Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Ηφαιστίων Χριστόπουλος

Άννα Μπολέιν, Φραγκογιαννού και Σκύλλα

Ξέρω τα πάντα. Βλέπω τα πάντα. Χίλια χρόνια φυλακισμένος εδώ, πίσω απ’ το γυαλί, κάπως έπρεπε να κρατήσω τα λογικά μου. Δεν θα πω ότι δεν τρελάθηκα. Δεν θα πω ότι και τώρα στέκω καλά στα μυαλά μου. Μα έχουν αλλάξει αρκετά. Οι πρώτοι αιώνες ήταν εφιάλτης∙ δεν μπορώ να ισχυριστώ πως θυμάμαι πολλά από τότε, παρά μονάχα τερατώδη όνειρα, σκόρπιες σκέψεις θανάτου, δυστυχίας, μοναξιάς, παραφροσύνης. Κάπως, κάποτε, δεν ξέρω πώς, επέστρεψα στον εαυτό μου. Έκατσα να σκεφτώ, όσο πιο λογικά μπορούσα∙ κι ανακάλυψα ότι οι κατάρες έχουν πάντα ένα αντιστάθμισμα. Κάτι λίγο, κάτι πολύ μικρό μπροστά σ’ όλα τούτα τα βασανιστήρια, ωστόσο κάτι που μπορεί να σε κρατήσει λίγους αιώνες παραπάνω όρθιο, αν μάθεις να το χρησιμοποιείς. Κι έτσι το συνειδητοποίησα: ότι βλέπω τα πάντα.

Κι αυτό βέβαια μπορεί να σε τρελάνει περισσότερο αν δεν μάθεις να το χρησιμοποιείς σωστά, αν δεν το χειραγωγήσεις. Αλλά θαρρώ πως κάπως κατάφερα και το ελέγχω. Κάπως. Ύπνο δεν έχω – κανένας θεός ή μάγος δεν με ευλόγησε μ’ αυτή τη μικρή ανάπαυλα από τη ζωή, αυτόν τον προσωρινό θάνατο, που όλοι κάποια στιγμή ποθούμε. Έτσι κάθομαι μέρα και νύχτα εδώ, στη γυάλινη φυλακή μου, και παρακολουθώ καθετί που συμβαίνει στο βασίλειο. Δεν τα ξεχνώ ποτέ∙ άλλη μια κατάρα και μια ευλογία τού να είσαι ένα σκλαβωμένο πνεύμα, όπως με λέει και η κυρία. Η κυρία ήταν μάλλον η μεγαλύτερη ευλογία που ήρθε, έστω και για λίγο, να μου δώσει πίσω μια ελάχιστη επίφαση της χαμένης ανθρωπιάς μου – αν κι εκείνη υπήρξε ποτέ.

Η κυρία είναι η μόνη που μου μιλάει. Κανένας άλλωστε δεν γνωρίζει για μένα. Ήμουν το μόνο που πήρε μαζί της όταν ήρθε – όταν την κουβάλησαν με το ζόρι εδώ πέρα. Ίσως ήθελε να ταιριάξουμε τις δυστυχίες μας. Ίσως ήθελε να μαθαίνει πού ήρθε και τι συμβαίνει. Ίσως απλώς το είχε καταλάβει από πριν πως δεν θα είχε κανέναν άλλον να μιλήσει.

Ο λαός, οι αυλικοί, οι υπουργοί, ο βασιλιάς ακόμα, από τότε που πρωτοπάτησε εδώ δεν την πήραν με καλό μάτι. Γιατί τώρα έγινε τούτος ο γάμος; Την πολιτική τη βαριέμαι. Την πολιτική των άλλων βασιλείων δεν την παρακολουθώ καν. Μα θαρρώ πως δεν ήταν μονάχα το συμφέρον ο λόγος· η κυρία είναι η πιο όμορφη γυναίκα που έχουν αντικρίσει τα μάτια μου εδώ και χίλια χρόνια φυλακής. Κρίνοντας από τον χαρακτήρα του βασιλιά, δεν νομίζω ότι τον ενδιέφερε καθόλου να κοιτάξει πιο πέρα.

Και μάλλον θα είχαν μείνει κάπως έτσι τα πράγματα για την κυρία, ίσως κιόλας να κατάφερνε κάποια στιγμή να πάρει μερικούς με το μέρος της, να αποκτήσει έναν λόγο στα πράγματα, μα ύστερα ήρθαν τα πουλιά. Δεν μιλάω για χελιδόνια, κοτσύφια, καρδερίνες, καναρίνια, παπαγάλους ακόμα – δεν μιλάω για πουλιά που φέρνουν τύχη και χρώμα και τραγούδι και ευτυχία σ’ έναν τόπο∙ μιλάω για κοράκια, κουρούνες, καρακάξες, όρνια – πουλιά που μονάχα συμφορά προμηνύουν και μονάχα συμφορά φέρνουν. Και οι συμφορές ήρθαν.

Όλα ξεκίνησαν ήσυχα, σαν μια αθώα και άγευστη φάρσα, μα σιγά σιγά πήραν άλλες διαστάσεις. Τα πουλιά εφορμούσαν από ψηλά, έκλεβαν τρόφιμα από τους πάγκους και από τα χέρια των περαστικών, άρπαζαν τις τσάντες των γυναικών, κάθονταν πάνω στα καρότσια και κοιτούσαν τα μωρά κατάματα μέχρι τα δύστυχα να βάλουν τα κλάματα. Ύστερα όμως άρχισαν να μαζεύονται μιλιούνια, όλα μαζί, κοράκια και κουρούνες και όρνια, και να κρώζουν με τις βραχνές φωνές τους, μαζεύονταν μέχρι που να κρύψουν τον ήλιο και μέχρι που η κακόφωνη χορωδία τους να γίνει ένα παχύ δυσοίωνο σύννεφο μέσα στο οποίο οι πολίτες τούτου του βασιλείου χάθηκαν, είναι ακόμα χαμένοι, χωρίς να ξεχωρίζουν πια αν είναι μέρα ή νύχτα. Πολλοί τρελάθηκαν∙ τα άσυλα γέμισαν ξαφνικά με ασθενείς που προσπαθούσαν να ξεριζώσουν τ’ αυτιά και τα μάτια τους, και που άκουγαν στο κεφάλι τους λόγια απ’ αυτά που δεν τολμάει να πει κανείς παρά μόνο στην κόλαση – αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Και μετά ήρθαν και οι πραγματικές συμφορές.

Πρώτα εμφανίστηκαν τα πρησμένα πτώματα στο ποτάμι. Κανείς ποτέ δεν έμαθε ποιοι ήταν εκείνοι οι τουμπανιασμένοι νεκροί. Μα το νερό φαρμακώθηκε. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να ρίξει τα μούτρα του και να φέρει νερό από γειτονικές πόλεις – κι αυτό βέβαια δεν μπορούσε να γίνει δίχως τίμημα. Πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, δεν είχαν να πληρώσουν το πανάκριβο καινούργιο νερό. Ο κόσμος δίψασε∙ σπίτια και δρόμοι γέμισαν βρομιές και λύματα∙ οι άνθρωποι οι ίδιοι έγιναν εστίες μόλυνσης. Ήρθαν οι αρρώστιες: χολέρα, πανούκλα, άλλες που οι βασιλικοί γιατροί έβλεπαν για πρώτη φορά.

Αυτή φταίει, άρχισε ο κόσμος να ψιθυρίζει στους δρόμους. Αυτή. Από τότε που ήρθε εδώ άρχισαν όλα. Αυτή, αυτή, αυτή. Οι ψίθυροι απλώθηκαν, έφτασαν στο παλάτι, τους πήραν οι υπηρέτες, οι αυλικοί, οι υπουργοί, ο βασιλιάς ο ίδιος. Εσύ φταις για όλα, της είπε. Δεν θέλω να σε βλέπω για λίγο καιρό. Μέχρι να περάσει το κακό. Ή μέχρι που να το κάνεις εσύ να περάσει.

