Η λέκτορας λογοτεχνίας Αλίν Μπερζέ (Aline Berger), ετών 35, καθισμένη στο καφέ του Gare du Nord στο Παρίσι επιχειρεί να ξαναδιαβάσει (για δέκατη φορά) το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ Ορλάντο, η ανάγνωση του οποίου μέχρι τότε της προκαλούσε δυσθυμία. Τα συναισθήματα και η διάθεσή της αλλάζουν όταν ένας νέος ελκυστικός άνδρας ονόματι Λουσιέν Λεφρέν (Lucien Lèfrene) της ζητά μία ασπιρίνη. Στο πρόσωπο του Λουσιέν, η Αλίν όχι μόνο εμπνέεται από το κείμενο, αλλά βρίσκει και την αφορμή να βιώσει την ανεκπλήρωτη επιθυμία της να γίνει ένα άλλο πρόσωπο και άλλο σώμα και ακόμη περισσότερο να επιτελέσει ένα άλλο φύλο.
Στο σημείο αυτό σκέφτομαι ότι, όπως και η Αλίν, χωρίς αφορμή ή την προτροπή της Γιώτας ίσως και να μη διάβαζα το Ορλάντα της Ζακλίν Άρπμαν (Jacqueline Harpman) από φόβο ότι το βιβλίο αυτό θα με ανάγκαζε να αναμετρηθώ εκ νέου με την πολύπλοκη λογοτεχνική γεωγραφία της Βιρτζίνια Γουλφ (Virginia Woolf). Στην πραγματικότητα ωστόσο, η δυσθυμία μου –ομόλογη με εκείνη της Αλίν– απέναντι στο έργο της Γουλφ οφείλεται περισσότερο στην αναπαράσταση του έργου της και στους λόγους που έχουν παραχθεί για αυτό από την ακαδημαϊκή θεωρία λογοτεχνίας και σε κάποιες περιπτώσεις και από τις σπουδές φύλου και λιγότερο στα ίδια της τα έργα, τα οποία είναι μνημεία απολαυστικού λογοτεχνικού μοντερνισμού. Διαβάζοντας το κείμενο της Ζακλίν Άρπμαν, η οποία σχεδόν 67 χρόνια μετά επιχείρησε να προσεγγίσει ξανά τον μύθο του Ορλάντο (γίνεται ένα ιστορικό άλμα από το 1928 στο 1996), αντιστρέφοντάς τον, κατάλαβα ότι πέρα από τους μερικούς και κατακερματισμένους λόγους που έχουν παραχθεί για αυτό με τη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και των ακαδημαϊκών άρθρων[2], το διανοητικό αυτό εγχείρημα επιβιώνει και αναδύεται ανανεωμένο ως υλική εμπειρία και υπαρξιακό ερώτημα ταυτόχρονα.
Η γλώσσα της ακαδημίας, που δικαίως έχει αναγάγει τη Γουλφ σε πρώιμη εισηγήτρια της θεωρίας της επιτελεστικότητας του φύλου[3] και που τη διαβάζει παράλληλα με τη Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler), μπορεί κάποιες φορές να καταλήξει να είναι εργαλειοποιητική και αθέλητα ή μη να απογυμνώνει το λογοτεχνικό έργο της Γουλφ από την κοινωνική του φιλοσοφία αλλά και από την ιστορικότητά του. Τo Ορλάντο, γραμμένο το 1928 (δηλαδή έναν χρόνο πριν τη γέννηση της Άρπμαν), έχει αναχθεί σε κείμενο βασικής αναφοράς στις σπουδές φύλου εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο καταγράφει και στη συνέχεια ερμηνεύει την ιστορική διάσταση της εμπειρίας του φύλου και της επιτέλεσής του. Ακόμη περισσότερο το Όρλαντο δεν είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που προσεγγίζει τη ρευστότητα του φύλου –αν μη τι άλλο αναπαραστάσεις ρευστού φύλου ή ακόμη και φυλομετάβασης συναντιούνται συχνά στην αρχαιοελληνική ή ρωμαϊκή μυθολογία– είναι μάλλον το πρώτο υψηλής λογοτεχνικής αξίας κείμενο που υπερασπίζεται την αρχή «άλλο φύλο, ίδιος άνθρωπος»[4] αμφισβητώντας τη θεμελιώδη νεωτερική διχοτομία του φύλου καθώς και τις κοινωνικές ιεραρχίες που απορρέουν από αυτή. Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο αυτό συμπυκνώνει την κοινωνική φιλοσοφία της Γουλφ, ακόμη και αν την επόμενη δεκαετία και μέχρι τον πρόωρο θάνατο της το 1941 ακολούθησαν ακόμη τρία βιβλία (The Waves/Τα κύματα [1931], The Years/Τα χρόνια [1937], Between the Acts/Ανάμεσα στις πράξεις [1941], αμέτρητα διηγήματα και μελέτες.
