Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Ηλίας Φραγκάκης

Αμερικανική Ιστορία

Χρονικό για ένα φθινόπωρο στον Δρόμο

19 Σεπτεμβρίου

Ο δρόμος – μητέρα με οδηγεί
Σκληρή χώρα των θαυμάτων
Ο ουρανός πάντα εκεί και η γη
Σαν στοπ καρέ
Σταματάω.
Βλέπω έναν Ινδιάνο
καίει χόρτα και
και χορεύει τραγουδώντας
Το τραγούδι των νεκρών
Κάπου στο βάθος ένας κουτσός σκύλος
ένα αρμαντίλο κι ένας μεθυσμένος πιστολάς
Κρέμονται από τα χρώματα της αμφιλύκης
Το παρατημένο μοτέλ
στην αρχιτεκτονική του φαντασιακού
προσθέτει ένα ακόμη έγκλημα
στους ξεχερσωμένους τόπους λατρείας,
στα βράχια χωρίς σκιά, στη ραδιενεργή άμμο
και στα αγεφύρωτα φαράγγια της υπερδύναμης ματαιοδοξίας

21 Σεπτεμβρίου

Ω εδώ δεν είναι Σικάγο
Εδώ ό,τι νερό λικνίζεται
Σαν χορεύτρια στους πίνακες του Γκωγκέν
Τα σαγόνια ενός αγχωμένου αλιγάτορα κάνουν κλακ
Ο μεγάλος Ποταμός κατεβαίνει από δω για κάτω
Αδειάζοντας σαν έντερο τα περιττώματα
Της Αμερικής
πτώματα ιδέες υπεραξία
Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Δεν έχει σύννεφα, δεν έχει σπίτια, δεν έχει τίποτα, ούτε μιζέρια καν,
στο Μιζούρι
Μαλάκα μου δε μιλάω μεταφορικά
Πού θα κοιμηθούμε;
Στο μεταφορικό μας.
Από μακριά ο Μπράντο με τον Νίκολσον
Κοιτάζουν παραξενεμένοι.
Γέμισε φυγάδες το Μιζούρι λένε.
Και ετοιμάζονται να μας ξυπνήσουν
Κόβοντάς μας το λαιμό.

23 Σεπτεμβρίου

Το τοπίο διαχειρίζεται τη σκληρότητα των μαθηματικών. Μια εντελής μα ανέκφραστη αυτάρκεια η γεωμετρία της ερήμου. Παραβολική. Απαθής ο αυτοκινητόδρομος θα έρθει εκεί όταν τον χρειαστείς∙ αδιάφορα επιτρέπει στους κάκτους να κατουράνε κάθε βράδυ στις όχθες του. Κόκκοι από άμμο και αδιέξοδα. Πρόλαβα πριν με καταπιούν να χωθώ σ’ ένα μοτέλ. Ο καφές νερόπλυμα – γι’ αυτό τζάμπα;– η τροφαντή γκαρσόνα με αγριοκοίταξε ώσπου να παραγγείλω δύο αυγά. Άλλαξε τότε και με βλέμμα ερωτικό δήλωσε οπτικά την πρόθεσή της να με κατασπαράξει. Έξω δύο νταλικέρηδες τραγουδούσαν Καζαντζίδη, ίσως και να μου φάνηκε. Άντεχε ο Στέλιος στη μοναξιά της Αριζόνα; Πάντως χόρευαν ωραίο ζεϊμπέκικο. Ένα κογιότ βρήκε ευκαιρία να μπει στην καμπίνα της νταλίκας και να κατασπαράξει τα χάμπουργκερ που είχαν. Σκότωσα έναν κροταλία πετώντας του τοξικές λέξεις – είχα μπόλικες μαζί μου σε μια σακούλα. Ύστερα κάνοντας τη σούμα ξάπλωσα τα κουρασμένα χιλιόμετρα της μέρας στο κρεβάτι. Εκείνη μπήκε αθόρυβα και γδύθηκε. «Σχόλασα» είπε. «Και ʼγω» απάντησα. Φαίνεται πως το υποχρεωτικό σεξ με ανικανοποίητες τροφαντές χωριατοπούλες γκαρσόνες της Άγριας Δύσης ήταν στην τιμή. Και η σακούλα με τις λέξεις ήτανε μακριά μου. Δεν την γλύτωσα. Καμία έξοδος κινδύνου.
Τέλειωσε ουρλιάζοντας λες και καβαλούσε ταύρο στο Ροντέο όταν ο Στέλιος έφτασε στο That’s the way A ha a ha I like it aha aha

Το πρωί στο γκρίζο χάραμα στο νερόπλυμα που έχουν για καφέ
έπαιζε το Livin in America
You may not be lookin’ for the promised land
But you might find it anyway

25 Σεπτεμβρίου
Billy B.

