Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Ελένη Βλάχου

Ανθολογία κουήρ βραζιλιάνικης ποίησης
Προς τη μετάφραση κουήρ λογοτεχνίας – Προς μία κουήρ μετάφραση λογοτεχνίας

I. Ανθολογία κουήρ βραζιλιάνικης ποίησης

Τα ποιήματα που θα διαβάσετε σε αυτήν τη γωνιά του αφιερώματος προέρχονται από τη Βραζιλία και εντάσσονται, το καθένα με τον δικό του τρόπο, στη σφαίρα της κουήρ ποίησης, κάνοντας μια αρχή για περαιτέρω μεταφράσεις και αναγνώσεις κουήρ λουσόφωνης λογοτεχνίας στα ελληνικά. Το κείμενο αυτό γράφεται με στόχο να πλαισιώσει τα ποιήματα, τα οποία λειτουργούν εν πάση περιπτώσει και χωρίς αυτό. (Μπορείτε να ξεκινήσετε την ανάγνωσή τους και τώρα.) Αν πάντως θελήσουμε να μιλήσουμε για την κουήρ ποίηση που γράφεται στα πορτογαλικά της Βραζιλίας, το πρώτο πράγμα που αξίζει να αναγνωριστεί είναι ο πλούτος της (και) στη Βραζιλία. Έστω ότι ακολουθούμε μια γραμμική, χρονολογική σειρά: θα διαπιστώσουμε ότι η κουήρ ποίηση έχει παρουσία αιώνων στα βραζιλιάνικα γράμματα, αφού ποιήματα με κουήρ θεματικές συναντάμε από τον 19ο αι., με χαρακτηριστικό το «Α um moçoilo» [Προς έναν νεανία], του μοναχού Ζουνκέιρα Φρέιρε (Junqueira Freire). Σε αυτό, ο Φρέιρε διατρανώνει την αλήθεια του έρωτά του [«Eu que te amo tão deveras»Εγώ που τόσο αληθινά σε αγαπώ] για έναν ξανθό νεαρό, θέτοντας το ερώτημα εάν αυτός ο έρωτας είναι ανόητος και μόνος του δίνοντας την απάντηση: ας είναι! μα είναι αληθινός. Είναι σημαντικό να τονιστεί η διαχρονική παρουσία της κουήρ ποίησης, τόσο για να μην προκύπτουν λανθασμένες εντυπώσεις πως πρόκειται για κάτι το μοντέρνο ή (ακόμα χειρότερα) παροδικό, όσο κι επειδή, λαμβάνοντας υπόψη τη διαχρονία της, μπορούμε ως μεταφράστριες και αναγνώστριες να προσεγγίσουμε το σύνολο της βραζιλιάνικης ποίησης με ανοιχτά μάτια και αυτιά προς τις κουήρ αποτυπώσεις της.

Γιατί η κουήρ ποίηση δεν ακολουθεί ένα μοναδικό τρόπο έκφρασης, ούτε χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό ρεύμα. Είναι πιο ακριβές να πούμε ότι η κουήρ εμπειρία διατρέχει τη βραζιλιάνικη ποίηση σε κάθε της μορφή (τόσο της εμπειρίας όσο και της ποίησης), αλλά και ότι με κουήρ θεματολογίες καταπιάνονται και ποιητές για τους οποίους δεν γνωρίζουμε εάν οι ίδιοι υπήρξαν κουήρ (ή γνωρίζουμε ότι δεν υπήρξαν). Για του λόγου το αληθές: Tο προαναφερθέν «A um moçoilo» εντάσσεται στον ρομαντισμό, το «Duas senhoras» [Δύο κυρίες]της παρούσας ανθολόγησης στο τρίτο ρεύμα του μοντερνισμού (και, χρονολογικά, η δημιουργός του, η Ρενάτα Παλοτίνι [Renata Pallottini], μπορεί να τοποθετηθεί και στη γενιά του ’45), η ποίηση του Κάιο Φερνάντο Αμπρέου (Caio Fernando Abreu) είναι δείγμα μεταμοντερνιστικής γραφής, και ο κατάλογος συνεχίζεται. Επόμενο είναι πως τα ποιήματα δεν ακολουθούν την ίδια μορφή: θα συναντήσουμε από σονέτα ως πεζολογικού χαρακτήρα ποιήματα, με όλα τα ενδεχόμενα για το ύφος της γραφής ανοιχτά. Ακόμα, με κουήρ θεματολογίες έχουν καταπιαστεί από μεγάλα ονόματα του λεγόμενου λογοτεχνικού «κανόνα», όπως ήταν ο –στρέιτ– κορυφαίος ποιητής Κάρλος Ντρουμόντ ντε Αντράντε (Carlos Drummond de Andrade) (που στη συλλογή του Claro Enigma [Σαφές αίνιγμα] εμπνέεται από τον μύθο της αρπαγής του Γανυμήδη από τον Δία και γράφει το «Rapto»[Αρπαγή]), αλλά και ο τρεις φορές τιμηθείς με Βραβείο Ζαμπουτί (το 1984, το 1989 και το 1996) Κάιο Φερνάντο Αμπρέου, ως και σύγχρονοι ποιητές, όπως η Ανζέλικα Φρέιτας (Angélica Freitas), ως και όποια, όποιος, όποιο το επιθυμεί –για αυτό το λόγο κι ένα από τα ποιήματα που θα διαβάσετε είναι γραμμένο από μια εικαστικό, την Ζακελίνι Αρασίντα (Jaqueline Arashida).

Αποφασίζοντας λοιπόν να μεταφράσω ελάχιστα από τα πολλά διαθέσιμα κουήρ ποιήματα προς τα ελληνικά, συνθέτοντας μια μικρή ανθολογία, κινήθηκα με βάση την επιδίωξη τα ποιήματα αυτά να καταδεικνύουν την πολυφωνία για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, αλλά και να καλύπτουν ευρύ φάσμα της κουήρ εμπειρίας. Συμπεριλήφθησαν, λοιπόν, ποιήματα ερωτικά, άλλα που αποτυπώνουν σκηνές από την καθημερινότητα, καταγραφές κουήρ πένθους, ποιήματα για την τρανς εμπειρία, αλλά ακόμα και στοχασμοί εκπεφρασμένοι από μια κουήρ θεσιακότητα. Συγκεκριμένα, το «Δύο κυρίες» της Ρενάτα Παλοτίνι στρέφει το βλέμμα σε μια σκηνή από την καθημερινότητα του ζευγαριού. Είναι δύο γυναίκες που μπορούμε μάλιστα να τις φανταστούμε μεγάλες σε ηλικία.