Η κακοφωνία από τα πουλιά γεμίζει τα διαμερίσματα της κυρίας, μαύρα πούπουλα πέφτουν έξω απ’ τα τζάμια σαν κακορίζικη βροχή. Η κυρία με πλησιάζει. Είναι τόσο όμορφη, που θα μπορούσε απλώς να στέκεται εκεί κι εγώ να τη χαζεύω, δίχως να με νοιάζει να μάθω τι γίνεται στην πόλη, πόσος κόσμος έχει πεθάνει, τι ψιθυρίζει ο βασιλιάς στα μυστικά συμβούλια, τίποτα. Μα τότε με ρωτάει:

Πνεύμα σκλαβωμένο, πες μου, σε παρακαλώ. Ποια είναι η πιο αδικημένη σε τούτο το βασίλειο;

Εσύ είσαι, κυρά μου, λέω. Εσύ.

Ξέρω τα πάντα. Βλέπω τα πάντα. Και λέω πάντα την αλήθεια.

Η βασίλισσα στα μαύρα γυρίζει την πλάτη της. Δεν είναι δα πως της είπε και κάτι που δεν το ήξερε από πριν, μα είναι διαφορετικό όταν σ’ το λέει ένα πλάσμα σαν τον πιο πιστό της υπηρέτη∙ είναι διαφορετικό να ξέρεις, να ξέρεις στ’ αλήθεια.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κι άλλα, μα δεν έχει λόγο. Το τι σημαίνουν όλα αυτά το γνωρίζει. Το γιατί είναι προφανές. Αναρωτιέται μήπως ρόλο σ’ όλο αυτό έχει παίξει και το αιώνιο πένθος της, αλλά σχεδόν γελάει με τη σκέψη. Αν δεν φορούσε μαύρα, δεν θα την είχαν συσχετίσει με τα πουλιά; Κι αν δεν ήταν τα πουλιά, θα ήταν κάτι άλλο. Ποτέ δεν ήταν ευπρόσδεκτη εδώ, και το είχε καταλάβει από πριν καν έρθει. Ούτε από τον λαό, μα ούτε κι απ’ τον ίδιο τον βασιλιά. Γιατί εκείνος θέλησε να την πάρει για γυναίκα του, γιατί η ίδια δέχτηκε – όλα αυτά είναι μια άλλη ιστορία, πολύ μεγάλη, αλλά ίσως αξίζει να ειπωθεί.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τον σύζυγό της, όλα είναι θλιβερά απλά. Δεν έχει μάθει να κοιτάζει πέρα από δύο πράγματα: από την τσέπη του κι απ’ το καυλί του. Κι έτσι δεν του ήταν δύσκολο να δεχτεί να παντρευτεί την πανέμορφη κόρη ενός από τους πλουσιότερους βασιλιάδες της χώρας, ακόμα κι αν εκείνη είχε περάσει πια τα τριάντα. Ο ίδιος κόντευε τα πενήντα, διαδόχους είχε, μονάχα το πώς θα ξεχαρμανιάζει τις νύχτες τον απασχολούσε. Δεν σκόπευε άλλωστε να της λέει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα. Κι αν κάτι πάνω της τον απωθούσε, αν κάτι του έλεγε να διαλέξει άλλη νύφη για να διαδεχτεί τη μακαρίτισσα τη βασίλισσά του, το χρυσάφι πάντα φωνάζει δυνατότερα. Έτσι της παραχώρησε τούτα τα αχανή διαμερίσματα και την άφησε στην ησυχία της – εκτός απ’ όταν του ερχόταν η διάθεση να εκτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα.

Για την ίδια, θα μπορούσε κανείς να πει απλώς πως ήταν η περιζήτητη μα ανύπαντρη μεγάλη κόρη ενός αυταρχικού γέρου βασιλιά που έψαχνε κάπου να τη φορτώσει. Και δεν θα έπεφτε και τόσο έξω αν δεν υπήρχαν εκείνες οι δυο τρεις παραπάνω λεπτομέρειες που έκαναν την ιστορία στο τέλος να φαντάζει εντελώς αλλιώτικη.

Πρώτα πρώτα, φυσικά, έρχεται το αιώνιο πένθος της. Ο πατέρας της το μόνο που της είχε πει γι’ αυτό δυο τρεις φορές σ’ όλα τα χρόνια της ήταν να σταματήσει να φοράει συνέχεια μαύρα γιατί την ασχημαίνουν. Για τη μάνα της, άλλες στιγμές είχε την αίσθηση πως την καταλάβαινε, άλλες πως δεν είχε ιδέα τι γινόταν γύρω της, πως ο βασιλιάς την κρατούσε σε μια αιώνια χαύνωση, κάπου ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνο, μόνο και μόνο να υπάρχει. Και το χειρότερο απ’ όλα, υποπτευόταν ότι είχε δίκιο και στα δύο.

Έτσι πενθούσε∙ πενθούσε για τον λαό της, που ήταν μια μαριονέτα στα χέρια ενός μανιακού, για τη μάνα της, για τους τρεις αδερφούς της, για τη μοίρα του κόσμου πέρα από τα σύνορα του βασιλείου της. Απ’ τους αδερφούς της, τους δύο είχε κανονίσει ο πατέρας της να τους ξεφορτωθεί πριν φτάσουν τα είκοσι, γιατί το ήξερε ότι και μπορούσαν και θα έκαναν τα πάντα για να πάρουν τη θέση του∙ όχι από κενοδοξία, μα επειδή δεν άντεχαν άλλο να βλέπουν τον λαό τους να υποφέρει έτσι. Όσο για τον τρίτο, αυτός στάθηκε τυχερός, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι∙ βλέποντας τους δυο πρώτους του γιους ν’ ανοίγουν τα μάτια τους σιγά σιγά, ο βασιλιάς φρόντισε ο μικρότερος να μεγαλώσει σ’ έναν στάβλο όπου με το ζόρι χωρούσε να σταθεί ορθός. Δεν έμαθε ποτέ να μιλάει, δεν ήξερε να περπατάει, παρά μόνο μπουσούλαγε στα τέσσερα, σαν γιγάντιο μωρό, δεν είχε τίποτα απ’ όλα αυτά που κάνουν κάποιον άνθρωπο, που τον ξεχωρίζουν από τα ζώα. Είχε πατήσει τα είκοσι πέντε πια, μα παρέμενε ένα πελώριο βρέφος. Κι ύστερα, βέβαια, πενθούσε για τη μικρή της αδερφή. Που την πούλησε ο πατέρας της όταν ήταν ακόμα παιδάκι, δέκα χρονών, σ’ έναν πανίσχυρο κατακτητή για να έχει το κεφάλι του ήσυχο, κι από κει κι έπειτα το όνομά της δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά. Η ίδια όμως δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να την ξεχάσει∙ πώς να ξεχάσει τότε που την έβγαζε βόλτα στους κήπους και της μάθαινε τα ονόματα των εντόμων και των λουλουδιών, που της μιλούσε για καλοσύνη και ισονομία; Εκείνο που δεν πρόλαβε ποτέ να της εξηγήσει ήταν να έχει τον νου της για τον πατέρα τους, γιατί δεν λες τέτοια πράματα σε μικρό παιδί. Το μετανιώνει καμιά φορά, όμως ξέρει πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Το πήρε απόφαση έτσι, κι έγινε μέλος ενός τάγματος κοσμοκαλογραιών. Δεν ήταν προφανώς τα μαύρα το ζήτημα∙ ήταν η ιερή αποστολή της, ο όρκος που πήρε. Και τώρα πια αναρωτιέται αν θα καταφέρει ποτέ έστω και να επιχειρήσει να τον τηρήσει. Κι αν θα έχει οποιαδήποτε σημασία.

Μόνος της κόσμος είναι τούτα τα διαμερίσματα. Μόνη της παρέα το σκλαβωμένο πνεύμα πίσω απ’ το γυαλί. Αυτό τουλάχιστον της λέει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι, ακόμα κι αν μερικές φορές θα προτιμούσε να μην ξέρει. Κι έπειτα, είναι ο νεαρός ιπποκόμος που φροντίζει τη φοράδα της, που ρίχνει τα μάτια του στο έδαφος κάθε που του απευθύνει τον λόγο. Δύστυχος. Προσπαθεί όσο μπορεί να τον αφήνει στην ησυχία του. Οτιδήποτε παραπάνω θα τον καταστρέψει.