Η Ζακλίν Άρπμαν γεννήθηκε το 1929 στις Βρυξέλλες και ήταν κατά το ήμισυ Εβραία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η οικογένειά της μετακόμισε στην Καζαμπλάνκα. Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία και στη συνέχεια εισήχθη στην ιατρική σχολή, ωστόσο αρρώστησε με φυματίωση και αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της. Εκπαιδεύτηκε ως ψυχαναλύτρια και παράλληλα έγραφε λογοτεχνία. Διέκοψε για κάποια χρόνια τη συγγραφική της δραστηριότητα, κι όταν ξεκίνησε πάλι να γράφει τιμήθηκε με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ άλλων το βραβείο Médicis[5] για το Ορλάντα, βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Grasset το 1996[6]. Με άλλα λόγια, όπως και το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, η Άρπμαν ακολούθησε μια διαδρομή ζωής γεμάτη εσωτερικές στροφές και ρήγματα. Ενώ η επαγγελματική της πορεία ήταν μοιρασμένη σε δύο πεδία –της ψυχανάλυσης και της συγγραφής– η ταυτότητα ήταν διαμορφωμένη μέσα από αντιφατικές κοινωνικές και πολιτισμικές εμπειρίες και ένα συλλογικό ιστορικό τραύμα.
Ως ψυχαναλύτρια και συγγραφέας αλλά και ως διανοούμενη γυναίκα με υποχρεώσεις φροντίδας –ήταν μητέρα δύο παιδιών– η Άρπμαν ασχολήθηκε αρκετά με τη σχέση δημόσιου-ιδιωτικού, την ιστορικότητα της ταυτότητας φύλου και της κοινωνικής της επιτέλεσης (όπως για παράδειγμα κάνει στο Moi qui n’ai pas connu les hommes[7] [1995]) καθώς και με τη σχέση μητέρας-κόρης ως ιστορικό παράδειγμα. Η σχέση μητέρας-κόρης εμφανίζεται στο Ορλάντα και λειτουργεί κι αυτή ως μια απόπειρα διακειμενικής συνομιλίας με το Ορλάντο και άλλα κείμενα της Γουλφ, τα οποία επίσης συστηματικά προβληματοποιούν αυτή τη σχέση[8]. Στην περίπτωση του κειμένου της Άρπμαν η Αλίν αποδίδει την εσωτερική της σύγκρουση και τη δέσμευσή της σε κανονιστικά πρότυπα φύλου με απόλυτο τρόπο στη μητέρα της: «Aλίν! Ένα νέο κορίτσι δεν κάνει αυτό[9] ή δεν κάνει το άλλο, στο τέλος της ημέρας, του χρόνου είχε καταφέρει να ορίζει τις σκέψεις μου, τις χειρονομίες μου και τα σχέδια μου» (147). Η καθοριστική επίδραση της μητέρας στην υποκειμενική συγκρότηση διατρέχει συνολικά το κείμενο. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας ο ρόλος της μητέρας αναγνωρίζεται ως αρνητικός: «Ω Θεέ μου, πόσο αρρενωπή είσαι!» (27) έλεγε η κυρία Μπερζέ στην κόρη της. Η σύγκρουση μητέρας-κόρης, όπως και ο ρόλος της μητέρας στην έμφυλη εκπαίδευση με γνώμονα τα πατριαρχικά στερεότυπα συναντάται τόσο στην εργογραφία της Γουλφ, όσο και σε εμβληματικά κείμενα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, όπως στο αυτοβιογραφικό Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης (1958), όπως βέβαια και στο Δεύτερο φύλο (1949).