Στη συνέχεια, διαβάζουμε την Ανζέλικα Φρέιτας, η οποία χαρακτηριστικά γράφει μόνο με πεζά, κατά κύριο λόγο σε ελεύθερο στίχο και με μια ματιά που μπορεί να συνδυάζει την ειρωνεία με ένα παιχνιδιάρικο ύφος. Το ποίημα «επίλογος» εξελίσσεται, έχοντας ως βάση του μια σκηνή βγαλμένη σαν από όνειρο, σε κριτική στον φαλλογοκεντρισμό· το «η σόνια» εμπνέεται από μια πραγματική φωτογραφική σειρά του 1971. Η Κλάουντια Αντουζάρ (Claudia Andujar) φωτογράφησε τότε τη Σόνια, μοντέλο από τη Μπαΐα που είχε μετακομίσει στο Σάο Πάουλο. Μετά από τρεις ώρες φωτογράφησης και δέκα φιλμ, η φωτογράφος δεν έμεινε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα και, στη συνέχεια, αποφάσισε να επεξεργαστεί τις φωτογραφίες, χρησιμοποιώντας την τεχνική της διπλής έκθεσης, αλλά και φίλτρα που απέδιδαν ένα ελαφρύ ή και λιγότερο ελαφρύ γαλάζιο χρώμα στο τελικό αποτέλεσμα. Σε αυτή τη μορφή, οι 18 φωτογραφίες της Σόνια δημοσιεύτηκαν τον Ιούνιο του 1971 στο περιοδικό φωτογραφίας Revista de fotografia με τίτλο «Sônia», και κάποιες από αυτές είναι διαθέσιμες στον σύνδεσμο εδώ. Το ποίημα αυτό επελέγη για την τρυφερή του ματιά προς το γυναικείο σώμα, αδιαμεσολάβητη από την ανδρική οπτική γωνία. Τέλος, το «γυναίκα μετά» εντάσσεται στην ανθολόγηση αυτή ως πανηγυρικός της ευφορίας φύλου –όχι χωρίς σαρκασμό.

Τα επόμενα τρία ποιήματα είναι δηλώσεις κουήρ πένθους και κατονομάζουν τα άτομα για τα οποία πενθούν, ήδη από τον τίτλο τους. Το «Ανζελίτα» γράφτηκε για την Ανζελίτα Σέισας Άλβες Κορέια (Angelita Seixas Alves Correia), τρανς Βραζιλιάνα δασκάλα χορού που διέμενε στην Πορτογαλία και βρέθηκε νεκρή στην παραλία του Ματοζίνιος στο Πόρτο, τον Ιανουάριο του 2021. Το ποίημα αυτό το έγραψε η εικαστικός Ζακελίνι Αρασίντα, Βραζιλιάνα στην καταγωγή, που διαμένει στην Πορτογαλία, και το δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 13.1.2021. Οι ημερομηνίες της συγγραφής των ποιημάτων κρίθηκε άξιο λόγου να καταγραφούν, όπου ήταν διαθέσιμες, στο πλαίσιο μιας διατήρησης (κουήρ) αρχείου, και ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και στα τρία θρηνητικά ποιήματα της ανθολόγησης βρέθηκαν αυτές οι ημερομηνίες. Τα δύο ποιήματα του Κάιο Φερνάντο Αμπρέου μιλούν για τον Ρόμουλο, του ομώνυμου ποιήματος, αλλά και άλλους αγαπημένους του (βλ. «Όσα δάκρυα δεν έχυσα για τον Ρόμουλο»), θύματα του AIDS, από το οποίο έφυγε και ο ίδιος ο Αμπρέου το 1996. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αμπρέου ήταν πολυγραφότατος, έχοντας εκδώσει διηγήματα, νουβέλες, παιδική και νεανική λογοτεχνία, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, όχι όμως και ποιήματα. Το σύνολο του ποιητικού του έργου εκδόθηκε μόλις το 2012, με τίτλο Poesias nunca publicadas de Caio Fernando Abreu [Ανέκδοτα ποιήματα του Κάιο Φερνάντο Αμπρέου].

Ακολουθεί το ποίημα «Πρωινό ηλιοτρόπιο» του Μάριο ντε Αντράντε (Mário de Andrade). Ο Αντράντε υπήρξε ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους του πρώτου κύματος του βραζιλιάνικου μοντερνισμού, του οποίου η έναρξη τοποθετείται τυπικά το 1922. Η ομοφυλοφιλία του Αντράντε, αν και στα έργα του δεν απουσιάζει ως θεματική, παρέμεινε για χρόνια ηθελημένα αποσιωπημένη, καθώς τα τμήματα της αλληλογραφίας του με τον ποιητή Μανουέλ Μπαντέιρα (Manuel Bandeira), στα οποία μιλάει και για την ερωτική του ζωή, δεν είχαν δημοσιοποιηθεί. Το εν λόγω ποίημα, πάντως, είναι γραμμένο με μια αφιέρωση προς R.G. – το φύλο δεν καθίσταται σαφές. Εάν και αναγνώσεις του ανά τα χρόνια έχουν λάβει ως δεδομένο πως το άτομο αυτό είναι γυναίκα κι ότι το ποίημα μιλά για έναν κρυφό (απαγορευμένο;) όσο και παθιασμένο έρωτα μαζί της, το ίδιο το ποίημα κρατά κρυπτική στάση, μη δηλώνοντας, επίμονα, ως το τέλος, το φύλο και των δύο εραστών. Εάν σε αυτά προσθέσουμε τμήματα της αλληλογραφίας των δύο ποιητών που ήρθαν στη δημοσιότητα, και στα οποία συζητούσαν για το πώς θα βρουν «αινιγματικούς», υπαινικτικούς τρόπους εγγραφής του ομοφυλοφιλικού έρωτα στην ποίησή τους, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την κουήρ ανάγνωση του ποιήματος, που άλλωστε συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Poesia gay brasileira [Γκέι βραζιλιάνικη ποίηση]. Συμπεριλαμβάνουμε και εμείς εδώ το ερωτικό αυτό ποίημα, που καθιστά σαφές τον κουήρ χαρακτήρα της λογοτεχνίας, ακόμα κι όταν αυτή δεν κατηγοριοποιείται με την πρώτη ματιά ως κουήρ λογοτεχνία. Τέλος, η ανθολόγηση κλείνει με δύο ερωτικά ποιήματα του Αντόνιο Σίσερο (Antônio Cícero), των οποίων η στιβαρή ποιητική μορφή έρχεται σε απολαυστική διαστολή με το αισθησιακό και ταυτόχρονα απτά καθημερινό τους περιεχόμενο.