Ποια είναι η πιο αδικημένη σε τούτο το βασίλειο; με ξαναρωτάει.

Από άντρες και γυναίκες, από νέους και γέρους, εσύ είσαι η πιο αδικημένη, βασίλισσά μου, της λέω.

Μη με λες βασίλισσα. Τίποτα δεν είμαι. Κι ύστερα: Απ’ όλο τον λαό που υποφέρει, διψάει, πεινάει, πεθαίνει, πώς γίνεται εγώ να είμαι πιο αδικημένη;

Αδικημένη είπες, κυρά. Όχι δυστυχισμένη. Ο λαός που διψάει και πεθαίνει θα μπορούσε να είχε στείλει τον βασιλιά στη λαιμητόμο χρόνια πριν. Μπορούσε να δώσει σ’ όλους τους άρχοντες να καταλάβουν πως δεν τα σηκώνει αυτά. Κι αντί γι’ αυτό; Ονειρεύονται να του μοιάσουν. Ρίχνουν τις συμφορές τους πάνω σου, αντί για τον εαυτό τους. Γι’ αυτό εσύ είσαι η πιο αδικημένη.

Δεν συνηθίζω να της μιλάω τόσο. Ούτε κι αυτή συνηθίζει να μου κάνει δεύτερη ερώτηση. Μπορεί να γνωρίζω όλα όσα συμβαίνουν, μα στο μυαλό των ανθρώπων δεν μπορώ να μπω. Δεν ξέρω γιατί με ρωτάει το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά. Την έχω μάθει καλά όμως, τόσα χρόνια τώρα∙ ούτε επιβεβαίωση ούτε παρηγοριά γυρεύει. Κάτι ψάχνει να βρει.

Η μαυροντυμένη βασίλισσα και κυρά μου γυρίζει το βλέμμα στο ταβάνι, ξεφυσάει∙ προφανώς δεν ήθελε ν’ ακούσει αυτό. Κι έπειτα, χωρίς να το περιμένω, μου μιλάει ξανά:

Πνεύμα μου σκλαβωμένο, λέει, ούτε τ’ όνομά σου δεν ξέρω, ούτε πώς βρέθηκες εκεί. Ξέρω μονάχα πως σ’ είχαν κλεισμένο σ’ ένα σκονισμένο δωμάτιο όπου κανείς δεν πατούσε το πόδι του ποτέ και σε βρήκα μια μέρα, κι εσύ αποφάσισες να με υπηρετείς.

Τ’ όνομά μου, σκέφτομαι. Έχω όνομα; Είχα ποτέ; Όσο πίσω κι αν κοιτάξω, το μόνο που βλέπω είναι το γυαλί μπροστά μου. Δεν ξέρω καν αν υπήρξα ποτέ έξω από εδώ. Η λογική λέει πως ήμουν κι εγώ άνθρωπος έναν καιρό, με πόθους και με τα κρίματά μου και τις πληγές και τις τύψεις μου, μα δεν ξέρω, τα ’χω λησμονήσει όλα. Ποιος ήμουν. Πού. Πώς βρέθηκα εδώ. Ποιον αγαπούσα. Δεν υπάρχει τίποτα.

Αλίμονο, κυρά μου, λέω. Σ’ αυτή την ερώτησή σου δεν ξέρω να απαντήσω.

Εκατό φορές έχει σκεφτεί τον θάνατο ως λύση για όλα της τα βάσανα κι εκατό φορές τον έχει απορρίψει. Και όχι, δεν είναι ο όρκος που πήρε ως κοσμοκαλόγρια, να τιμά και να υπερασπίζεται όλα τα δώρα που της έχει χαρίσει ο Πλάστης∙ δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να πατήσει τούτο τον όρκο, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να βρεθεί στην αιώνια κόλαση, αν όντως ο Πλάστης υπάρχει, αν δεν είχε εκείνο το μικρό μαμούνι που την έτρωγε από μέσα της: αν ήταν να φύγει, ας έκανε πρώτα κάτι∙ ίσως όχι κάτι που να θυμάται όλος ο κόσμος, ας το θυμόταν κι ένας άνθρωπος μονάχα, αλλά εκείνος ο ένας να μην το ξεχνούσε ποτέ∙ κάτι για να βγάλει ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα από την αιώνια δυστυχία στην οποία και η ίδια ήταν καταδικασμένη. Ίσως αυτό που δεν έκανε ποτέ για τον μικρό της αδερφό, αλλά, πάλι, δεν ήξερε. Άλλες φορές που τον συλλογιόταν, αναρωτιόταν μήπως ένας γρήγορος θάνατος θα τον λύτρωνε απ’ όλα∙ κι άλλες φορές σκεφτόταν μήπως τελικά εκείνος ήταν ο μόνος ευτυχισμένος άνθρωπος σε ολόκληρο το βασίλειο.

Τα διαμερίσματα την πνίγουν, ο αρωματισμένος αέρας χώνεται σαν πηχτό σιρόπι στα πνευμόνια της, οι αμίλητες καμαριέρες με το κενό βλέμμα γεμάτες χολή. Βάζει μια φωνή, τις μαζεύει όλες στην αίθουσα που έχει για διάβασμα και για γράψιμο και τους λέει πως είναι ελεύθερες για μια ολόκληρη εβδομάδα. Αναρωτιέται πόσες απ’ αυτές θα επιστρέψουν. Κι αν ο βασιλιάς σύζυγός της θα νοιαστεί καθόλου αν κάποιες δεν γυρίσουν.

Από πότε έχει να βγει από δω μέσα; Δεν ξέρει πια. Όταν γυροφέρνεις συνέχεια στα ίδια μέρη, ακούς τους ίδιους κι απαράλλαχτους ήχους και την ίδια κι απαράλλαχτη σιωπή, ο χρόνος λιώνει, παραμορφώνεται, επιταχύνει, κόβει ταχύτητα. Θέλει να μπει στο ατμοκίνητο, να γυρίσει τους δρόμους της πόλης και τις εξοχές. Να πάρει ανάσα. Επιτέλους, μετά από τόσον καιρό, να πάρει ανάσα.

Μα η ίδια δεν ξέρει να το χειρίζεται, κι ο οδηγός που της είχε δώσει ο σύζυγός της είναι πλέον άφαντος. Ίσως όμως να μπορεί κάποιος άλλος. Μα θα πρέπει να είναι κάποιος πρόθυμος να τη βοηθήσει. Κι ο μόνος τέτοιος είναι ο νεαρός ιπποκόμος. Δεν θέλει όμως να τον κάνει να πιστέψει, να ελπίσει σε τίποτα. Από την άλλη, πρέπει να ξέρει.

Κατεβαίνει στον στάβλο, το κεφάλι ψηλά, ευθυτενής, ολόισια – λες και ξεφορτώθηκε μονομιάς όλα όσα βάραιναν τη ράχη της. Ζητά να της ετοιμάσουν τη φοράδα της και περιμένει. Όταν της τη φέρνουν, χαϊδεύει με στοργή το ζώο στον μακρύ του λαιμό, αγκαλιάζει το πελώριο κεφάλι. Μου ’λειψες, του ψιθυρίζει. Ύστερα γυρνάει στον ιπποκόμο.

Ξέρεις να οδηγείς ατμοκίνητο;

Εκείνος όπως πάντα χαμηλώνει το βλέμμα, λες και τα μάτια της αστράφτουν και φλέγονται σαν τον ίδιο τον ήλιο.

Μη φοβάσαι να με κοιτάζεις, του λέει.

Εκείνος κάνει μια προσπάθεια να σηκώσει το κεφάλι, την αντικρίζει για λίγες στιγμές κι έπειτα σκύβει ξανά.

Λίγο, λέει. Μου έχει δείξει ο πατέρας μου, αν και, όπως καταλαβαίνεις, μεγαλειότατη, εμείς δεν έχουμε τέτοιο πράμα σπίτι μας.