Ο δρόμος είναι φτιαγμένος από αυταπάτες, ασάφεια, εγκατάλειψη
Όλοι οι δρόμοι
Εντυπώσεις
Δεν είναι συστατικό της ασφάλτου αυτές
Αλλά είναι μέρος της ατμόσφαιρας
Οι εντυπώσεις με παρακολουθούν
Καθώς βυθίζομαι εν αγνοία μου στο δρόμο
Τα χιλιόμετρα με καταπίνουν.
Οι εντυπώσεις είναι άντρες.
Οι δρόμοι είναι φτιαγμένοι από άντρες για να ξεθυμαίνουν άντρες∙
όπως το θέατρο.
Οι θεοί είναι μάτια μα
οι δρόμοι είναι σώματα αντρικά σώματα
Σπαρμένοι με μικροσκοπικά γεννητικά όργανα
Ερεθίζονται
Καθώς τους διατρέχεις
Άντρες διασχίζουν αντρικά σώματα και άλλοι τους παρακολουθούν.
Όλοι διψάνε για ένα κορίτσι στην έρημο.
Μα εδώ είναι μια ιστορία για άντρες.
Άντρες που τρέχουν άσκοπα και μάτια.

Εντάξει είναι και οι γκαρσόνες πάντα πρόθυμες για κάτι εξωτικό.
Μα είναι μέρος της ατμόσφαιρας κι αυτές όχι του δρόμου.
Είναι και κάποιες φορτηγατζούδες, εντάξει, μα κι αυτές ανδρικούς ρόλους ενδύονται. Τις είδες; Προτιμούν να σου σπάσουν ένα μπουκάλι στο κεφάλι παρά να σε κάτσουν στα πόδια τους και να σε φιλήσουν άγρια.
Η άσφαλτος δεν σφάλλει
Εδώ
Ο Δρόμος
It’s a man’s world

Υποσημείωση στο Billy B.

Οι θεοί είναι μάτια και μας κοιτούν μα εμείς αργοπεθαίνουμε τυφλοί
Τυφλοί Οιδίποδες τυφλοί Τειρεσίες, Σαούλ τυφλοί
Οι δρόμοι πεθαίνουν λοιπόν
Σαν άντρες σε δωμάτια νοσοκομείων
Όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα φάρμακα, οι χημειοθεραπείες, οι ακτινοβολίες και τα μακελέματα
με φριχτούς πόνους γεμάτοι τρύπες γεμάτοι άμμο
μα κυρίως γαμάτοι, μόνοι κι εγκαταλειμμένοι, μ’ αυτή τη σειρά
τα τρία στάδια του μπιτ
Έτσι κι δρόμοι ξεχασμένοι
κοιμούνται οριστικά στις ερημιές

27 Σεπτεμβρίου

Και κει που σε δέρνει ο δρόμος και ο χρόνος
Συνειδητοποιείς
Πως δεν μπορείς να ζήσεις τα άπειρα χρόνια του Ανέμου
Να ομοιοκαταληκτείς με την αληθινή ομορφιά
Να δεχτείς την αγριάδα της νύχτας
Πως Εδέμ δεν υπάρχει ούτε Ανατολή.
Μόνο Δύση
Εκεί τραβάμε

29 Σεπτεμβρίου

Το Hornet Spook Light εκεί δείχνει.
Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Δεν ξέρω ποιος είμαι, ο Δρόμος με ακολουθεί με προλαβαίνει. Με προσπερνά. Ο Δρόμος είναι πάντα ένα μίλι πιο μπροστά. Με καταπίνει.
Περνάει από μέσα γίνομαι διάφανος, διάπυρος, φασματικός.
Σεντ Λούις, ω Σεντ Λούις ο Μόρισον είναι νεκρός κάτω από ένα πεύκο.
Σεντ Λούις έρχομαι Οκλαχόμα έρχομαι εάν ακόμα είσαι εκεί εάν ακόμα είμαι εδώ. Και Ανάμεσα.
Ανάμεσα σε κάκτους πεγιότ, ανάμεσα σε μένα και τα λάστιχα που λιώνουν με σνομπ αδιαφορία για τη φλυαρία μου.