Για τον προσανατολισμό, στο πλαίσιο της αναζήτησης των ποιημάτων, καθοριστική ήταν η συμβολή της συλλογής Poesia gay brasileira και της έρευνας που εκπόνησαν για τη σύνθεσή της οι Αμάντα Μασάντο (Amanda Machado) και Μαρίνα Μόουρα (Marina Moura). Αποτελεί την πιο σύγχρονη ανθολογία κουήρ βραζιλιάνικης ποίησης, έχοντας κυκλοφορήσει το 2017, ενώ προϋπήρχε η συλλογή Poemas do amor maldito [Ποιήματα καταραμένου έρωτα], των Γκασπαρίνο Νταμάτα (Gasparino Damata) και Ουαλμίρ Αγιάλα (Walmir Ayala). Εκείνη η πρώτη ανθολογία, που κυκλοφόρησε το 1969, εν μέσω δικτατορίας, δεν κατονόμαζε το θέμα της στον τίτλο παρά μόνο μέσω δυσ-φημισμού (γιατί δεν βλέπω πώς στη σύγχρονη εποχή θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ευφημισμό τον «καταραμένο έρωτα»). Στα ελληνικά, σε αντίθεση με τις ολοένα και συχνότερες μεταφράσεις βραζιλιάνικης πεζογραφίας, η βραζιλιάνικη ποίηση παραμένει σχετικά άγνωστη ή πολύ σποραδικά μεταφρασμένη, με λίγες εξαιρέσεις, όπως είναι οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Λεονάρντου Τόνους από τον Νίκο Πρατσίνη που συμπεριλήφθηκαν στην ανθολογία Ο κόσμος του χθες, ο κόσμος του αύριο: 60 συγγραφείς μοιράζονται με το Φεστιβάλ ΛΕΑ κείμενα για την πανδημία (Καστανιώτης 2020), Το σφυρί της Αντελάιντε Ιβάνοβα (Adelaide Ivánova· μτφ. Peter Constantine & Σπύρος Πρατίλας, Τεφλόν 2020), η ανθολογία «Σύγχρονη βραζιλιάνικη ποίηση: Γυναίκες της φωτιάς» στο περιοδικό Τεφλόν (τχ. 26, 2022, μτφ. Σπύρος Πρατίλας), αλλά και μεταφράσεις μεμονωμένων ποιημάτων σε μπλογκ και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Εδώ αξίζει να κάνουμε μια ειδική αναφορά στο ποίημα «μακρινή κυριακή», του Λεονάρντο Τόνους, το πρώτο κουήρ βραζιλιάνικο ποίημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά (Χάρτης, τχ. 42, 2022, μτφ. Νίκος Πρατσίνης).

Η παρούσα ανθολόγηση μπορεί να διαβαστεί ως πρόσκληση για τις επόμενες, που ελπίδα μας είναι να μπορέσουν να στρέψουν τη ματιά και προς τις ιθαγενείς γλώσσες της Βραζιλίας, πέρα από τη λογοτεχνία που παράγεται στα πορτογαλικά.

⸙⸙⸙

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Ρενάτα Παλοτίνι (1931-2021)

ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ

Δύο κυρίες ανεβαίνουν τις σκάλες.
Ναι, είναι δύο, μα ομοιότητες δεν έχουν άλλες.
Λεπτή σαν το κρίνο και λευκή είναι η μία.
Μελαμψή, δεμένη κι ωραία η άλλη κυρία.
Ελαφριά, με σβελτάδα, η μια γρήγορα πάει,
Ενώ η άλλη πιο αργά, πιο κοντή και μεγάλη.
Και να που κι οι δυο στο ίδιο μέρος πηγαίνουν:
Με βιάση, να φτάσουν, μαζί ανεβαίνουν.
Για μία στιγμή, σταματούν και φιλιούνται.
Το ξέρουν, κανείς δεν τις βλέπει εκεί να φιλιούνται.
Και τι κι αν τις έβλεπε; Είναι μια και είναι τόσες
κι ευτυχούν, ερωμένες, ένοχες και αθώες.
Ένα φως ψάχνουν μόνο που θα είναι δικό τους:
τη σελήνη που βγαίνει και την αγάπη που νιώθουν.

(Το ποίημα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Poesia gay brasileira.)

⸙⸙⸙

Ανζέλικα Φρέιτας (1973-)

επίλογος

η γερτρούδη στάιν με κόμμωση κούρου
η άλις με μαύρα τσιγγάνικα μάτια
η τζόζεφιν μπέικερ, η τζούνα μπαρνς
οι πέντε μας στο δωμάτιο με τους καθρέφτες
εγώ ήμουν η άλις και η τζούνα η τζόζεφιν
η γερτρούδη στάιν ήταν η γερτρούδη στάιν ήταν η γερτρούδη στάιν
βγαίνοντας η γερτρούδη με τράβηξε απ’ το χέρι
και μου είπε πολύ τσατισμένη: καθόλου ωραίο δεν βρήκα
αυτό που δημοσίευσες στις εφημερίδες
θα με έλιωνε σαν τεθωρακισμένο της βέρμαχτ
αν δεν περνούσε από εκεί ο έζρα με την ευστροφία του
τι άχρηστο πράμα οι λεσβίες είπε
τα μάθατε τα νέα για τον μουσολίνι;

(Από τη συλλογή rilke shake.)