Όπως είχε σημειώσει η ίδια η Άρπμαν, υπήρχαν διάφορα λογοτεχνικά είδη που θεωρούσε ενδιαφέροντα, ωστόσο πάντα επέστρεφε στις πιο κλασικές αφηγηματικές φόρμες, εκείνες που συναντά κανείς στον Σταντάλ ή στον Προυστ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια η δομή της ψυχαναλυτικής διαδικασίας τής φαινόταν μια προέκταση και μια νέα εφαρμογή αυτής της αφηγηματικής μεθόδου[10]. Υποψιάζομαι ότι η φόρμα της ροής της συνείδησης (stream of consciousness) που καθιέρωσε η Γουλφ επίσης αποτελεί μια από τις αναφορές της.
Η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου της Άρπμαν αγαπά επίσης αυτά τα λογοτεχνικά είδη –το λεγόμενο roman d’analyse[11]– και είναι πανεπιστημιακή λέκτορας με εξειδίκευση στον Προυστ. Όπως συμβαίνει και με το κείμενο της Γουλφ –ή όπως συμβαίνει μάλλον με τα περισσότερα κείμενα της Γουλφ– στις προβολές που κάνει η Άρπμαν στο πρόσωπο της Αλίν (Αline), της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου, λανθάνουν ο αυτοσαρκασμός και το πικρό χιούμορ. Το εφαλτήριο για την αντεστραμμένη ενσάρκωση του μύθου του Ορλάντο, είναι το ίδιο το εμβληματικό βιβλίο της Γουλφ, καθώς η Aλίν παρασυρμένη στις αναλυτικές σκέψεις και την επιθυμία για αυτο-ανάλυση που της γεννά το βιβλίο ενώ το ξαναδιαβάζει, βιώνει μια φαντασιακή εμπειρία μέσα από την οποία μέρος της προσωπικότητας και του σώματός της συγχωνεύονται με το σώμα ενός νεαρού άνδρα ονομάτι Λουσιέν Λεφρέν. Η εμπειρία αυτή είναι πρωτόγνωρα απελευθερωτική και της επιτρέπει να δοκιμάσει να επιτελέσει ένα άλλο φύλο, αλλά όχι με τον κανονιστικό τρόπο της επιτέλεσης του «αν ήμουν άνδρας δε θα αναζητούσα τις γυναίκες, τις ξέρω πολύ καλά» (10). Η Άρπμαν επικαλείται με πολλαπλούς έμμεσους ή άμεσους τρόπους ψυχαναλυτικές έννοιες, δοκιμάζοντας τις καθιερωμένες χρήσεις τους στη λογοτεχνία ή στη θεωρία. Παραδείγματα που αντικατοπτρίζουν αυτή την τάση στη λογοτεχνία είναι οπωσδήποτε η έννοια του γενεακού τραύματος, το ασυνείδητο, η λογοτεχνική αναπαράσταση της σχέσης μεταξύ γονέων και παιδιών, αλλά και αφηγηματικές φόρμες που παραπέμπουν στη μεθοδολογία της ψυχανάλυσης[12]. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Άρπμαν αμφισβητεί ακόμη και τα όρια της ίδιας της μεθόδου, «επιτρέποντας» στην Αλίν να αυτο-αναλύεται. Τo τελευταίο το πετυχαίνει επίσης με τις ετερογενείς διακειμενικές αναφορές με την αποσπασματική αλλά διαρκώς επανερχόμενη συνομιλία του κεντρικού προσώπου του έργου Αλίν-Λουσιέν με τη συγγραφέα Γουλφ.
