πεφυσιωμένα στα ασόβαρα πρωινάδικα και τα σπουδαιογελοίως σοβαροφανή βραδυνάδικα. Ήταν ακόμη οι καιροί που επιτρεπόταν στους ηθοποιούς να είναι αυτό και μόνο: ηθοποιοί.

Ο Αλαίν Ντελόν ήταν ένας δανδής του καιρού μας. Ο δανδισμός εκφράζεται με μία υψηλή προσωπική αισθητική στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά αυτό είναι το κέλυφος ενός αισθητικοποιημένου στωικισμού, μιας χειρονομίας που υπερβαίνει το υποκείμενο, όσο και αν φαινομενικά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Όποιος έχει διαβάσει τη σύντομη πραγματεία του Barbey d’ Aurevilly για τον δανδισμό, θα μπορούσε στις περισσότερες περιπτώσεις να αντικαταστήσει το όνομα του Beau Brummel με αυτό του Ντελόν. Η περιγραφή, λόγου χάρη, του θριάμβου του περιώνυμου Άγγλου δανδή του 19ου αι. Ωραίου Μπράμελ ταιριάζει εξίσου καλά στον Ντελόν: «Οι θρίαμβοί του είχαν όλη την υπεροψία της αδιαφορίας. Ποτέ δεν ένιωσε τον ίλιγγο που καταλάμβανε τα κεφάλια που, στο πέρασμά του, δεν μπορούσαν παρά να γυρίσουν προς εκείνον»[1]. Ο Ντελόν σκηνοθετούσε σχεδόν πάντα τον εαυτό του και, προεξαρχόντως, την απόστασή του από τα πράγματα, ακόμη και σε φωτογραφία με έναν σκύλο, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την μπενγιαμινική του αύρα σε μία εποχή ψηφιακής αναπαραγωγής εικόνων. Στην εποχή της στυγνής δεσποτείας του ίνσταγκραμ και της ενσωματωμένης στο κινητό κάμερας που παράγει οιονεί δισδιάστατες εικόνες, ο αισθητισμός αυτού του είδους ήταν και είναι το απαραίτητο αντίδοτο.

 Η δεινή ικανότητα να σκηνοθετείς τον εαυτό σου δεν είναι κάτι που μπορεί να ανακύψει φυσικά, χρειάζεται καθοδήγηση. Και σε αυτό ευτύχησε ο Ντελόν. Ο άνθρωπος που τον «έστησε» ως ηθοποιό και διαμόρφωσε την παρουσία του, δεν ήταν άλλος από τον Λουκίνο Βισκόντι: από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, αιρετικός καλλιτέχνης, γιος Δούκα, κόμης ο ίδιος, γόνος γαρ της περίφημης οικογένειας Βισκόντι του Μιλάνου, μιας από τις αρχαιότερες της Ευρώπης, ακραίος αισθητιστής του κινηματογράφου και, βεβαίως, κομμουνιστής.  Γιατί η παράθεση όλων αυτών των ιδιοτήτων; Διότι ο Βισκόντι απορρόφησε από το περιβάλλον του μία ενστικτώδη –και για τούτο φυσική– κατανόηση του τι είναι στυλ, την οποία μετάγγισε στον Ντελόν, αλλά η κατανόηση αυτή βρισκόταν σε διαρκή αντίστιξη με το περιεχόμενο των ιστορικών συγκυριών ώστε το στυλ δεν καταντούσε ποτέ ακκισμός. Και επίσης του φανέρωσε τις μεγάλες και καταστροφικές αντιφάσεις του 20ού αιώνα, αυτές που θα οδηγούσαν τον Αλαίν Ντελόν στην εξαίσια αηδία και καταφρόνηση για έναν κόσμο που έχει χάσει το νοητό του κέντρο. Η γνήσια αηδία και η καταφρόνηση είναι ταυτόχρονα οι απαρχές και το επιστέγασμα του στυλ. Ωστόσο, αν η πνοή τους δεν είναι γνήσια, κάθε αποστροφή, ανεξάρτητα από το πραγματικό ηθικό της περιεχόμενο, κινδυνεύει να γίνει ηθικισμός.


[1] J.A. Barbey d’ Aurevilly, Of Dandyism and of George Brummel, Translated by Douglas Ainslie, J.M. Dent, Λονδίνο, Copeland & Day, Βοστώνη 1897, σ. 57.

Κύλιση στην κορυφή