η σόνια

με αφορμή μια σειρά από φωτογραφίες της κλάουντια αντουζάρ

τίποτα λάθος

τα στήθη εκείνα
τα χέρια εκείνα

αν θέλει να ξέρει κανείς,
την κοιλιά, τα πλευρά, τον αφαλό

τα θελήσαμε
όλα τους

να θέλεις τα πόδια
μιας άλλης γυναίκας

ώστε μετά τον έρωτα
να γίνεις τετράποδη

θα πουν μερικοί
πως μόνο
αυτό μας έλειπε

τι να σκέφτεσαι
άραγε, γαλάζιο

των κλειστών ματιών
τι να συμβαίνει
μέσα σ’ αυτό το κεφάλι

Πες μου σε παρακαλώ
τι σκεφτόσουν
τα γνωστά

(μπανάνες, σαλάχια,
καρύδες, παραλίες)

όχι λεφτά

μπροστά σου
ξαπλωμένη έτσι
γυμνή

ένας άντρας θα ήξερε
ακριβώς τι να κάνει

και για αυτό ακριβώς
θα το έκανε λάθος
έκαναν λάθος

αγαπημένη
εμβολιασμένη

πήρες ένα υγρό
που σε άφησε έτσι
αναμμένη ενώ τα πάντα
σβήνουν

σήμερα το πρωί
πήγες στην παραλία;

είσαι πιο ξανθιά
κι απ’ τη σελήνη

άφησέ με για ένα λεπτό
να σκεφτώ ότι τα μαλλιά σου
είναι σύννεφα

κι ότι σταμάτησες να σκέφτεσαι
γιατί πετάς
στα σύννεφα

το στόμα να δώσεις
πόσες φορές;
άλλη μία, μια τελευταία φορά
κι αυτή τη φορά, σε άλλη γυναίκα

πόσες φορές μπορεί
μια γυναίκα να φύγει
απ’ το σπίτι

κι η δουλειά να γίνει σώμα
και το σώμα σπίτι

και να καταλάβει ότι γυρισμός
δεν υπάρχει

σόνια, ακούς;
με κλειστά μάτια

συντονίζεις
το χαλασμένο ράδιο

που μεταδίδει
από αυτί σε αυτί

μα γιατί άραγε
να το θέλεις αυτό;

πού ήσουν,
τι σκεφτόσουν;

κάποιος κάποτε
σου ’πε ότι
είσαι τόσο όμορφη
ή εσύ κοιτάχτηκες
στον καθρέφτη
και σκέφτηκες
είμαι τόσο όμορφη

τι λυπηρό να είσαι όμορφη
να είσαι όσο όμορφη πρέπει
να είσαι όμορφη

(Το ποίημα γράφτηκε μετά από αίτημα του περιοδικού ZumRevista de fotografia.)

γυναίκα μετά

αγαπημένοι μπαμπά και μαμά μου
σας γράφω απ’ την ταϋλάνδη
που είναι μια χώρα εκπληκτική
μέχρι κι ελέφαντες έχει
και κάτι παραλίες που τα σπάνε

αλλά εγώ ήρθα εδώ για άλλο λόγο
αν και μου άρεσε το τουριστικό
μπαμπά, θυμάσαι που μου ’λεγες
ότι σου μοιάζω με γυναικωτό
και η μαμά μάς έλεγε: σταματήστε;

ε, λοιπόν, τώρα έγινα γυναίκα,
έκανα εγχείρηση κι έγινα γυναίκα,
δεν χρειάζεται να με δεχτείς
δεν χρειάζεται καν να με δεις,
πάντως εγώ τώρα είμαι γυναίκα.

(Από τη συλλογή um útero é do tamanho de um punho [μια μήτρα έχει το μέγεθος γροθιάς].)

⸙⸙⸙

Ζακελίνι Αρασίντα

ΑNΖΕΛΙΤΑ

δάκρυα απ’ την άλλη μεριά του ειρηνικού
δεν μπορούν να πετάξουν προς τα εδώ
κι ούτε να πουν αντίο στο σώμα
που δεν του επέτρεπαν να υπάρχει
για όσο αυτό υπήρξε

κοίτα
τη
μεγάλη
τούτη
θάλασσα

που της ανήκουν τα νερά
που μέσα τους έριξαν μια
μετανάστρια
τρανς
βραζιλιάνα
που επέπλεε στο υγρό γαλάζιο
που αντικατόπτριζε το κόκκινο
του αίματος που έκαναν ότι δεν είδαν

(13.1.2021)

(Το ποίημα δημοσιεύτηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της Αρασίντα.)

⸙⸙⸙

Κάιο Φερνάντο Αμπρέου (1948-1996)

ΡΟΜΟΥΛΟ

Ήταν καλοκαίρι, ωραίο απόγευμα,
ένας από μας είπε ένα τραγούδι του Τομ Ζομπίμ
που μίλαγε για καλοκαίρια, για ωραία απογεύματα. Ο ήλιος χάθηκε στη θάλασσα,
εκείνο το φως εκεί κάτω άναψε, κατεβήκαμε από τη Μπάρα
στην Κοπακαμπάνα και πήγαμε να δούμε το σόου της Γκαλ που τραγουδούσε
deixa sangrar –άσε το αίμα να κυλά.
Είχε ζέστη, από πάνω ως κάτω ήμασταν ντυμένοι στα λευκά,
πιστεύαμε στα πράγματα με τρόπο που θα ’ταν χαζός
άμα δεν ήταν τόσο αληθινός. Και τόσο όμορφος
(καθόλου δεν το ξέραμε, αλλά όλα ήταν απλά
και ο πόνος μας δεν ήταν σχεδόν τίποτα).

Την επομένη, είπα πως τάχα θα πέθαινα κι εσύ έφυγες για να σπουδάσεις βελονισμό.
Κι εγώ έμεινα, έκανα ταξίδια, πήρα ναρκωτικά.
Πλάκα έχει που δεν πέθανα, με συνέλαβαν, έγραψα διάφορα,
έκανα ψυχανάλυση, έκοψα τα μαλλιά μου.
Αυτός που πέθανε ήσουν εσύ, τώρα, αλήθεια, ξαφνικά
ο πόνος που με πονάει είναι πιο αληθινός από εκείνον τότε και τόσος
που δεν ξέρω αν αντιστέκομαι ή αν καταλαβαίνω ή αν τα χάνω ή αν δεν νιώθω τίποτα
σ’ αυτή την άσπρη τρύπα σε κάποια γωνιά στην ψυχή μου (το ξέρω πως έχουμε ψυχή)
εκεί που ακόμα
αφήνω το αίμα να κυλά.