Ο βασιλιάς σου, όμως, έχει τόσα που δεν ξέρει τι να τα κάνει.

Ο μικρός τραυλίζει, κάτι πάει να πει, το μετανιώνει.

Δεν χρειάζεται να απαντήσεις, του λέει. Ίσως σε χρειαστώ κάποια στιγμή.

Καβαλάει το μαύρο της άλογο και χάνεται πίσω απ’ τα δέντρα.

Να ’χα χέρια να μπορούσα να σε αγγίξω. Να ’χα δέρμα να σε νιώσω. Να ’χα λόγια δικά μου να σου πω.

Μα δεν έχω τίποτε απ’ αυτά∙ μόνο μάτια που βλέπουν τα πάντα, αυτιά που ακούν εκεί που δεν φτάνει κανένας κατάσκοπος και κανένας ρουφιάνος. Και τα λόγια μου είναι μόνο αυτά που μου δίνουν τα μάτια και τα αυτιά μου, και η φωνή σου. Δεν έχω τίποτα δικό μου να πω γιατί τίποτα από μένα δεν έχει απομείνει.

Η κυρά μου έχει να πιει νερό εδώ και βδομάδες. Λίγες γουλιές την ημέρα, αυτό μόνο επιτρέπει στον εαυτό της, ίσα ίσα για να κρατιέται στη ζωή. Εγώ δεν το πίνω το ματοβαμμένο νερό του, λέει. Τα χείλη της έχουν ραγίσει∙ τα μαλλιά της σπάνε∙ το δέρμα της θολό. Κι όμως, τίποτα δεν χάνει από την ομορφιά της.

Να ’χα καρδιά να σε αγαπήσω.

Η βασίλισσά μου κάθεται στο κρεβάτι με το κεφάλι κρυμμένο στις χούφτες της. Θα ’λεγε κανείς ότι κλαίει, μα όχι∙ η κυρία μου δεν κλαίει ποτέ. Οι ώμοι της παραμένουν ακίνητοι, το δωμάτιο σιωπηλό. Μόνο κάθεται σκυμμένη εκεί, λες και δεν αντέχει άλλο να βλέπει.

Ας μου μιλήσει. Δεν θέλω τίποτε περισσότερο. Έχω κάτι να της πω και θαρρώ, δίχως να ξέρω γιατί, πως θα την ενδιαφέρει, αλλά δεν γίνεται αν δεν μου απευθύνει τον λόγο, αν δεν με ρωτήσει ακριβώς αυτό που πρέπει.

Τι μπορεί να έκανα για ν’ αξίζω τέτοια σκλαβιά;

Και τότε σηκώνεται. Περπατάει με βήμα αργό, μεγαλόπρεπο, ένα κινούμενο μαύρο άγαλμα καμωμένο για να θυμίζει στον κόσμο τι θα μπορούσε να είχε συμβεί και τι έγινε τελικά. Μόνο που το άγαλμα αυτό είναι στημένο σε μια σκοτεινή γωνιά, έτσι που ελάχιστοι μπορούν να το δουν κι ακόμη λιγότεροι να μάθουν τα μυστικά του.

Στέκεται μπροστά μου. Παίρνει ανάσα. Τα χείλη της κομμάτια.

Πνεύμα σκλαβωμένο, λέει, ποια είναι η πιο άτυχη σε τούτο το βασίλειο;

Άτυχη, είπε. Άτυχη. Να ’χα στόμα να χαμογελούσα.

Εσύ, κυρά μου, είσαι πάρα πολύ άτυχη. Η ζωή δεν σου ’χει φερθεί καθόλου καλά. Μα τούτη τη στιγμή που μιλάμε, η πιο άτυχη στο βασίλειό σου είναι η Λευκίππη.

Θύμισέ μου, πνεύμα μου, ποια είναι η Λευκίππη, γιατί ο νους μου εδώ μέσα έχει γίνει νωθρός.

Νωθρός, λέει. Αν οποιοσδήποτε αυλικός είχε λίγο έστω από το μυαλό της, δεν θα είχαμε φτάσει ποτέ ως εδώ.

Μα γιατί κάθομαι και τα σκέφτομαι όλα αυτά, λες και το βασίλειο είναι δικό μου, λες και ο λαός τούτος είναι δικός μου, λες κι η δίψα κι ο λοιμός με αφορούν στο ελάχιστο;

Η μνηστή του πρωτότοκου του συζύγου σου, λέω. Θα την έχεις ακούσει, μα δεν νομίζω να την έχεις δει ποτέ.

Και γιατί είναι η πιο άτυχη του βασιλείου, δύστυχέ μου σκλάβε;

Γιατί δεν θέλει να τον παντρευτεί από συμφέρον. Τον αγαπάει στ’ αλήθεια. Και, αν ξέρεις έστω και τα απολύτως βασικά για τους θετούς γιους σου, δεν είναι πολλά τα χειρότερα που μπορεί να σου τύχουν.

Εξηγήσου.

Να ’χα λαιμό, να ’χα πνευμόνια να πάρω ανάσα. Να ’χα δάκρυα να χύσω. Αλλά γιατί;

Η Λευκίππη είναι μια σχετικά ταπεινής καταγωγής ευγενής που είχε την ατυχία να ερωτευτεί τον διάδοχο του άντρα σου. Ίσως να ξέρεις, ίσως να μην ξέρεις πώς είναι ο έρωτας, λένε όμως ότι μπορεί να σε κάνει να χάσεις ολότελα το μυαλό σου, να τυφλωθείς, να μη βλέπεις τι γίνεται μπροστά στα μάτια σου. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη δύστυχη Λευκίππη, που ο πολυχρονεμένος μας πρίγκιπας δεν σκοπεύει να παντρευτεί ποτέ, αλλά έχει βρει στο πρόσωπό της κάτι για να περνάει την ώρα του – ένα παιχνίδι, θα μπορούσες να πεις. Γιατί έτσι ακριβώς την έχει∙ σαν παιχνίδι του. Και δεν είναι καν το πώς της φέρεται, δεν είναι καν το ότι την πασάρει στους φίλους του μερικές φορές για να το διασκεδάσει. Είναι που φοβάται πως κάποια στιγμή θ’ ανοίξει τα μάτια της. Έτσι και προλάβει να φύγει, θα την κυνηγήσει μέχρι τις εσχατιές του κόσμου. Έτσι και δεν φύγει, θα καταλήξει η χήρα ενός ζωντανού, που θα τον εκλιπαρεί για ένα μονάχα βλέμμα προς το μέρος της. Μα ούτε αυτό είναι. Είναι το τι σχεδιάζει να της κάνει για να μη συμβεί τίποτε απ’ όλα αυτά∙ για να μην ξυπνήσει κάποια στιγμή και μάθει ο κόσμος τα καμώματά του.

Πολύ μιλάς σήμερα, πνεύμα μου. Δεν σ’ έχω ξανακούσει έτσι. Γιατί δεν μου λες τι συμβαίνει τελικά;

Την ακούω και συνειδητοποιώ αμέσως πως έχει δίκιο. Εγώ ποτέ δεν γυροφέρνω την απάντηση όπως παίζει η μοβόρα γάτα με το ποντίκι – υπάρχω μονάχα για να απαντάω. Γιατί δεν λέω αυτό που πρέπει να πω, να τελειώνουμε;

Και τότε σκέφτομαι πως ίσως τελικά κάποιο ψήγμα ανθρωπιάς υπήρχε και παραμένει ακόμα μέσα μου.

Θα τη στείλει στο Τάγμα της Σιωπής, λέω. Θέλει δεν θέλει. Αν κι έτσι όπως είναι η Λευκίππη τώρα, φοβάμαι πως θα κάνει ό,τι ακριβώς της ζητήσει.

Η βασίλισσά μου γλείφει τα κομματιασμένα της χείλη, μα η γλώσσα της δεν υγραίνει τίποτα. Θέλω να της πω να σταματήσει να το κάνει αυτό, ν’ αρχίσει να πίνει νερό κανονικά, ότι δεν ωφελείται κανείς από τη δική της τη δίψα, μα σωπαίνω. Δεν είναι η θέση μου να δίνω τέτοιες συμβουλές. Δεν με ρώτησε.

