Η μικρή κυκλαδική ιστορία περί ορατών τε και αοράτων
Υπήρχε κάποτε ένα ανομολόγητο «σχέδιο υπαίθρου» από άπειρες λευκές κουκίδες στο σκληρό, ερημικό τοπίο των Κυκλάδων· έτσι, είτε από ξηρά είτε από θάλασσα, ένιωθες μια συνεχή, σταθερή και αδιάκοπη υπενθύμιση παρουσίας. Δεν είσαι μόνος σου, εσύ που θαλασσοδέρνεσαι ή εσύ που σκάβεις τη γη κάτω από τον καυτό ήλιο. Πανταχού παρόν ήταν το ξωκλήσι, ως ταπεινό κι ανθρώπινο, ως υψηλό και θεϊκό.
Ελάχιστα –δύο επί τρία– δωμάτια δροσιάς και σκιάς, τι πιο θεϊκό από αυτό;, σκορπισμένα σε πλαγιές, κορφές και τοπιακές εσχατιές, δήλωναν παρόν Θεού και ανθρώπου. Το σκληρό, επιθετικό τοπίο οικειοποιούνταν και εξημερώνονταν από τις μικρές θαρραλέες κουκίδες. Δεν επρόκειτο για συστημική οργάνωση του χώρου – τα ξωκλήσια δεν είναι φάροι ή φρυκτωρίες. Η κάθε κουκκίδα επιχειρεί την εξημέρωση, η οποία συντελείται μέσα από την κατάκτηση της κορυφής, του μακρινού ακρωτηρίου και της απόκρημνης πλαγιάς. Η ματιά πάντα περιλαμβάνει μία τέτοια κουκκίδα, δεν είναι ποτέ κενή παρουσίας. Ξωκλήσια, που παρ’ ότι λειτουργούν καθημερινά ως τέτοιοι μάρτυρες, λειτουργούνται μία φορά τον χρόνο, την ημέρα του Αγίου τους. Ένα τοπίο που θεωρείται καθημερινά, αλλά γιορτάζεται άπαξ ετησίως.
Στο σημείο μηδέν – τη στιγμή πριν ακριβώς ανακαλυφθεί το Αιγαίο ως τόπος διακοπών, πριν καλά καλά εφευρεθεί η σύγχρονη έννοια των διακοπών – η κυκλάδα αποτελείται από τη χώρα, συνήθως κρυμμένη οπτικά από θαλάσσης για προστασία, πιθανώς μερικά ακόμη χωριά, ορεινά και κρυφά και αυτά, όλα σφιχτά αγκαλιασμένα και οικονομημένα, κάποια παραθαλάσσια καταλύματα για τους ψαράδες και τα προαναφερθέντα διάσπαρτα ξωκλήσια. Δομές που παράγονται με κριτήριο την έννοια του εφικτού μέσα σε ένα κλειστό σύστημα. Τοπικά υλικά, τοπικά χέρια, τοπικές ανάγκες. Το νησί.
Πού και πώς λοιπόν κατασκευάστηκε το υπερτοπικό ελληνικό καλοκαίρι; Ισχυρό, μπετονένιο κι ελεύθερο κατέκτησε τις Κυκλάδες, πανταχού παρόν για να λειτουργείται ετησίως τον ιερό Αύγουστο. Η ήδη υπάρχουσα αρχιτεκτονική παραδοσιοποιήθηκε ως το πρότυπο του θεϊκού λευκού κύβου, εριμμένου επί της γης, και συμπληρώθηκε από τα ευαγγέλια των ειδικών μορφολογικών όρων δόμησης, με τους οποίους, αρχιτέκτονες και λοιποί προσκυνητές, οργάνωσαν φορτία βαρέα και υπερτοπικά. Τα νέα κτίσματα από το 1970 κι ένθεν, στέγασαν το νεοσύστατο ελληνικό καλοκαίρι, είτε ως επεκτάσεις υφιστάμενων οικισμών είτε ως νέες πιο παχουλές λευκές κουκίδες επί αγρού τεσσάρων στρεμμάτων, τροφοδοτώντας την καρκινική διασπορά της λευκής παράδοσης. Το παλιό, τοπικό και υφιστάμενο μετασχηματίζεται στο αφαιρετικό κυβιστικό πρότυπο με τον λευκό μανδύα που σιγά σιγά σκεπάζει όλο και περισσότερο από τοπίο της κυκλάδας. Η ματιά τόσο του αρχιτέκτονα όσο και του τουρίστα στέκεται στα λευκά κελύφη, παλαιά και νέα, τα οποία γεμίζουν σιγά σιγά τον χώρο ανάμεσα στα ξωκλήσια.