Ήμαστε-τόσο-νέοι-είναι-όλα-τόσο-ηλίθια-είναι-τόσες-οι-απώλειες
τι να πω; κανείς δεν μας προειδοποίησε πως θα ήταν έτσι.
Ανήξεροι, προχωράμε, Ρόμουλο.
Κι ενώ εσύ πεθαίνεις, άλλοι τρελαίνονται, άλλοι πίνουν,
άλλοι γράφουν ανοησίες, χάνουν τη δουλειά τους, κάνουν παιδιά,
τους συλλαμβάνουν, κόβουν τις φλέβες τους, βγάζουν κραυγές ή αναμασούν σιωπηλά
εκείνα τα καλοκαίρια, τα ωραία απογεύματα που χάθηκαν.
Ήμασταν τόσο καθαροί, ήμασταν τόσο αγνοί. Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια.
Οι πρωινές εφημερίδες με ειδοποιούν για τον θάνατό σου,
αλλά δεν με ειδοποιούν για τον δικό μου.

(17.4.1980)

ΟΛΑ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΥΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΟΜΟΥΛΟ

Όλα τα δάκρυα που δεν έχυσα για τον Ρόμουλο
τη μέρα που έφυγε απ’ τη ζωή,
χωρίς σχεδόν να έχει ζήσει,
κι όσα δεν έχυσα για τον Ρομπέρτο,
όταν χάθηκε η όρασή του, που του την πήρε η μάστιγα,
και για το όνειρο που έφυγε τη στιγμή
που ο Καρλίνιους άπλωνε το χέρι, για να το φτάσει,
κι όσα σταμάτησα να χύνω για την Άνα ή τον Ζούλιου
την ώρα της παγωμένης πτώσης, και
για τη Λίζια, που, έλεγε, φιλούσανε
με αγάπη το πετσοκομμένο της στήθος:

όλα τα δάκρυα που δεν έχυσα
για τον πόνο των άλλων, αν τα μαζέψω,
φτιάχνουν μια μαύρη θάλασσα που μέσα της πνίγομαι
τα σαββατόβραδα, όταν η πόλη βρυχάται
κι εγώ, μόνος μου με τις απώλειές μου, καταλαβαίνω ξερά
ότι ο κόσμος πεθαίνει χωρίς να ’χει βρει την ευτυχία –και ότι το νόημα,
σχεδόν πάντοτε, διαφεύγει.

(18.3.1985)

(Τα ποιήματα συμπεριλαμβάνονται στο Poesias nunca publicadas de Caio Fernando Abreu.)

⸙⸙⸙

Μάριο ντε Αντράντε (1893-1945)

ΠΡΩΙΝΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ

με αφιέρωση: Ρ. Γκ.

1.
Μέσα από μια χαρά τραγουδιστή, εκεί που γελάνε οι άσπρες ουιάρες
Σε βλέπω έτσι όπως πρέπει να σε βλέπουν, στοχασμέ,
Και το φύλλο που το φως πλούσια με αδράνεια στολίζει
Είναι δικιά σου λάμψη μόνο, γέλιο απ’ τους ουρανούς ξεδιαλεγμένο.

Έτσι. Ποτέ να μη σ’ εξανθρωπίσει ευπρέπεια καμιά. Είναι χαρά
Ν’ αφήνεις το βλέμμα μου να σου αποδίδει ό,τι σου ανήκει
Σάρκα, που είσαι του ήλιου ανθός! Σκιά του λουλακιού!
Μέσα μου βρίσκω κάτι σαν ίχνος Μαγιού
Κι εκεί το δικό σου σημάδι απλώνεται, απαλό, αδιάκοπα.

2.
Πες έστω πως ούτε εσύ θες πια τις δόλιες αυτές κινήσεις
Αυτές που κάνουνε τον έρωτα να γίνει μάχη.
Αυτό γαλήνη πιότερη θα φέρει, για το πολύ που ο δρόμος κράτησε,
Χαράζοντάς μας την πορεία μέσα από καθρέφτες ώριμους.

Εσύ δε λες, ωστόσο, ότι χάνεται το κορμί σου στον αέρα,
Εσύ μόνο κρύβεις τα μάτια σου στα μπράτσα μου και στο σκοτάδι γαληνεύεις.
Η νύχτα διαλύεται εκεί έξω, ήρεμη, στις στέγες,
Ενώ οι δυο μας περιμένουμε, με πλήρη σεβασμό,
Φως ακτινοβολώντας, μέσα στη λάμψη αυτών που πια δεν ξέρουν πού να πάνε.

3.
Αν έχεις πάναγνη την όψη, άμα τα χείλη σου
Είναι μικρά παιδιά που χάνονται στο γάλα,
Αν παιδικό είναι το βλέμμα σου που αντανάκλαση προς τα πίσω δεν έχει,
Αν γέρνεις κι η σκιά σου βαδίζει προς το μέλλον:

Εγώ ξέρω πως ξέρεις αυτό που ούτε ξέρω αν ξέρεις
Σε σένα έγκειται ο ανώμαλος κι άσπιλος χαμός των γεγονότων,
Εσύ είσαι μέγα μέγεθος, δεν μπορεί να ’σαι μοναχά ευτυχία!
Είσαι όλα όσα δέχομαι να μου είσαι
Μόνο για να περάσει ο ύπνος, και να με ξυπνήσεις
Με την αμέτρητα απαλή αυγή που έχεις χαμόγελο.

4.
Ποτέ δεν θα αφήσω τα χάδια σου τη νύχτα.
Τη μέρα τίποτα δεν θα ’μαστε, και οι σπασμωδικές φιλοδοξίες
Θα μας περιδινίζουν με τις κακίες της σκόνης
Εκεί που ο ήλιος θα ενθέσει ίδιας μορφής στροβίλους.