Το κεντρικό στοιχείο που καθιστά το Ορλάντο κουήρ κείμενο είναι μάλλον ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το σώμα έχει έναν συγκυριακό χαρακτήρα που αμφισβητεί την καθιερωμένη αιτιότητα των δυαδικών σχέσεων και της ετεροκανονικότητας. Στο κείμενο της Γουλφ ο ίδιος ο χρόνος είναι κουήρ[13]. Η καινοτομία που εισάγει η Άρπμαν αντιστρέφοντας ή ακόμη καλύτερα ξαναλέγοντας τον μύθο είναι ότι, έστω και μέσα από τη φαντασίωση, το πρόσωπο Αλίν-Λουσιέν καταργεί –ίσως προσωρινά– τη δυαδικότητα. Κι αυτή η κατάργηση γίνεται με έναν παιγνιώδη τρόπο που σε κάποιες περιπτώσεις μαρτυρά τη διάθεση να ειπωθεί επιτέλους κι ένα αστείο. Από τη σκοπιά αυτή το κουήρ στοιχείο στο Ορλάντα εμφιλοχωρεί σε αυτή την παιγνιώδη διάθεση επανοικειοποίησης ή στην αρχή δημιουργίας ενός ρευστού[14] αλλά όχι άδικου και μονολιθικού κόσμου. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και η πολιτικοποιημένη διάσταση του κειμένου της Άρπμαν. Το σχήμα του ρευστού εαυτού συνιστά και μια απόπειρα υπέρβασης του συλλογικού τραύματος που απορρέει από τον συστημικό αποκλεισμό, τη συμβολική, υλική ή θεσμική βία που βιώνουν οι ετερότητες. Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο αποτελεί μια άσκηση στην πολυμορφία της ταυτότητας[15]: «Έχω πολλές προσωπικότητες, η μία από αυτές μπορεί να διαφύγει χωρίς εγώ να το καταλάβω» (148).
Έτσι, συνιστά περισσότερο έναν κουήρ τρόπο προσέγγισης των ιστορικών, οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται μία ταυτότητα αλλά και η αναπαράσταση της, παρά ένα καθαυτό κουήρ κείμενο. Η διακειμενικότητα και η επίπονη/επίμονη συνομιλία μεταξύ Ορλάντο και Ορλάντα είναι τεκμήρια της προσπάθειας να κατανοηθεί εκ νέου το μυθοπλαστικό αυτό σχήμα, τόσο ως λογοτεχνικό εγχείρημα αλλά και ως τρόπος κοινής ύπαρξης των ετεροτήτων.
[1] Ο τίτλος παραπέμπει με παιγνιώδη τρόπο στο εμβληματικό βιβλίο της Butler, που κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Judith Butler, Aναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γ. Φ. Καράμπελας, επιμ: Χ. Σπυροπούλου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.
[2] Η μερικότητα και ο κατακερματισμός αναφέρονται στην πληθώρα εργασιών που δημοσιεύονται σε ακαδημαϊκά περιοδικά για το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ και τις πολιτικές, κοινωνικές και έμφυλες διαστάσεις του.
[3] Υπάρχει πληθώρα μελετών που προσεγγίζει το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ από αυτή τη σκοπιά. Βλ. ενδεικτικά: Vincent B. Leitch et al, The Norton Anthology of Theory and Criticism (2001), Anne E. Fernald, Virginia Woolf: Feminism and the Reader (2006), Elsa Hogberg, «Voices Against Violence: Virginia Woolf and Judith Butler», Le tour critique 2, 2013 (διαθέσιμο εδώ), Karianny Kildedam, «Gender Performativity and Identity in Virginia Woolf’s Orlando», Bachelor thesis, University of Stavanger, Norway, 2021.