Τα κρωξίματα κι οι στριγκλιές απέξω δυναμώνουν, και στο παράθυρο απέναντί μου πιάνει μια θύελλα από μαύρα πούπουλα. Το δωμάτιο σκοτεινιάζει κι άλλο. Η κυρά μου το προσέχει. Γλείφει πάλι τα χείλη της, ψάχνοντας λίγο σάλιο για να μη ματώσει το στόμα της.

Πνεύμα σκλαβωμένο, λέει με ξερή και άνυδρη φωνή. Ξέρεις ποιος το άρχισε όλο αυτό; Ποιος έριξε τους πεθαμένους στο ποτάμι, ποιος φαρμάκωσε τα νερά;

Όλα τα ξέρω, κυρά μου, θέλω να της πω, αλλά πρέπει να απαντήσω μόνο στην ερώτησή της.

Ξέρω, αποκρίνομαι. Και της λέω.

Να ’χα μονάχα λίγη συμπόνια να σε παρηγορήσω.

Λες καμιά φορά πως κάποιον τον έχεις ικανό για όλα, αλλά ποτέ δεν το εννοείς στ’ αλήθεια. Ναι, τον είχε ικανό για όλα – νόμιζε. Μα όχι και γι’ αυτό.

Το κεφάλι της είναι πλημμυρισμένο από σκέψεις θανάτου – είτε είναι θάνατος για εκδίκηση είτε για παρηγοριά, είτε γιατί μόνο δεν γίνεται αλλιώς. Γυρίζει, κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Στρώνει τη μαύρη φορεσιά της. Τυλίγει τα μαλλιά της με το τελετουργικό κεφαλομάντηλο. Πηγαίνει ως τη βρύση, γεμίζει ένα ποτήρι νερό και το πίνει μονορούφι.

Τη ζωή δεν την αγάπησε ποτέ, μα ούτε και τον θάνατο. Και τι απομένει τότε; αναρωτιέται. Σηκώνει τα δυο της χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, σαν να τα ζυγιάζει∙ στο αριστερό η ζωή, στο δεξί ο θάνατος. Αισθάνεται το δεξί να βαραίνει, σχεδόν να μη μπορεί να το κρατήσει άλλο υψωμένο. Ας γίνει έτσι, λοιπόν. Έρχονται στιγμές που η ζωή δεν έχει πια καμία λύση να δώσει.

Τυλίγεται με μια σάρπα, βγαίνει στη σκάλα, που το φως της μυρίζει γκάζι και λάδι. Ο ουρανός κατασκότεινος, τα πουλιά αμέτρητα, το φαρμάκι τους παντού. Ο μαύρος αέρας παγερός. Διασχίζει τη μικρή πράσινη έκταση μέχρι τους στάβλους της. Δεν ξέρει πια τι ώρα είναι, αν είναι νύχτα ή μέρα, αν είναι γιορτή, δεν ξέρει τίποτα. Αρχίζει και φωνάζει μέχρι που ο ιπποκόμος εμφανίζεται τρίβοντας τα μάτια του.

Βασίλισσά μου, λέει, και υποκλίνεται μέχρι που το μέτωπό του να αγγίξει τα γόνατά του.

Ας αφήσουμε τις τυπικότητες, του λέει. Δείχνει με το βλέμμα έναν πάγκο κοντά στην περίφραξη. Κάτσε εδώ να τα πούμε λίγο.

Ο δύστυχος τα χάνει, δεν ξέρει αν πρέπει ν’ απαντήσει, αν πρέπει να υπακούσει, δεν ξέρει καν πώς να χειριστεί το κορμί του.

Κάτσε, του ξαναλέει, και τελικά την ακολουθεί.

Η βασίλισσα στα μαύρα μένει λίγες στιγμές αμίλητη. Κοιτάζει τον ουρανό∙ πόσο καιρό έχει να τον δει στ’ αλήθεια; Ακόμα και πίσω απ’ το μαύρο σύννεφο των κακότυχων πτηνών, είναι εκεί, το ξέρει∙ μυρίζει το άρωμα του πεύκου και του υγρού τριφυλλιού ανακατεμένο με τη βαριά μυρωδιά της κοπριάς∙ ακούει τις φωνές των νεκροπουλιών και τον απαλό αέρα ανάμεσα στα δέντρα∙ ακόμα και η φαρμακερή δροσιά που έρχεται απ’ το ποτάμι είναι χάδι στο πρόσωπό της. Αισθάνεται να καθαρίζει από τα μέσα, θλίψη, αδικία, οργή, αδειάζουν όλα σαν το φράγμα να σπάει, ξεχύνονται ορμητικά και χάνονται στα δέντρα, στο χώμα, στο γρασίδι, στον αέρα, στον μαύρο ουρανό.

Μονάχα ο θάνατος δεν λέει να κουνηθεί από τη θέση του.

Σου ζητώ συγγνώμη, λέει στον ιπποκόμο δίπλα της. Τόσο καιρό εδώ, και δεν σ’ έχω ρωτήσει καν το όνομά σου.

Κάσσανδρος, λέει εκείνος, σχεδόν από μέσα του, με το βλέμμα στα γόνατα.

Εμένα με λένε Φρύνη. Τουλάχιστον έτσι με φώναζαν κάποτε. Όταν είχα ακόμα όνομα.

Όταν δεν ήξερα πως ο πατέρας μου είναι τέρας, σκέφτεται. Όταν η μάνα μου είχε ακόμα μια σπίθα ζωής μέσα της. Όταν τ’ αδέρφια μου ήταν αδέρφια, γιοι και κόρες, όχι εχθροί και εμπορεύματα.

Ο Κάσσανδρος δεν τη ρωτάει τι εννοεί. Κάθεται μονάχα εκεί αμήχανος, οι αντίχειρές του γυροφέρνουν ο ένας τον άλλον.

Ξέρεις τι είναι το Τάγμα της Σιωπής; τον ρωτάει τότε, χωρίς άλλες περιστροφές.

Εκείνος δείχνει να αιφνιδιάζεται. Σαν κάτι άλλο να περίμενε – ή, τουλάχιστον, να προσδοκούσε.

Κάτι έχω ακούσει, ξεκινάει. Η φωνή του ίσα που ακούγεται, τα μάτια του δεν ξεκολλούν από τα γόνατά του. Κάτι καλόγριες που δεν μιλάνε ποτέ. Ή κάτι τέτοιο.

Που δεν μιλάνε ποτέ. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να το πεις. Θα έβαζε τα γέλια, αλλά δεν θέλει να τον προσβάλει.

Ξέρεις γιατί δεν μιλάνε;

Φαντάζομαι πως είναι κάποιο δείγμα της αφοσίωσής τους στον Πλάστη. Κάπως έτσι. Ζητώ συγγνώμη, ποτέ μου δεν τα πήγαινα καλά με όλα αυτά τα εκκλησιαστικά.

Ο Κάσσανδρος σηκώνει το κεφάλι, τολμάει για λίγες στιγμές να την κοιτάξει. Του χαμογελάει∙ ελπίζει μονάχα ο θάνατος που την έχει ποτίσει ολόκληρη να μη φτάνει ως τα μάτια της.

Καλέ μου, του λέει, δεν είναι τόσο αθώα τα πράγματα. Κι εγώ είμαι καλόγρια – κοσμοκαλόγρια, για την ακρίβεια. Αλλά ποτέ δεν θα ενθάρρυνα κορίτσι να πάει σ’ αυτές. Το Τάγμα της Σιωπής είναι περιβόητο. Οι καλόγριες δεν μιλάνε γιατί, μόλις οι κοπέλες σταματήσουν να είναι δόκιμες και είναι έτοιμες να πάρουν το χρίσμα και να γίνουν μοναχές, τους κόβουν τη γλώσσα απ’ τη ρίζα. Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται κάτι τέτοιο να δείχνει αφοσίωση στον Πλάστη.