Και πάντα θα γυρνώ στα χάδια σου τη νύχτα.
Και θα ’ναι βούκινα, πάταγοι κι αόρατοι χοροί
Γιατί το Θείο θα έρθει πέρα για πέρα φυσικά.
Επιθετικά. Θα ’ρθει πάνω στη στέγη μας να κάτσει,
Και τα θεριά τα πόδια του θα πλακώνουν τα κεφάλια μας
Τη νύχτα, τα κεφάλια μας που από έρωτα είναι σε αχρησία.

5.
Το περίεργο δάχτυλό σου αργά στο πρόσωπο με ακολουθεί.
Τα αυλάκια, οι χαραγμένοι ίσκιοι εκεί που πέρασε η ζωή,
Τι σιωπή, δώρο μου… Τι θριαμβευτική παρέκκλιση αλήθειας,
Τι αργοί κύκλοι στη λίμνη που γλίστρησε απάνω της ένα τυχαίο φτερό…

Είχα τέσσερις αιώνιους έρωτες…
Ο πρώτος ήτανε μια κοπέλα,
Ο δεύτερος… έκλειψη, μανάρι που μιλά, κατακλυσμός,
O τρίτος ήταν μια πλούσια κυρία,
Ο τέταρτος είσαι εσύ… Κι εγώ επιτέλους ηρέμησα απ’ τις φροντίδες μου.

6.
Οι σιδηρόδρομοι είναι μακριά, τα δάση και οι ωραίες πόλεις,
Δεν είναι παρά μόνο ο Νάρκισσος ανάμεσά μας, λίμνη,
Χάθηκε ήδη, χορτασμένος, ο χαλασμός που κάναν οι ουιάρες,
Μόνο η έκστασή μου μένει αργά πάνω σου να πέφτει.

Α, τι αγνότητα χωρίς αδημονία μας ηρεμεί
Μέσα σε άυλο άρωμα, καθώς τα σώματά μας χαίρονται,
Αδύνατα όπως ούτε ο θάνατος και οι καλές αρχές δεν είναι.

Τι σιγή είναι αυτή που έπεσε στο τοπίο μας, της χρυσής υπερβολής!
Ούτε φιλί, ούτε αεράκι… Μόνο, στο άντρο της νύχτας, η παθιασμένη αγρύπνια
Εκεί που η εσώτερη γαλήνη παίζει κάνοντας τη λύπη.

7.
Η νύχτα χάνεται εκεί έξω, ήσυχα πάνω στις στέγες
Σε ψίθυρο ασαφή και μπερδεμένο της θάλασσας και των φτερουγισμάτων,
Εγώ, γερμένος πάνω από την τελειότητά μας, σε μια τόσο φλογισμένη παύση,
Σταματώ τώρα, τώρα θα πάω να πιω το ακίνητό μας βλέμμα, ω λίμνη μου!

Να και η ζηλιάρα αίσθηση του χρόνου, σκοντάφτει με μαράκες
Τρομάζει πελεκάνους και πάπιες και μαλώνει με τους παπαγάλους,
Έρχεται όπου να ’ναι το πρωινό. Κι όμως, πιο συμπαγής είναι ο θάνατος,
Για μας και η νυσταγμένη νύχτα που γεννιέται πίσω από αραιά χάδια.

Ανθέ! Ανθέ!…
Χρυσή χάρη!…
Ανθέ…

(1931)

(Συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Livro azul [Γαλάζιο βιβλίο].)

[Σ.τ.Μ.: Οι ουιάρες ή ιάρες (στα πορτογαλικά τις συναντάμε ως uiaras, iaras, hiaras αλλά και yaras) είναι, στη βραζιλιάνικη μυθολογία, μυθικά πλάσματα του νερού που είναι από τη μέση και πάνω πανέμορφες γυναίκες και από τη μέση και κάτω έχουν μορφή ψαριού, και κατοικούν στα ποτάμια. Η λέξη σημαίνει «αρχόντισσα των νερών» στη γλώσσα τουπί.]

⸙⸙⸙

Αντόνιο Σίσερο (1945-)

ΚΥΜΑ
Στο Αρποαντόρ τον γνώρισα.
Πολυτάλαντος κι ωραίος μου μοιάζει.
Κλέβει, κι απ’ το δρόμο τους βγάζει
νύμφες, ραψωδούς και όνειρα.

Και μου ’πε φτιαχτά κατορθώματα,
αληθινά ακατανόητα.
Κι εγώ όλος αυτιά, μάτια κι αγγίγματα,
όλος πέτρες, ήλιους, πόθους και κύματα.

Και είπαμε πως τέλειοι είμαστε
και τη ζωή μας τάξαμε ο ένας στον άλλο.
Του πήρα σορμπέ, γεύση μάνγκο,

κι εκείνος στο στόμα, με γλώσσα, με φίλησε
και τότε βούτηξα εκεί, μέσα στα κύματα,
στον αφρό, μεθυσμένος από έρωτα.

ΗΧΩ
Μες στην αλμύρα, εκείνου του σέρφερ το σώμα
μοιάζει γάλα γλυκό συμπυκνωμένο.
Η θάλασσα νάρκισσος, όπως και το δικό του βλέμμα,
κι ο ένας τον άλλο μέσα του κρατά καθρεφτισμένο.

Κι ακόμα κι αν χορεύοντας πάνω στο κύμα,
ματιές ξεστρατισμένες του αρέσει να τραβά
καλλιτεχνών ή αμέριμνων στην παραλία,
εραστή του έχει τη θάλασσα, σίγουρα και μοναχά.

Όρθιος στέκει και στάζει στην άμμο: άνετος
στο ηλιοβασίλεμα με τη σανίδα στητή στο ένα πλάι,
ένα γατάκι που παίζει, κι αυτός, απ’ την άλλη,

το φλεγόμενο ορίζοντα να κοιτάζει ατάραχος,
και δεν αντέχει όταν έρχεται ένα αεράκι σαν χάδι,
τι ομορφιά, και λέει «που να πάρει», κι ηχώ ακούγεται δίπλα του πάλι.

(Τα δύο ποιήματα είναι από τη συλλογή Guardar [Κρατώ]).