1 Οκτωβρίου

Εδώ στην Οκλαχόμα. Υπάρχει ένα Στάλινγκραντ
Φτιαγμένο από ερείπια. Διόραμα του αληθινού
Μια μικρή αμερικάνικη εκδοχή. Κουκίδα
Που λείπει απ’ τους χάρτες
Χιόνι δεν είδε όμως ποτέ. Ούτε πολιορκία
Δεν το δροσίζουν ποτάμια δυό και στεναγμοί σαρανταδυό
Τον χαλασμό τον άκουσε στο ράδιο μονάχα
Ούτε θρηνεί το βιός του
Μόνο χαλάσματα είναι πια
Και ερημιά και ήχοι παράξενοι
Ουρλιαχτά
Σαν το δίδυμό του που πίνει ό,τι απόμεινε
απ’ τη στέπα και την πίκρα

Είναι μικρό και ξερικό. Είναι απολιθωμένο
Το ξέχασαν ως κι οι θεοί
Τα ερείπια μόνο επιμένουν
Να αγνοούν την παρακμή των σωμάτων τους
Νομίζοντας πως ζουν την αδάμαστη νιότη

Έστρωσα άμμο του γιαλού. Ολόγυρά του
Να καλοδεχτεί τη θάλασσα
Γιατί κάποτε η θάλασσα θα ʼρθεί
και θα το πνίξει

Και δεν θα ξαναδώ ποτέ
τη γη απ’ όπου ήρθα
Ούτε τα γκρίζα πρωινά
Στη μέση του Δεκέμβρη

Μια μούμια Μπασίρι θα απομείνω
Σε τούτη την κοιλάδα των βασιλέων

Μα στο καμπαναριό ψηλά
Σα να ʼδα φλάμπουρο – κόκκινες τρύπες και ρούμι
Τον άνεμο να αψηφά πίνοντας μπέρμπον με μέλι

Στην άδεια κάμαρα
μία καρέκλα μοναχή στη μέση
μας κοιτάζει

3 Οκτωβρίου

Αφήνω πίσω νεκροπόλεις
Ζόμπι που πίνουν γάλα σόγιας
Σμούθις με μπέρντοκ, σάλαρι τσουκνίδα
ροζ αναψυκτικά από σμέουρα τροφές αντισισπιστικές
Η περίοδος προσαρμογής τελείωσε αδερφέ μου Τενεσί
Και όχι με τον καλό τρόπο
Παν’ τα μπιτ παν’ τα μποπ
Και οι νοικοκυρούλες με τα μπικουτί και τα πουά φουστάνια
Οι πωλητές συσκευών
Ψήθηκε η ευδαιμονία σε φούρνους μικροκυμάτων
Και σακούλες με πτώματα απ’ το Βιετνάμ
Ήταν ψευδής η εποχή
Κι έπαθε λάστιχο στη μέση της ερήμου
Ήτανε μια κοπέλα που ήξερε πότε θα έρθουν οι βροχές
Είχαν ένα τρεμόπαιγμα τα μάτια της στην κίνηση της θάλασσας
Συντονισμένο
Εδώ ψάχνεις μα δεν βρίσκεις νερό
Με το βάρος της άμμου στις χούφτες θα μουμιοποιηθείς
Στο Σαν Μπερναρντίνο πεθαίνουν οι πεταλούδες και τα μάγια τους

5 Οκτωβρίου

Ποιοι λάξευσαν τους μονόλογους του Ρίο Γκράντε;
Ποιες νύχτες έψαυσαν προσευχές οι σαμάνοι;
Ποια ιερά χόρτα καλλιέργησαν τις αυταπάτες της συμβίωσης;
Δεν υπάρχει έλεος δεν τους βρέθηκε
Ούτε σταγόνα συμπάθειας
Ούτε ίχνος ρυθμού
Μόνο επέκταση
Και κατασπαραγμός
Αυτοί σταμάτησαν και τη βροχή ακόμα.

7 Οκτωβρίου

Ίσως υπάρχει μια ελπίδα στην προσποίηση, κόκκινα κραγιόν και η ακινησία των βελανιδιών θα τελειώσουν τη δουλειά μα πού βρέθηκαν βελανιδιές στην άκρη του κόσμου θα πεις δε με νοιάζει αυτό ίσως υπάρχει η ελπίδα είναι το θέμα μη μου το χαλάς. Σε λίγο θα παίξει ο Τσάρλι Πάρκερ δεν υπάρχουν πια τέτοια σαξ ούτε μύθοι. Είναι αντιηρωική εποχή μα μη μου το χαλάς. Κι αυτός μόνος παίζει είδες δεν έχει βάση από κάτω αλλά παίζει μη μου το χαλάς