Ο Κάσσανδρος ψάχνει κάτι να πει. Κρατάει το κεφάλι ψηλά, αλλά κοιτάζει πέρα μακριά, προς το δάσος και τους χαλικόδρομους για τα ατμοκίνητα που το απλώνονται σαν γιγάντιος ιστός αράχνης στο εσωτερικό του.

Συγχώρεσέ με, βασίλισσα, δεν το γνώριζα.

Δεν σ’ εξετάζω, καλέ μου. Κι ίσως να ήταν καλύτερο για σένα να μην το μάθαινες ποτέ. Γιατί με κάτι τέτοια κλονίζεται η πίστη σου στην ανθρωπότητα. Αλλά δεν θα έκανες ό,τι περνούσε απ’ το χέρι σου για να σώσεις μια άτυχη και αθώα κοπέλα από μια τέτοια μοίρα;

Ξέρω τα πάντα. Βλέπω τα πάντα. Μέσα στο μυαλό των ανθρώπων μπορεί να μην έχω καταφέρει ακόμα να μπω, μα τη βασίλισσά μου την έχω μάθει πια πολύ καλά. Καταλαβαίνω τι σημαίνει η κάθε της χειρονομία, η κάθε ανάσα, το κάθε σήκωμα των φρυδιών.

Η βασίλισσά μου κάθεται σ’ έναν πάγκο έξω απ’ τον στάβλο. Δίπλα της είναι ο ιπποκόμος της. Ο δύστυχος θα έκανε οτιδήποτε του ζητούσε για να την ευχαριστήσει – αλλά όχι αυτό. Σε παρακαλώ, βασίλισσα, όχι αυτό.

Η κυρά μου βγάζει από τον μαύρο μανδύα της ένα χαρτί με τη βασιλική σφραγίδα. Πάρε ένα από τα ατμοκίνητα του συζύγου μου. Δεν θα του λείψει. Αν σου πει κανείς κάτι, δείξ’ του αυτό, του λέει.

Βασίλισσά μου – κάνει ο μικρός.

Άκουσέ με πρώτα. Σκέψου το. Δεν σε διατάζω. Δεν μ’ αρέσουν οι διαταγές. Μονάχα άκουσε και αναλογίσου μήπως έχω δίκιο κι ο θάνατος καμιά φορά είναι μια κάποια λύση. Ίσως όχι η καλύτερη, αλλά συχνά η μόνη.

Ο νεαρός έχει καρφώσει τη ματιά του στο χώμα και δεν τολμάει να τη σηκώσει.

Θα βρεις τη Λευκίππη. Εσύ κυκλοφορείς στο παλάτι, θα ξέρεις καλύτερα πού είναι και ποια ώρα. Θα της πεις ότι ο αρραβωνιαστικός της σε διέταξε να την πας μια βόλτα με το ατμοκίνητο. Πως υπάρχει κάτι που θέλει να δεις. Θα οδηγήσεις το ατμοκίνητο όσο πιο μακριά γίνεται. Κι όταν της πεις φτάσαμε, όταν ανοίξει την πόρτα και κατέβει, θα της δώσεις να πιει απ’ αυτό το νερό. Θα έχει διψάσει μετά από τόσο δρόμο. Μια γουλιά και μόνο αρκεί. Δεν θα πονέσει, δεν θα το καταλάβει, δεν θα προλάβει να σκεφτεί τίποτα. Θα είναι σαν να πέφτει για ύπνο – μόνο που αυτός ο ύπνος θα είναι για πάντα.

Φέρνει προσεκτικά τα δάχτυλά της κάτω απ’ το σαγόνι του, του σηκώνει το κεφάλι απαλά και τον γυρίζει προς το μέρος της.

Θα το κάνεις, Κάσσανδρε; Θα σώσεις το δύστυχο κορίτσι από μια τόσο φρικτή μοίρα;

Εκείνος γνέφει.

Βασίλισσά μου. Γιατί βάζεις άλλους να κάνουν τις δικές σου δουλειές; Ο μικρός είναι τρελά ερωτευμένος μαζί σου, θα κάνει ό,τι του ζητήσεις, μα είναι αδύναμος. Δεν το βλέπεις; Δεν έχει το θάρρος να κάνει κάτι τέτοιο. Θα σκεφτεί ότι αν την οδηγήσει κάπου μακριά και της πει τι συμβαίνει, αυτό αρκεί. Πως θα την έχει σώσει. Δεν ξέρει από ανθρώπινη κακία, κυρά μου και αφέντρα μου. Δεν θα της δώσει ποτέ το νερό.

Αν είχα βούληση δικιά μου, θα σου τα είχα πει όλα αυτά από πολύ πιο πριν. Μα δεν με ρώτησες, κυρά μου, δεν με ρώτησες.

Ο Κάσσανδρος γυρίζει στο παλάτι ξέπνοος. Η βασίλισσα είναι καθισμένη στον πάγκο και τον περιμένει∙ θα ’λεγες πως δεν έχει κουνηθεί καθόλου από τότε που μίλησαν, πως τον περιμένει μερόνυχτα ολόκληρα ξάγρυπνη, νηστική, ανήσυχη. Την πλησιάζει αμίλητος. Εκείνη σηκώνεται και τον κοιτάζει περιμένοντας μια λέξη, κάτι. Ο Κάσσανδρος ρίχνει αμέσως το βλέμμα στα πόδια του, βγάζει από την τσέπη του ένα κομμάτι μπλε ύφασμα και της το δίνει.

Από το φόρεμά της, λέει. Για να τη θυμάσαι, βασίλισσά μου.

Να είσαι σίγουρος πως δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Συγγνώμη που σ’ έβαλα να το κάνεις αυτό. Μα εγώ δεν μπορώ ούτε το πόδι μου να πατήσω έξω απ’ το παλάτι.

Εκείνος δεν μιλάει. Με σκυμμένο το κεφάλι, προχωράει προς το μικροσκοπικό σπιτάκι που φυτρώνει στο πλάι του στάβλου.

Η βασίλισσα στα μαύρα μένει και τον παρακολουθεί που απομακρύνεται. Ξέρει πως τον πλήγωσε. Ξέρει πως πιθανότατα δεν θα μπορέσει να του ξαναζητήσει τίποτα. Όπως ξέρει όμως κι ότι ο νεαρός ιπποκόμος θα παραμείνει αφοσιωμένος σ’ αυτή, ό,τι και να συμβεί.

Λίγο χρόνο χρειάζεται, λέει στον εαυτό της. Λίγο χρόνο. Συγγνώμη, καλέ μου, ψιθυρίζει.

Ανεβαίνει πάλι στα διαμερίσματά της. Οι σκιές απ’ τις γκαζόλαμπες τρεμουλιάζουν μακάβρια στους τοίχους. Χορεύουν. Χορεύουν ένα danse macabre, ένα Totentanz, έναν χορό θανατερό. Δεν τον ξεφορτώνεσαι έτσι εύκολα τον θάνατο άμα χωθεί στο κεφάλι σου. Κι άλλωστε, η δουλειά της κοσμοκαλόγριας δεν τελειώνει με ένα κορίτσι.

Δεν είναι να γεννιέσαι κορίτσι στον κόσμο τούτο, της είχε πει κάποτε η μάνα της. Ίσως και σε κανέναν άλλο.

Ξέρω τα πάντα. Βλέπω τα πάντα. Όμως δεν μπορώ να πω τίποτα αν δεν με ρωτήσουν.

Μα δεν τα λέω σωστά. Βλέπω τα πάντα που συμβαίνουν στο βασίλειο τούτο. Παραπέρα δεν μ’ ενδιαφέρει να κοιτάξω. Ξέρω τα πάντα γι’ αυτό. Μα για τον εαυτό μου δεν ξέρω τίποτα. Χίλια χρόνια είναι πολύς καιρός. Ιδίως αν τα μισά απ’ αυτά τα έχεις περάσει μες στην παραφροσύνη. Για ένα πράγμα όμως είμαι πλέον σίγουρος: ήμουν άνθρωπος κάποτε.

Η κυρία μου μπαίνει με αργά βήματα στην κάμαρη όπου με κρύβει, εκεί όπου καμιά υπηρέτρια και καμιά καμαριέρα δεν πατάει ποτέ το πόδι της. Δείχνει αποκαμωμένη, άυπνη. Τα χείλη της έχουν πάλι ραγίσει, το πρόσωπό της ξερό, σαν χαρτί.