[4] Βλ. σχετικά Jeanette Winterson, «Different Sex, Same Person: How Woolf’s Orlando Became a Trans Triumph», The Guardian, 3.9.2018.
[5] Πρόκειται για ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο το οποίο απονέμεται στη Γαλλία από το 1958 σε γαλλόφωνους συγγραφείς και σε συγγραφείς τα βιβλία των οποίων έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά.
[6] Οι παραπομπές γίνονται στο γαλλικό κείμενο, αν και το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά σε μετάφραση Κ. Κουρεμένου από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια (2000).
[7] Σημαίνει «Εγώ που δε γνώρισα ποτέ τους άντρες». Στον τίτλο αυτό η συγγραφέας αναδεικνύει μεταξύ άλλων τον ανδροκεντρικό χαρακτήρα της γλώσσας στην οποία γράφει –της γαλλικής εν προκειμένω– όπου homme/hommes σημαίνει άνθρωπος και άντρας.
[8] Όπως για παράδειγμα στο μυθιστόρημα Η κυρία Νταλογουέι (1925) όπου μεταξύ άλλων παρουσιάζονται οι εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου ως μητέρα απέναντι στην έφηβη κόρη της Ελίζαμπεθ. Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί μόνο μία φορά στα ελληνικά. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μεταφράσεις της Κ. Τριανταφυλλοπούλου (Μεταίχμιο 2005) και της Β. Κοκκίνου (Μίνωας 2013).
[9] Τα πλάγια γράμματα υπάρχουν στο λογοτεχνικό κείμενο καθώς αφορούν τον εσωτερικό διάλογο της Αλίν.
[10] Βλ. σχετικά στη συνέντευξή της στον Stéphane Lambert στο: Les rencontres du Mercredi (Παρίσι, Ancre Rouge 1999), σ. 39.
[11] Η Άρπμαν εντάσσει τα κείμενά της σε αυτό το λογοτεχνικό είδος. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό είδος που αποδίδει μεγάλη σημασία στην περιγραφή και ανάλυση της ψυχικής κατάστασης των χαρακτήρων, των εσωτερικών ψυχολογικών διακυμάνσεων και εντάσεων που βιώνουν.
[12] H προσέγγιση αυτή έχει συγκροτήσει μια ενότητα μελέτης στις σπουδές συγκριτικής λογοτεχνίας, συνήθως υπό τον τίτλο «Λογοτεχνία και ψυχανάλυση». Το Πανεπιστήμιο του Warwick προσφέρει τέτοια μαθήματα στο πρόγραμμα σπουδών. Ειδικότερα βλ. εδώ.
[13] Για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση αυτού του επιχειρήματος, βλ. Pooja Mittal Biswas, «Queering Time: The Temporal Body as Queer Chronotope in Virginia Woolf’s Orlando», στο: Anglia: Journal of English Philology 138:1, 2020, σ. 38-61.
[14] Στον νεοφιλελευθερισμό η έννοια της ρευστότητας έχει συνδεθεί με την καθιέρωση επισφαλών όρων ζωής και εργασίας. Εν προκειμένω, η λέξη ρευστότητα χρησιμοποιείται για να δηλώσει την υπέρβαση ετεροκανονικών και ετεροκανονιστικών τρόπων θέσμισης.
[15] Βλ. σχετικά στο: Susan Bainbrigge, «Experimenting With Identity in Jacqueline’s Harpman Orlanda», στο: Dalhousie French Studies 68 (Hybrid Voices, Hybrid Texts: Women’s Writing at the Turn of the Millennium), 2004, σ. 99-107.