⸙⸙⸙

Σύντομα βιογραφικά των ποιητ(ρι)ών

Ρενάτα Παλοτίνι (Renata Pallottini) (Σάο Πάουλο, 1931-2021): Θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ποιήτρια, καθηγήτρια θεάτρου και μεταφράστρια. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που σπούδασε δραματουργία στη Δραματική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σάο Πάουλο, πρωτοπόρος του φεμινιστικού θεάτρου στη Βραζιλία, αλλά και η πρώτη συγγραφέας στη χώρα που έγραψε θεατρικό έργο που πραγματεύτηκε την ομοφυλοφιλία (A lâmpada [Η λάμπα], 1960). Τιμήθηκε με σημαντικές διακρίσεις τόσο για το λογοτεχνικό όσο και για το θεατρικό της έργο. Ενδεικτικά: βραβείο Μολιέρ (1965, για το Ο crime da cabra [Το έγκλημα της κατσίκας]), βραβείο Ζαμπουτί στην κατηγορία ποίηση (1996), βραβείο Juca Pato για το σύνολο της καλλιτεχνικής της προσφοράς (2017). Έζησε στα χρόνια της δικτατορίας στη Βραζιλία, περίοδο κατά την οποία το έργο της λογοκρίθηκε πολλές φορές. Λεσβία η ίδια, συμπεριελάμβανε λεσβιακές θεματολογίες στα έργα της ακόμα και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και συνέχισε να γράφει σε όλη τη διάρκεια της ζωή της.

Ανζέλικα Φρέιτας (Angélica Freitas) (Πελότας, Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, 1973): Ποιήτρια, δημοσιογράφος, και εκδότρια του περιοδικού Modo de Usar & Co., μαζί με τους Φαμπιάνου Καλίστου, Μαρίλια Γκαρσία και Ρικάρντου Ντόμενεκ. Έχει ζήσει και εργαστεί στη Βραζιλία, την Ολλανδία, τη Βολιβία και την Αργεντινή. Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ένωσης Κριτικών Τέχνης του Σάο Πάουλο το 2012. Τίτλοι ποιητικών συλλογών της: rilke shake (παραφθορά του μιλκ-σέηκ, αλλά με το όνομα του ποιητή Ρίλκε), um útero é do tamanho de um punho [μια μήτρα έχει το μέγεθος γροθιάς], canções de atormentar [τραγούδια για να βασανίσουν], ενώ ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικά έργα.

Ζακελίνι Αρασίντα (Jaqueline Arashida): Βραζιλιάνα εικαστικός και εικονογράφος, που ασχολείται με την αναπαράσταση θεμάτων από τη λαογραφία και την πολιτιστική παράδοση της Βραζιλίας στην τέχνη της. Διαμένει στην Πορτογαλία. (Σημ: Δεν διατίθενται πληροφορίες για τον τόπο και την ημερομηνία γέννησης.)

Κάιο Φερνάντο Αμπρέου (Caio Fernando Abreu) (Σαντιάγκο, 1948 – Πόρτο Αλέγκρε, 1996): Δημοσιογράφος, λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας. Πολυγραφότατος σε ευρεία γκάμα λογοτεχνικών ειδών (έγραψε διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, παιδική και νεανική λογοτεχνία, χρονικά, ποιήματα, έκανε ακόμα και μεταφράσεις), τιμήθηκε με βραβείο Ζαμπουτί το 1984, το 1989 και το 1996, και τις τρεις φορές στην κατηγορία του διηγήματος/χρονικού/νουβέλας, για τα έργα O triângulo das águas [Το τρίγωνο των νερών], Os dragões não conhecem o paraíso [Οι δράκοι δεν γνωρίζουν τον παράδεισο] και Ovelhas negras [Μαύρα πρόβατα], αντιστοίχως. Ανοιχτά γκέι ο ίδιος και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, διώχθηκε από το Σώμα Πολιτικής και Κοινωνικής Τάξης του καθεστώτος, διαφεύγοντας στην Ευρώπη στις αρχές του ’70. Στη Βραζιλία επέστρεψε το ’74, και παρέμεινε εκεί μέχρι το ’94, που δέχθηκε πρόσκληση της Maison des Écrivains Étrangers et Traducteurs και μετοίκησε στη Γαλλία. Ένα χρόνο μετά έμαθε ότι είναι οροθετικός κι επέστρεψε οριστικά στη Βραζιλία, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1996. Τελευταία κατοικία του ήταν το σπίτι στην οδό Doutor Oscar Bittencourt αρ. 12, στο Πόρτο Αλέγκρε, κτήριο που κατεδαφίστηκε τον Ιούνιο του 2022, παρά την ευρεία κινητοποίηση για τη διάσωσή του.

Μάριο ντε Αντράντε (Mário de Andrade) (Σάο Πάουλο, 1893-1945): Ποιητής, μυθιστοριογράφος, μουσικολόγος, ιστορικός τέχνης, κριτικός και φωτογράφος, θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του πρώτου κύματος του βραζιλιάνικου μοντερνισμού και σκαπανέας της μοντερνιστικής ποίησης με το έργο Pauliceia desvairada (1922). Βασικό πρόσωπο πίσω από τη διοργάνωση της Εβδομάδας Σύγχρονης Τέχνης του Σάο Πάουλο το 1922, που θεωρείται τυπικά το σημείο έναρξης του μοντερνισμού στη Βραζιλία, αλλά και βασικό μέλος της λεγόμενης Ομάδας των Πέντε, που συγκέντρωνε εικαστικούς και λογοτέχνες της πρωτοπορίας. Διεξήγε σημαντικές έρευνες για τα παραδοσιακά μουσικά ιδιώματα της Βραζιλίας, ενώ στα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε διευθυντικό ρόλο στο Τμήμα Πολιτισμού του Σάο Πάουλο. Σημαντικότερο λογοτεχνικό του έργο θεωρείται το μυθιστόρημα Macunaíma, o héroi sem nenhum caráter [Μακουναΐμα, ο ήρωας χωρίς κανέναν χαρακτήρα] ή απλώς Macunaíma, στο οποίο διηγείται την ιστορία του ομώνυμου ήρωα, ιθαγενούς καταγωγής, από τη γέννηση έως το θάνατό του. Ο Μακουναΐμα περνά δραματικές μεταμορφώσεις και περιπέτειες, αλλάζοντας μορφή, φύλο, τόπο κατοικίας, μετατρεπόμενος αδιάκοπα και εκείνος αλλά και ο κόσμος γύρω του. Έργα του Αντράντε μεταφρασμένα στα ελληνικά: το μυθιστόρημα Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο (μτφ. Ν. Πρατσίνης, Printa-Ροές 2017) και το διήγημα Η γαλοπούλα των Χριστουγέννων (μτφ. Ελένη Βλάχου, Χάρτης, τχ. 24, 2020).