Μου έχει λείψει η βασίλισσά μου. Δεν μ’ επισκέπτεται τόσο συχνά πια. Καταλαβαίνω ότι χρειάζεται λίγο χρόνο να χωνέψει τα όσα έγιναν. Αυτά που νομίζει ότι έγιναν, τέλος πάντων.

Με πλησιάζει, απλώνει το χέρι της και σκουπίζει τη σκόνη απ’ το γυαλί μου. Μόνο να ’χα δέρμα να το νιώσω. Η θολωμένη και αυχμηρή ομορφιά της πλημμυρίζει το δωμάτιο, έτσι που δεν μπορείς να κοιτάξεις αλλού. Κι ύστερα μιλάει.

Πνεύμα μου σκλαβωμένο, λέει, κι ακούγεται πιο κουρασμένη, πιο απελπισμένη από ποτέ. Πες μου, ποια είναι τώρα η πιο άτυχη σε τούτο το βασίλειο;

Μονάχα να με είχες ρωτήσει νωρίτερα, κυρά μου.

Η Λευκίππη, της λέω. Γιατί δεν έχει πεθάνει, όπως νομίζεις τόσο καιρό. Του ιπποκόμου σου δεν του πήγαινε η καρδιά. Την άφησε σε μια ερημιά στ’ ανατολικά, εκεί που τελειώνει το δάσος.

Της δίνω χρόνο να το αφήσει να κατακάτσει μέσα της. Η ανάσα της επιταχύνεται, βαραίνει – μα μόνο για λίγο.

Δύστυχε Κάσσανδρε, λέει, πιο πολύ στον εαυτό της. Εγώ φταίω.

Εσύ φταις, πρέπει να της πω, αλλά δεν ήταν ερώτηση αυτή.

Πού είναι τώρα η Λευκίππη; με ρωτάει. Τι κάνει;

Ζει σ’ ένα σπίτι που το ’χουν ένα τσούρμο ανθρακωρύχοι. Τους καθαρίζει, τους μαγειρεύει. Σε αντάλλαγμα την αφήνουν να μένει εκεί. Δεν την έχουν πειράξει, αν σκέφτεσαι κάτι τέτοιο, αλλά οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα πουλούσαν και τη μάνα τους έτσι και τους έταζε κάποιος χρήματα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα.

Η βασίλισσά μου σκύβει το κεφάλι. Η βασίλισσά μου δεν έχει ξανασκύψει ποτέ το κεφάλι. Μπορεί και να έκλαιγε αν της είχαν μείνει δάκρυα, και η βασίλισσά μου δεν κλαίει ποτέ.

Ας με ρωτούσε.

Ξέρω τα πάντα. Μπορώ να αποδειχθώ πολύτιμος βοηθός, αρκεί να μου κάνει κανείς τις σωστές ερωτήσεις. Αρκεί κανείς ν’ αμφιβάλλει διαρκώς για όλα – ακόμα και για τον ίδιο του τον εαυτό. Μα η βασίλισσά μου ενηλικιώθηκε τόσο απότομα και σφυρηλάτησε τόσο γρήγορα και με τόση μανία γύρω της εκείνο το αδιαπέραστο καβούκι, που δεν αφήνει τον εαυτό της να αμφιβάλει στιγμή για τις αποφάσεις της. Κι έτσι δεν με ρώτησε ποτέ αν ο θάνατος είναι η μόνη λύση. Δεν με ρώτησε τι θα μπορούσε να κάνει. Δεν με ρώτησε τι γνώμη έχω για τον αναθεματισμένο τον μαύρο μανδύα της.

Κοσμοκαλόγριες υπάρχουν πολλές. Ένα σωρό τάγματα, ομολογίες, αιρέσεις, παρακλάδια. Όλες φοράνε μαύρα. Έτσι δεν μπήκε ποτέ κανείς στον κόπο να μάθει σε ποιο τάγμα απ’ όλα ανήκει η κυρά μου.

Το τάγμα της δεν έχει όνομα∙ ή μάλλον, έχει τόσο πολλά ονόματα, που είναι αδύνατο να τα προφέρει κανείς. Ελένη, Καλυψώ, Πηνελόπη, Κίρκη, Μήδεια, Κλυταιμνήστρα, Ιππολύτη, Περσεφόνη, Αντιγόνη. Άννα Μπολέιν, Μαίρη Σέλεϊ, Φραγκογιαννού. Γοργώ, Μέδουσα. Σκύλλα. Τα ονόματα όλων των γυναικών που αδικήθηκαν ποτέ, στην ιστορία ή στον μύθο. Όλων των γυναικών που, αν ήξεραν τι τις περίμενε, θα προτιμούσαν να είχαν πεθάνει παρά να το περάσουν.

Ή τουλάχιστον αυτό λέει το δόγμα τους.

Ξέρω τα πάντα, κι όμως δεν μπορώ να πω αν έχουν δίκιο ή άδικο. Στο πρώτο άκουσμα φαντάζομαι ότι ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα ανατριχιάσει, θα έρθουν στον νου του οι παλιοί ασασίνοι και οι μισθοφόροι. Εγώ όμως δεν είμαι συνηθισμένος και δεν ξέρω καν αν είμαι ή αν ήμουν κάποτε άνθρωπος. Κι έτσι αναρωτιέμαι πού και πού, μήπως τελικά κάποιες φορές είναι η λύση; Ή μήπως τελικά ό,τι έχει απομείνει από την ανθρώπινη φύση μου, με όλες του τις αδυναμίες, έχει αρχίσει και παίρνει το πάνω χέρι;

Υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει στο παλάτι; με ρωτάει.

Όχι, λέω. Ο υπηρέτης σου της τα είπε όλα. Δεν ήθελε να τον πιστέψει στην αρχή, μα τελικά πείστηκε.

Αυτό δεν σημαίνει όμως πως ο λατρεμένος μας πρίγκιπας δεν θα την αναζητήσει. Κι αυτό η κυρά μου δεν χρειάζεται να το ρωτήσει.

Δεν λέει τίποτε άλλο. Πάει σε ένα διπλανό δωμάτιο. Από διακριτικότητα αποστρέφω το βλέμμα μου. Όταν βγαίνει από κει, είναι αγνώριστη. Πλουμιστά ρούχα και ροδοκόκκινο δέρμα, να κρύβει τη χλομάδα της ομορφιάς της, μαλλιά ανοιχτόχρωμα. Μόνο τα μάτια της μαρτυρούν ποια είναι, αλλά λίγοι έχουν τολμήσει να την κοιτάξουν κατάματα – κι ακόμη λιγότεροι έχουν δει ό,τι έχω δει εγώ εκεί μέσα.

Κατεβαίνει προς τον στάβλο. Στη μέση της σκάλας στέκεται και χαζεύει τις σκιές που χοροπηδούν σαν μαριονέτες στα χέρια τρελού στον τοίχο.

Βγαίνει στο ύπαιθρο. Η σκιά που ρίχνουν τα νεκροπούλια σαν να της δίνει πίσω κάτι από την ομορφιά που με τόσο κόπο έχει κρύψει. Κι όταν κάποια απ’ αυτά αρχίζουν και κρώζουν, σχεδόν χαμογελάει. Πιάνει ένα από τα πούπουλα που πέφτουν βροχή και το πλέκει στα μαλλιά της.

Φωνάζει τον ιπποκόμο. Δεν χρειάζεται να του εξηγήσει τίποτα. Δεν χρειάζεται να τον πείσει πως είναι αυτή που λέει. Αυτός έχει κοιτάξει εκεί μέσα. Αυτός ξέρει.

Καβαλάει τη φοράδα της και καλπάζει όπως δεν την έχω ξαναδεί ποτέ.

Ξέρω τα πάντα. Και λέω πάντα την αλήθεια. Δεν με νοιάζει αν πονάει, αν κάποιον θα βλάψει, αν θα οδηγήσει κάποιον στην τρέλα. Δεν με νοιάζει, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Η αλήθεια είναι αυτή που είναι. Το τι θα κάνει στο ανθρώπινο μυαλό δυστυχώς δεν μπορώ να το ελέγξω.

