Γιάννης Παπακώστας, Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, Εκδόσεις Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2020.

Ο Γιάννης Παπακώστας σε όλη τη μακρά θητεία του στα ελληνικά γράμματα χαρακτηρίζεται από το άσβεστο πάθος της έρευνας και της ανάδυσης της γραφής που κινείται στο περιθώριο των σελίδων. Χάρη στη διεισδυτική φιλολογική του ματιά και στην άριστη εποπτεία της λογοτεχνίας μας –παλιάς και νεότερης– κατορθώνει με επινοητικότητα να ανακαλύψει τους κρυφούς αρμούς που συνδέουν διάφορα ποιητικά κείμενα, παρά τις επιμέρους αποκλίσεις ύφους και τεχνοτροπίας.
Στην τελευταία μελέτη του με τίτλο Η κρήνη της οδύνης, που φέρει τον υπότιτλο Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, καταβυθίζεται στο έργο ποιητών που φορτίστηκε από ένα δραματικό γεγονός, τον θάνατο –συνήθως βίαιο και αιφνίδιο– ενός πολύ δικού τους ανθρώπου (παιδιού, συζύγου κ.ά.) ή από την οριακή προσωπική τους εμπειρία θανάτου, καθώς αντιμετώπισαν κατάματα μία δύσκολη ασθένεια. Σκάβει το κοίτασμα της γραφής των Κική Δημουλά, Παντελή Μπουκάλα, Αγγελικής Σιδηρά, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Γιώργου Μαρκόπουλου, Μαρίας Κυρτζάκη, Νάσου Βαγενά, Στέλιου Μαφρέδα, Λευτέρη Πούλιου και Γιάννη Βαρβέρη, καταδεικνύοντας το τραυματικό βιωματικό έρμα των κειμένων και προχωρώντας σε αξιοσημείωτα εύστοχες επισημάνσεις των νεωτερικών τρόπων κάθε επιμέρους ποιητικής.
Στέκεται ιδιαίτερα στην ποιητική πένθους της Δημουλά και στη λεκτική της ιδιοπροσωπία, καθώς της αφιερώνει σχεδόν το 1/3 των σελίδων. Υπογραμμίζει ορθώς πως στην περίπτωσή της «Τελικά η σπουδή του χρόνου γίνεται και σπουδή θανάτου. Το “εγώ” ζει την υπαρξιακή του περιπέτεια στο κέντρο ενός κόσμου που όλα τα κάνει ανάποδα, σε αντίθεση με την “άνευ” σημασίας δική της προτίμηση». Δίνει μεγάλη βαρύτητα στα λεκτικά άλματα, σε μία φαινομενική διασάλευση της νοηματικής αλληλουχίας που ευχάριστα παραπλανά την επιφάνεια και στη χρήση απρόσμενων συζεύξεων που συγκροτούν την ιδιοτυπία της Δημουλά.
Στην περίπτωση του Μπουκάλα εστιάζει στη χρήση σπάνιων λέξεων ή στίχων από αρχαίους συγγραφείς ή ακόμα και στο πλάσιμο νέων λέξεων. Η εκφραστική παλέτα του Μπουκάλα εκμεταλλεύεται στοιχεία τόσο από το λόγιο παρελθόν όσο και από τη λαϊκή καθημερινή γλώσσα, προσφέροντας ένα κράμα σπάνιας δυναμικής που δίνει σάρκα και οστά στον βουβό πόνο καθενός. Ειδικά στην εισέτι ανέκδοτη συλλογή Είκοσι συνθέτει ένα σημερινό μοιρολόι, με πρώτη ύλη τον υπέρτατο νόμο της ανάγκης προκαλεί έναν σπλαχνικό συγκλονισμό στον αναγνώστη. Έχοντας ονομάσει προσφυώς την πρώτη του συλλογή Αλγόρυθμος και διανύσει τους δρόμους του δημοτικού τραγουδιού, συνεχίζει έναν μαραθώνιο γραφής όπου ελπίζει η ευφορία του δρομέα να κάνει ώστε να του διαβούν οι πόνοι.
Η Αγγελική Σιδηρά στο ποιητικό της βιβλίο Οίμοι, λέγουσα πιάνει το νήμα από εκεί που βίαια κόπηκε το νήμα της ζωής και με μόνη της συντροφιά την απουσία, χτίζει ένα ποιητικό μνήμα. «Ο στίχος της γίνεται βαθιά στοχαστικός. Και ο λόγος της απλός, ουσιαστικός, λιτός γνήσιος. Τον ζωντανεύει και η εναλλαγή σε πρώτο και σε δεύτερο πρόσωπο. Και το μολύβι, στο οποίο μεταθέτει την έκφραση του πόνου της, όσο εκείνη γράφει, αυτό σώνεται».
Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου υπογράφει πως «Εν τέλει ο πόνος κατοικείται από αθώους» και με μία εξαρθρωμένη, έντονα συνειρμική γραφή που ταξιδεύει εν ονείρω, αποκρυσταλλώνει το τραυματικό βίωμα σε κτέρισμα σκοτεινού κάλλους. Με καταβολές υπερρεαλιστικές και λόγο σπασμωδικό και μετέωρο συντακτικά, αφήνει τα νόηματά του στη μέση, σαν όλα τα πράγματα στη ζωή να τελειώνουν απότομα, δείχνοντας έτσι το πρόσκαιρο του ανθρώπου. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Παπακώστας, ερμηνευτικό κλειδί της ποίησης του Παπαγεωργίου είναι ο «ύπνος», ως προϋπόθεση του «ονείρου», προαπαιτούμενο της επικοινωνίας με τις «ολέθριες συναναστροφές». Και γιατί «ολέθριες»; Μα γιατί δεν του αρκούν οι ζωντανοί και πρέπει να μιλήσει και με τους δικούς τους πεθαμένους.
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος στη συλλογή Κρυφός κυνηγός συνθέτει μία προσωπική Νέκυια και επιχειρεί την κάθοδο στον Άδη. Μια πρόβα θανάτου που του επιφύλαξε η δοκιμασία της ασθένειας που όλοι αποφεύγουν να πουν με τ’ όνομά της, αλλά ο Μαρκόπουλος αποφλοιώνοντας τις μετωνυμίες δεν διστάζει να πει «Ω καρκίνε, άνθρωπε, ύπουλε, σκληρέ». Με γλώσσα άμεση και εναργή, ο ποιητής μιλάει με την κομμένη γλώσσα του στο όνομα όλων των ανθρώπων. Ο Παπακώστας, καίρια επισημαίνει πως ο Έλληνας δίνει πρόσωπο σε κάθε έννοια. Αυτός ο ανθρωπομορφισμός κάνει ακόμα και τον θάνατο, όσο φοβερός κι αν είναι, οικειότερο.
Η Μαρία Κυρτζάκη, με μία γλώσσα ασπαίρουσα, ωμή και, σαν να δείχνει με το δάχτυλο ό,τι την πονά, παραδίδεται άνευ όρων στον εραστή-θάνατο «Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε». Το ποίημά της «Καρένινα», γραμμένο λίγο πριν τον θάνατό της, επιλογίζει θαρρεί κανείς μία ποιητική διαδρομή που είχε ως καύσιμο το ερωτικό πάθος και τη σωματική χρεία. Με σπάνια τόλμη και δεξιοτεχνία, η ποιήτρια μίλησε για τον σαρκοβόρο πόθο και την απόλυτη εκμηδένιση του ερωτικού πένθους που ισοδυναμεί συχνά με βιολογικό αφανισμό. Ο Παπακώστας γράφει πως «Με λέξεις λεπίδι, με στίχο λιτό, δωρικό, δραματικά δυναμικό αφήνει το ποίημα μετέωρο και το κενό αγεφύρωτο». Η ενδόμυχη ταύτιση της Κυρτζάκη με την Άννα Καρένινα δηλοί την υποταγή της σε ένα μοιραίο πάθος που κανοναρχεί ισοβίως τον ποιητικό της διασκελισμό.
Στην περίπτωση του Νάσου Βαγενά, όχημα του λόγου γίνεται η θεία του ποιητή Πανωραία, που δανείζει τ’ όνομά της και στην ομόλογη ποιητική συλλογή. Η Πανωραία, μία αγράμματη γυναίκα με πολύτιμη λαϊκή σοφία, γίνεται μία κιβωτός συλλογικών και ατομικών ιστοριών που μιλούν όλες τη γλώσσα της απώλειας. Αργότερα ο Βαγενάς θα συλλάβει στην πληρότητά του το νόημα της φράσης της «Αρχίζουμε να πεθαίνουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε». Είναι μάλλον η στιγμή τη ωρίμανσης, καθώς συγκλίνει η πορεία του με τη μοίρα της ρίζας και του τόπου του. Χάρη στην ειρωνική υφή του λόγου του διηθείται το απόσταγμα μιας αριστοκρατικής θυμοσοφίας και η μνήμη του παιδιού γίνεται αντίλαλος φωνών που έρχονται από μακριά, αλλά προβάλλονται και στο μέλλον μέσω της προσωπικής μαρτυρίας του ποιητικού υποκειμένου.