Κάπου μεταξύ της οικονομικής κρίσης και της μετάβασης από τον ΓΟΚ στον ΝΟΚ (από το γενικό στο νέο λοιπόν), το λευκό πρότυπο έφτασε στον χωρικό, οικονομικό αλλά και ιδεολογικό του κορεσμό. Η ματιά του τουρίστα και του αρχιτέκτονα ανακαλύπτει πλέον τον εναπομείναντα χώρο ανάμεσα στα λευκά. Το λευκό δίνει τόπο στην καφέ-γκρι ξερολιθιά, το γραμμικό λίθινο τοιχάκι που γαζώνει τις πλαγιές της κυκλάδας. Το αγροτικό σύστημα των ξερολιθιών που μετέτρεπε τις απότομες και άγονες πλαγιές σε καλλιεργήσιμο επίπεδο έδαφος, στην ερειπωμένη του αυτή κατάσταση, καλυμμένο από άγρια θυμάρια και χόρτα, μετατρέπεται στο νέο μορφολογικό μας πρότυπο. Συντελείται μια ριζική αλλαγή παραδείγματος και η κατασκευή μιας νέας παράδοσης. Το ελληνικό καλοκαίρι πετάει το λευκό στην άκρη και ντύνεται την πέτρα του τόπου του. Σκάβει τη γη και κρύβει το σώμα του υπόσκαφα, εκεί όπου έχει χώρο να μεγαλώσει, να απλωθεί, να εξαφανιστεί. Ο λευκός κύβος μετατρέπεται σε ελεύθερη γραμμή, σε νεο-ξερολιθιά, σε σπηλιά. Η νέα νομοθεσία μάς άλλαξε την πίστη, καθώς η νέα παράδοση απεκδύθηκε τον λευκό της μανδύα με αντάλλαγμα το χθόνιο ανάλογό της. Τουριστικές πιά, κι όχι αγροτικές, οι ξερολιθιές και οι πεζούλες ρίχνονται ξανά στην παραγωγή.
Όταν το αφαιρετικό λευκό κορέστηκε και κατέκλυσε την κυκλάδα, όταν τη δάμασε συνολικά, η αρχιτεκτονική στράφηκε στο γήινο πέτρινο καφέ-γκρι προκειμένου να το καταστήσει και αυτό σταδιακά διατηρητέο. Χτιστό αλλά διατηρητέο. Κοίλο αλλά κατοικήσιμο. Το διάγραμμα της κυκλάδας εμπλουτίζεται με κτίσματα που πατάνε πάνω στα αγροτικά χνάρια της ζωής πριν, πριν τον τουρισμό αλλά και πριν την εφεύρεση της έννοιας της παράδοσης. Ορατά και αόρατα, αφηγούνται την αναζήτηση της παρουσίας και της κατοίκησης στον αφιλόξενο καμβά της ελληνικής φιλοξενίας. Πιστέψαμε στον λευκό κύβο, σαν μάρτυρα ανθρώπινης παρουσίας, μέχρι που μας έπνιξε. Το κατά ΝΟΚ χθόνιο σπίτι διακοπών χτίζεται για να εξαφανίσει την ίδια του την παρουσία. Η επόμενη αλλαγή παραδείγματος θα συντελεστεί πιθανώς όταν σκαφτεί ολόκληρος ο χώρος ανάμεσα στα λευκά.
⸙⸙⸙
[Η Σοφία Κριμίζη είναι Αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ, MSc Columbia University.]

