Γεννήθηκα διζυγωτικό.
Το μη-όμοιό μου
πέθανε σχεδόν αμέσως μετά την πρώτη ανάπτυξή μας.
Η προσωπικότητά μου πλάστηκε
σ’ ανάμνηση του μισού που μου λείπει.
Είναι ο αδερφός μου που συστρέφεται τη νύχτα
χορογραφώντας την κωμωδία των σφαλμάτων
σε μια διαδικασία μεταβίβασης
που ξεδιπλώθηκε
σε διπλή κίνηση:
μια υπερβολικά
οξεία αίσθηση κριτικής
ή μάλλον
μια εαυτού απόσταση
ενός χαρακτήρα
στις αφηγήσεις που η ίδια έπλασα;
Ένας προσωπικός καθολικισμός
με διαδοχικούς κύκλους ενοχής,
μετάνοιας,
άφεσης.
Όταν με συνάντησες στον δρόμο,
είχα μόλις εισέλθει στην τρίτη φάση.
Ένιωθα καλά
μετά από ʼν’ ατέρμονο κυνήγι
στις σοφίτες της συνείδησης.
Θα μπορούσα να είχα μείνει
να σου μιλάω,
δηλώνοντας πως δε χρειάζεται πια
να φέρνεις σπίτι ό,τι απέμεινε από μένα.
Η ιστορία μου έχει ειπωθεί ήδη πολλές φορές
ανάμεσα σε ένα ζευγάρι καθαρά μάτια κι έναν καφέ
που ήπια στον δρόμο,
γνωρίζοντας
πως αυτά είναι παιχνίδια
πολύ επικίνδυνα:
η ζωή — ή το να συνεχίσω να νηστεύω
καθώς γράφω την αυτοψία
μερικών βυθισμένων ημερών,
μέχρι να μάθω να αναπνέω
σε σάκους αμνιακούς.