Ο Στέλιος Μαφρέδας, επιβάτης πορθμείου καταβάλλει τον οβολό του στο κοινό ταμείο του ανθρώπινου πόνου. Η ποιητική του αρδεύεται γόνιμα από την συγκινησιακά φορτισμένη περιοχή της γενέθλιας Πρέβεζας και τον μυθικό ποταμό του κάτω κόσμου καθώς «Ο Αχέροντας πάντα διανυκτερεύει». Μία γραφή εγχάρακτη από μία κατανυκτική θρησκευτική ατμόσφαιρα που συμφιλιώνει το πάσχον ποιητικό υποκείμενο με το αναπόδραστο πλήρωμα του χρόνου. Η καρτερία γίνεται μοχλός ανάπτυξης ενός λόγου που, ενώ είδε το «νεύμα από απέναντι», δεν καταθέτει τα όπλα του, παρά αμύνεται με σθένος και στωικότητα, ενήμερος του γεγονότος πως «τα επόμενά σου βήματα με όρους μεταφυσικής θα μετρηθούν». Η γλωσσική ανεξιθρησκία του, καθώς αντλεί από όλο το φάσμα της ελληνικής και η ικανότητά του να προσαρτά σπάνιες λέξεις οργανικά στο ποιητικό σώμα, διευρύνει τον αισθητηριακό ορίζοντα του αναγνώστη.
Ο Λευτέρης Πούλιος, εκκινώντας από μία γραφή εξωστρεφή, με τόνο οργισμένο και αντιρρητικό στα κακώς κείμενα του βίου, περνώντας τα χρόνια τριγυρίζει σε ένα «ακατάστατο δωμάτιο», χωρίς όμως να διακονεί μία ποίηση δωματίου. Συνομιλεί με τα φαντάσματά του και τον πανταχού παρόντα θάνατο, αναπαριστώντας έναν κόσμο διαταραγμένο, σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο εδώ και το εκεί της ζωής. Όμως και στην ώριμη φάση της δημιουργίας του, δεν παύει η γλώσσα του να γίνεται προκλητική και να βιαιοπραγεί, υψώνοντας ανάχωμα στο επερχόμενο κακό. Η απόλυτη ταύτιση βίου και λόγου διαπερνά την ποιητική του, αφού όπως σημειώνει ο Παπακώστας «Γιατί η ποίηση είναι η ζωή του Πούλιου και με ποίηση την μετουσιώνει».
Τέλος, ο Γιάννης Βαρβέρης με τη συλλογή Στα ξένα (2001) προβαίνει σε μία μελέτη θανάτου. Ο τίτλος της συλλογής, Στα ξένα, ορίζει και τον χώρο του∙ χώρο προσωπικής αυτοεξορίας, από όπου βλέπει τη ζωή να περνά ή καλύτερα, να έχει ήδη περάσει. Η ποιητική του Βαρβέρη με έναν ιδιότυπο σαρκασμό, μιλά σε πρώτο πρόσωπο για μία νόσο φθοράς και το πρώιμο γήρας του σώματος. Όμως και η ίδια η ποίηση, μπορεί να θεωρηθεί μία νόσος φθοράς, ένα αυτοάνοσο νόσημα, καθώς ο ποιητής ασυνείδητα αντιλαμβάνεται ως εχθρικό τον ίδιο του τον εαυτό και ενώ θεωρεί πως η γραφή είναι το φάρμακο και το καταφύγιό του, εν τέλει πιάνεται στο δόκανό της που του τρώει τις σάρκες. Ο Βαρβέρης δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες παρηγορίες, ούτε καλλιλογεί πάνω στο τραύμα. Χάρη στην ειρωνική και κυνική του ματιά, το κάθε ποίημα υψώνεται ως τύμβος ματαιώσεων, αλλά διατηρεί την υπερηφάνεια ενός σακάτη που είναι «ανάπηρος πολέμου» της ζωής.
Συγκεφαλαιώνοντας, η μελέτη του Γιάννη Παπακώστα αποτελεί μία πολύτιμη παρακαταθήκη για την ελληνική γραμματεία. Η παράθεση, σε κατάλληλα σημεία, στίχων από την ελληνική και ξένη ποιητική παράδοση, στήνει επιδέξιες γέφυρες μεταξύ των ποιητικών κειμένων και ενισχύει την οργανική σύνδεση των υπό εξέταση ποιητών. Η κρήνη της οδύνης αναβλύζει γάργαρο νερό για καθένα που θέλει να ξεδιψάσει από την έρημο που διασχίζει καθημερινά στη ζωή.