Μαύροι κύκνοι άσπροι κύκνοι
Έρημοι στο Όρεγκον
Δάση της Αριζόνα
Πετρελαιοπηγές στο Σιάτλ
Και αρκούδες στο Νιού Μέξικο
Αναθρέψατε τη ρομαντική μου φύση
Τα ινδάλματά μου περπάτησαν παρέα
με τις ηδονές
Κι ας μην είχε ήχο και ρομάντζα ο δρόμος
Κι ας μην έμεινε από εμάς ούτε ένα ίχνος

9 Οκτωβρίου

Στο ράδιο συνεχίζει να βρέχει κενό. Τα εργοστάσια άλλαξαν επάγγελμα. Ρήμαξαν τα ντουβάρια. Ρημάξαν κι οι ψυχές. Πετρελαιοπηγές και ερείπια ότι σημαίνει. Έρημος κι αποτσίγαρα. Maga μου την πατήσατε. Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς σας να γίνονται κροταλίες. Οι υπόλοιποι μετοίκησαν σε πολιτείες εξωτικές.

11 Οκτωβρίου

Οι ιέρειες του μπιτ λικνίζονται
Μαζί με ινδιάνους στην έρημο Σονόρα
αυνανίζονται με ινδικούς ρυθμούς
Σιτάρ και σκάρτο χόρτο
αμφιλεγόμενοι γκουρού
τις οδηγούν στην τελειωτική νιρβάνα
Οι καμπύλες τους διασταυρώνονται
με το κενό
Τους αρκεί αυτό

Δε θα φτάσουν ποτέ στη Σάντα Μόνικα
Κάνουν παιδιά αγνώστου πατρός
σε κοινόβια
Τους αρκεί αυτό

Θα τα μεγαλώσει η πρόνοια
σε ιδρύματα και παραδοσιακές
αμερικάνικες οικογένειες
Άσπρες αξίες, άσπρες αξίνες, άσπρες κουκούλες

The land of the free
The land of the creep
This must be stopped!

13 Οκτωβρίου

Απ’ τη Σονόρα στη Μοχάβε
Κι ως το Τζόσουα τρη
Δρόμος γεμάτος κουμπιά
Και αποκούμπια
Να ʼρχονται νύχτα οι φωνές
Και οι Ξεπατρισμένοι
Φωνές σαν άμμος που πετά
Αέρας που μαστιγώνει
Ειν’ οι ψυχές των σκοτωμένων σου παιδιών
Αμέρικα
Τούτη η αμμοθύελλα ουρλιάζει

15 Οκτωβρίου

Όταν μπήκε η Βερονίκη στα «Φώτα της πόλης» τίποτα δεν έγινε καμία νίκη δεν έφερε. Ο Φερλινγκέτι την κοίταξε αδιάφορα. Ο Γκίνσμπεργκ ούτε έδωσε σημασία.
Έπινε με τον Μπάροουζ κουμπιά από μεσκαλίνη
Έβλεπα μόνο κόκκινα τακούνια να περνούν.
Το βάρος φαίνεται πως πέρασε τα όρια και το βιβλιοπωλείο βυθίστηκε σαν ασανσέρ με σπασμένα φρένα στο ημιυπόγειο. Ακάρεα και ψύλλοι χίπστερ μας επιτίθενται, φώναξε ο Γκίνσμπεργκ. Too much of mescaline I say.
Τα καβούρια κυνηγούν κόκκινες γόβες στο πλακόστρωτο – τα παρακολουθούμε από τη μισοβυθισμένη βιτρίνα με κομμένη την ανάσα καθώς πετσοκόβουν τα τακούνια και σκαρφαλώνουν στις εξώραφες κάλτσες. Ωωω! μα πού μπορούν να καταλήξουν; Και ποιες οι προθέσεις τους;

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς σας μαζί με έναν Βούλγαρο τουρίστα
Να προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο πεντάγραμμο μα να πέφτουν στο κενό
Μόνο ο τουρίστας πιάστηκε από τις βοηθητικές γραμμές μια νότας.
Βαλκάνια φίλε μου, you know nothing.
Εκεί ακόμα ο ήλιος βομβαρδίζει τα νησιά
Κι οι νοσοκόμοι τρέχουν να διασώσουν
Αγάλματα με κομμένα χέρια

17 Οκτωβρίου
Στον Λώρενς Φερλινγκέττι

Ο Λώρενς με έβαλε να του ζωγραφίσω
μια τρύπα πάνω απ’ το αιώνιο χαμόγελό του.
Η πραγματική δεν έπειθε κανέναν

⸙⸙⸙

[Προσωρινός τίτλος αδημοσίευτης συλλογής, που περιλαμβάνει ποιητικούς μονόλογους. Οι πλαγιασμένες φράσεις είναι δάνειες.]

Κύλιση στην κορυφή