Μια σκέψη που κάνω διαβάζοντας τη φράση της Α.Γ. στο Τα κατά Α.Γ. πάθη της Κλαρίσε Λισπέκτορ «η αγάπη είναι κάτι πριν απ’ την αγάπη», και μετά από αλυσιδωτά συνειρμικά άλματα, είναι ότι ίσως να προετοιμαζόμαστε για τα πράγματα από τα ίδια αυτά πράγματα, τα οποία έρχονται∙ ίσως εκείνα που έρχονται να φτάνουν πολύ πριν από την έλευσή τους, ώστε τελικά τίποτα δεν εμφανίζεται ξαφνικά, όπως ίσως νομίζουμε. Ακολουθώντας αυτή τη σκέψη, θα μπορούσα να πω ότι η γραφή με επισκέφθηκε με το που ξεκίνησα τα μαθήματα δημιουργικής γραφής ή όταν μικρότερη έγραφα ημερολόγιο ή όταν ως μαθήτρια ξεκίνησα, αλλά ποτέ δεν τελείωσα, την ιστορία της Ζωής ή όταν, αρκετά χρόνια αργότερα και χωρίς να το έχω επιλέξει, βρέθηκα να στέκομαι στο όριο της ζωής. Αναζητώντας λοιπόν κι εγώ τη γραφή πριν από τη γραφή, υποθέτω ότι όλες αυτές οι εμφανίσεις –ή αφορμές εμφάνισης– της γραφής στη ζωή μου –σε ένα συμφραζόμενο όπου η εμφάνιση μοιάζει να είναι μια άλλη όψη της απόφασης– είναι ισοβαρείς, επίμονες και φυσικές, με τον τρόπο που θεωρεί κανείς φυσικό το συνηθισμένο, το οποίο, ως τέτοιο, έχει ξεχάσει την αφετηρία του. Η τελευταία άλλωστε δεν έχει ακριβώς αναμνηστική ισχύ, γιατί νομίζω ότι η ταξινόμηση αυτών των εμφανίσεων δεν έχει πραγματικά χρονολογικό χαρακτήρα.
Χρονολογική ταξινόμηση δεν μπορεί –για τους ίδιους λόγους– να γίνει ούτε στις επιρροές που δέχεται κανείς ως προς τον προσανατολισμό της γραφής, αλλά και σε πιο καταγωγικό επίπεδο, σε αυτόν της σκέψης του. Οι επιρροές συμπλέκονται μεταξύ τους, αλλά και με τον χρόνο, και αυτή η σφιχτή πλέξη δεν επιτρέπει ξεκάθαρα, διακριτά όρια – τα πράγματα δεν έχουν όνομα ούτε περίγραμμα και, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η μάλλον χαοτική συνθήκη μοιάζει με την κατάσταση που επικρατεί ακριβώς πριν από μια γέννηση: κάθε αναγνωστικό ερέθισμα, κάθε άνθρωπος, κάθε συμβάν με το οποίο αμοιβαία ερχόμαστε προς συνάντηση –με ηχηρό ή με σιωπηρό και υπόγειο τρόπο–, συγκατατίθεται σε μια νέα αρχή, που ενσωματώνεται σε ό,τι έχει προηγηθεί και συγχρόνως ανανεώνεται και ανανεώνει. Αν πάντως έπρεπε να επιλέξω βιβλία και συγγραφείς που με έχουν επηρεάσει, ως πιο επιδραστική θα επέλεγα αφενός τη Βιρτζίνια Γουλφ, και αφετέρου την Κλαρίσε Λισπέκτορ, ιδιαίτερα το μυθιστόρημά της Τα κατά Α.Γ. πάθη (μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, Αντίποδες), χωρίς όμως να είμαι τελικά σίγουρη, αν εγώ επέλεξα αυτό ή αυτό εμένα. Για άλλη μια φορά διακύβευμα γίνεται η πρώτη εμφάνιση, η προτεραιότητα, το «πριν», όπως το πριν της γραφής, το πριν της επιλογής, το πριν της απόφασης. Οι συναντήσεις με το έργο των συγγραφέων που προανέφερα καθόρισαν τη δουλειά μου των αντίστοιχων περιόδων, μ’ έναν τρόπο όμως που υπερέβαινε τα όρια του γραπτού λόγου, αποκτώντας, σχεδόν εν αγνοία μου, ρόλο οδηγού και ενίοτε καταφυγίου.
Ένα είδος καταφυγίου είχε γίνει για εμένα και η νουβέλα μου Γάτα στον κήπο κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων που χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί. Κατά τη συγγραφή της ακολουθούσα ένα πολύ συγκεκριμένο καθημερινό πρόγραμμα, με αυτή τη γλυκιά, αλλά κυρίως αγωνιώδη, βύθιση στην πράξη της γραφής: με το ίδιο άγχος στην αρχή κάθε μέρας, και με την ίδια ανυπόμονη δειλία στο τέλος της – όχι δηλαδή κάτι διαφορετικό από αυτό που βιώνουμε όλοι όσοι γράφουμε. Και παρ’ όλο που η νουβέλα συνάντησε δυσκολίες μέχρι την έκδοσή της, αυτές δεν διατηρήθηκαν, καθώς η συνέχεια έφερε μια θερμή υποδοχή από την κριτική. Αυτό μου προκάλεσε μια μάλλον αμήχανη αλλά στέρεη χαρά, την οποία, η αλήθεια είναι, άργησα να αναγνωρίσω, και τελικά να αποδεχτώ ως μια αξία, η οποία, προστιθέμενη σε όλα τα «πριν», έχει τη δύναμη να επαναπροσδιορίζει και να αλλάζει τη σχέση μας με τα πράγματα – για λίγο.
Διότι είναι μάλλον για λίγο που διατρέχει κανείς το διάστημα ανάμεσα στην απόφαση πριν από την απόφαση και στην απόφαση η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια από μόνους (αναξιόπιστους) μάρτυρες το όνομα και το περίγραμμα. Ίσως λοιπόν τελικά απόφαση να μην υπάρχει. Απλώς κανείς κάθεται και γράφει. Το ίδιο κι εγώ.