Η βασίλισσά μου το καταλαβαίνει αυτό. Γι’ αυτό σκέφτομαι πως ίσως και να έχει τρελαθεί λίγο. Όχι για τη Λευκίππη, όχι για τον διάδοχο. Αυτά τα πράγματα τα γνωρίζει, τα έχει ζήσει, ξέρει ότι συμβαίνουν. Αλλά φοβάμαι πως ο νους της κλονίστηκε όταν με ρώτησε ποιος φαρμάκωσε τα νερά – αν και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί. Έμαθε πολύ καλά πριν από πάρα πολλά χρόνια για τι είναι ικανός ο πατέρας της.

Μα δεν με ρώτησες ποτέ για τα κίνητρά του, αρχόντισσά μου. Μόνο κάθισες κι έβαλες χίλια δυο με τον νου σου.

Ξέρω τι σημαίνει το κάθε σου βλεφάρισμα, η κάθε σου ανάσα, το κάθε στράβωμα των χειλιών. Ξέρω πως σκέφτηκες ότι ο πατέρας σου τα έκανε όλα για να σε βλάψει γιατί πάντοτε σε μισούσε που ήσουν ξύπνια και δεν πήγαινες με τα νερά του, κι άλλωστε δεν είχε αγαπήσει ποτέ του κανέναν στη ζωή του. Μα δεν είναι έτσι, βασίλισσα. Συγχώρα με που θα το πω, αλλά δεν γυρίζει γύρω από σένα ο κόσμος∙ ούτε καν το μίσος του πατέρα σου. Δεν τα έχεις μάθει όλα. Δεν τα καταλαβαίνεις όλα. Κάποια πράγματα είναι ισχυρότερα ακόμα κι απ’ το μίσος – ακόμα κι απ’ το δικό του μίσος. Μα η πολιτική με κουράζει. Νομίζω δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω πού το πάω.

Αλλά δεν με ρώτησες. Κι έτσι θόλωσε το μυαλό σου ολότελα. Θυμήθηκες τα μικρότερα αδέρφια σου. Μη με ρωτάς πού το έμαθα∙ ξέρω τι σημαίνει η κάθε σου ανάσα. Κι ο θάνατος φάνταζε πια η μόνη λύτρωση.

Το σπίτι δεν είναι δύσκολο να το βρεις∙ στέκεται μονάχο του στην ερημιά, ένας κακοσχηματισμένος, λιμασμένος ασκητής. Το να φτάσεις μέχρι εκεί χωρίς ατμοκίνητο είναι άλλη υπόθεση.

Μα εσύ, με τη φοράδα σου ξελιγωμένη, να τρέμει σύγκορμη, διψασμένη, τα καταφέρνεις. Είναι χαράματα. Σε λίγο οι ανθρακωρύχοι θα ξεκινήσουν για τη δουλειά. Αφήνεις τη φοράδα πίσω από έναν βράχο, μακριά απ’ το σπίτι, βρίσκεις ένα σύθαμνο ασπαλάθια, γονατίζεις και περιμένεις.

Όταν έχει φύγει πια και ο τελευταίος ανθρακωρύχος, κάθεσαι και κάνεις υπομονή άλλο τόσο, να βγει ο ήλιος. Εδώ τα πουλιά αραιώνουν, ο ουρανός ξανοίγει∙ μα ούτε αυτό αρκεί για να λοξοδρομήσει πια ο νους σου. Έπειτα σηκώνεσαι. Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα – το πρόσωπό σου είναι γεμάτο σκόνη, τα ρούχα σου λασπωμένα και τριμμένα.

Χτυπάς την πόρτα κι εμφανίζεται μια κοπέλα ούτε είκοσι χρονών. Ξέρεις πως είναι η Λευκίππη γιατί σ’ το έχω πει εγώ, κι εγώ δεν μπορώ παρά να πω την αλήθεια.

Ταξιδιώτισσα είμαι, λες. Δεν άντεξε το άλογό μου, έμεινε στον τόπο εδώ στην ερημιά. Μπορείς να με βοηθήσεις, καλή μου;

Εκείνη δείχνει να το σκέφτεται.

Δεν έχω άλογο να σου δώσω, λέει. Κι εκείνοι που μένουν εδώ δεν μ’ αφήνουν να βάζω κόσμο στο σπίτι.

Λίγο νερό μονάχα. Λίγο νερό και λίγη δροσιά. Κι έπειτα θα φύγω.

Μένει να το συλλογίζεται για λίγο κι ύστερα παραμερίζει.

Μία ώρα μονάχα, λέει.

Σ’ ευχαριστώ, της λες. Και μόλις η πόρτα κλείσει πίσω σας, της μπήγεις το στιλέτο σου κατάστηθα. Θα πονέσει για λίγες μόνο στιγμές.

Εκείνη σπαρταράει στα χέρια σου, εσύ της χαϊδεύεις τα μαλλιά, της λες να ησυχάσει. Τέλειωσαν όλα, της ψιθυρίζεις. Όλα. Κανείς δεν θα σ’ αναζητήσει πια. Δεν μπορούν να σου κάνουν τίποτα.

Μόλις πάψει ν’ ανασαίνει, ανοίγεις την πόρτα, βγαίνεις, την κλείνεις πίσω σου. Γρήγορα, πριν εμφανιστεί η πριγκιπική φρουρά. Περπατάς κάμποση ώρα κάτω απ’ τον ήλιο, φτάνεις στον βράχο όπου έχεις αφήσει τη φοράδα σου. Φύγε, της λες. Είσαι ελεύθερη. Και της δίνεις μια καμτσικιά στα καπούλια. Με όσες δυνάμεις τού απομένουν, το ζώο τρέχει μακριά σου. Κάθεσαι στη λιγοστή σκιά του βράχου.

Ξέρω κάθε σου ανάσα, κάθε ανοιγόκλεισμα των ματιών σου. Μα αυτό δεν το έχω ξαναδεί. Δεν ξέρω τι είναι. Βασίλισσά μου, τι θα κάνεις τώρα;

Πιάνεις το στιλέτο και σκίζεις τον λαιμό σου πέρα ως πέρα.

Ξέρω τα πάντα. Βλέπω τα πάντα. Τα πάντα, εκτός απ’ τον εαυτό μου.

Ήμουν άνθρωπος κάποτε. Κανείς ποτέ δεν θα μου πει τι μου συνέβη. Πια είμαι δυο μάτια και δυο αυτιά. Ένα στόμα που απαντά μόνο σε ό,τι το ρωτήσουν. Ένας νους θολωμένος και χαμένος.

Μα κάποτε είχα κι εγώ την αρχόντισσά μου. Τη βασίλισσά μου. Κι αν εκείνη δεν ζει πια, θα υπάρχει για πάντα μέσα μου. Μου χάρισε μια ανάμνηση. Μια ανάμνηση που μόνο πόνο μπορεί να φέρει, μα έχω κάτι επιτέλους να θυμάμαι ύστερα από χίλια χρόνια.

Δεν ξέρω τι θ’ απογίνω. Κανείς δεν έχει μπει στην κάμαρή μου εδώ και καιρό. Φαντάζομαι πως θα με βρουν κάποια στιγμή. Θα καταλάβουν τι είμαι; Ελπίζω πως όχι. Θα με ξεφορτωθούν, μαζί με όλα τα υπάρχοντα της νεκρής τους βασίλισσας; Μπορεί. Μα δεν φοβάμαι. Δεν γίνεται να πάθω τίποτα.

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιμένω εδώ ή όπου αλλού καταλήξω μέχρι να βρεθεί η νέα μου αφέντισσα. Οι άντρες δεν με κάνουν ποτέ κέφι. Ως τότε, θα έχω κάτι να σκέφτομαι. Κάτι να θυμάμαι.

Ποιος ξέρει. Αν μαζέψω αρκετές αναμνήσεις, ίσως κάποτε γίνω άνθρωπος και πάλι.

Κύλιση στην κορυφή