Αντόνιο Σίσερο (Antônio Cícero) (Ρίο ντε Ζανέιρο, 1945): Ποιητής, συγγραφέας, συνθέτης, κριτικός λογοτεχνίας, φιλόσοφος και εκλεγμένο μέλος της Βραζιλιάνικης Ακαδημίας Γραμμάτων. Με βασικές σπουδές στη φιλοσοφία, ο Σίσερο γράφει από νεαρή ηλικία ποιήματα, τα οποία πρώτη φορά ήρθαν στο φως μελοποιημένα από την αδελφή του, Μαρίνα Λίμα. Έχει εκδώσει φιλοσοφικές πραγματείες, συλλογικά έργα ως επιμελητής, τις ποιητικές συλλογές Guardar [Κρατώ], A cidade e os livros [Η πόλη και τα βιβλία], Livro de sombras: Pintura, cinema e poesia [Βιβλίο σκιών: Ζωγραφική, κινηματογράφος και ποίηση] καιPorventura [Τυχόν]. Άρθρα του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους, ενώ ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Ουάλι Σαλομάο, Αρτούρ Νογκέιρα, Αντριάνα Καλκανιότο, Ορλάντο Μοράις κ.ά.

⸙⸙⸙

ΙΙ. Προς τη μετάφραση κουήρ λογοτεχνίας – Προς μία κουήρ μετάφραση λογοτεχνίας

Υπάρχουν ιδιαιτερότητες που η μεταφράστρια καλείται να λάβει υπόψη κατά τη μετάφραση κουήρ λογοτεχνίας; Αυτό το ερώτημα με απασχόλησε κατά τη συλλογή και τη μετάφραση των δέκα ποιημάτων του αφιερώματος. Μέσα από αυτό το κείμενο, επιθυμώ να εκθέσω προκλήσεις που αντιμετώπισα και δυνατές λύσεις που εντόπισα για τη μετάφρασή τους, δίνοντας παραδείγματα από τις μεταφράσεις ποιημάτων της ανθολόγησης αυτής, με έμφαση όμως στο ποίημα «Girassol da madrugada» (Πρωινό ηλιοτρόπιο), του Μάριο ντε Αντράντε. Σκοπός είναι όχι μόνο η καταγραφή των προκλήσεων αυτών αλλά και το άνοιγμα σε μία συζήτηση που αφορά τη μεταφρασεολογία, τις κουήρ και φεμινιστικές σπουδές, αλλά και –θα τολμούσα να πω– όποια, όποιον, όποιο ενδιαφέρεται για την παραγωγή λόγου εν γένει.

Η παραδοχή από την οποία εκκινώ είναι ότι η κουήρ εμπειρία εγγράφεται στη γλώσσα, αλλά όχι με τρόπο προδιαγεγραμμένο. Και η εγγραφή αυτή αλλά και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους συντελείται είναι στοιχεία εξίσου σημαντικά για τη μεταφραστική προσέγγιση: Η μεταφράστρια καλείται να ακονίζει την αναγνωστική ευαισθησία της προκειμένου να εντοπίζει τις κουήρ εγγραφές, είτε πρόκειται για αντωνυμίες, είτε για θεματικές, είτε για συγκεκριμένα ουσιαστικά ή επίθετα, ενδεχομένως φορτισμένα στη γλώσσα και την κουλτούρα-πηγή, ενώ ταυτόχρονα χρειάζεται να διατηρεί την απαραίτητη δεκτικότητα που θα της επιτρέπει να εντοπίζει διαφορετικές μορφές εγγραφής στο εκάστοτε κείμενο, αναδεικνύοντάς τες στο μετάφρασμα. Μερικές φορές, οι εγγραφές αυτές είναι ξεκάθαρες: Στο ποίημα «Rômulo», βλέπουμε καθαρά την αναφορά σε ένα ομόφυλο ζευγάρι, η ιστορία του οποίου σταδιακά ξεδιπλώνεται. Έχοντας διαβάσει ολόκληρο το ποίημα, όταν επικεντρωνόμαστε στη μετάφραση στίχων όπως το «vestíamos inteirinhos de branco», μπορούμε να δούμε ένα ειδικό βάρος στη χρήση του αρσενικού επιθέτου (inteirinhos). Το σύνολο του ποιήματος καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται για χρήση του αρσενικού γένους ως συμπεριληπτικού και για το θηλυκό, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση ενός ετερόφυλου ζευγαριού, αλλά αναφέρεται σε δύο άντρες. Στις μεταφράσεις αυτής της ανθολογίας, επιδίωξα στοιχεία του πρωτοτύπου σαν το παραπάνω να καταστούν εξίσου εντοπίσιμα και στα ελληνικά, με το σκεπτικό ότι κάποιες γλωσσικές επιλογές δεν επιβάλλονται μόνο από τη γραμματική, αλλά μπορούν να αποτελούν και εγγραφές της κουήρ εμπειρίας στη γλώσσα. Αυτές οι εγγραφές διαμορφώνουν το θυμικό υπόβαθρο που διέπει το ποίημα και, σε πολλές περιπτώσεις, αποτυπώνουν τα ίδια τα γεγονότα που χωρίς αυτά το ποίημα ίσως και να μην είχε υπάρξει ποτέ. Έτσι, ενώ μία δυνατή απόδοση θα ήταν «φορούσαμε λευκά από πάνω ως κάτω», προκειμένου να μην υπάρξει καμία αμφισημία στο μετάφρασμα, η οποία δεν υφίσταται στο πρωτότυπο, προτίμησα το «από πάνω ως κάτω ήμασταν ντυμένοι στα λευκά». Όπως και στα πορτογαλικά, έτσι και στα ελληνικά σε πρώτη ανάγνωση το «ντυμένοι» μπορεί να παραπέμπει συμπεριληπτικά σε ένα ετερόφυλο ζευγάρι. Και πάλι εδώ το σύνολο του ποιήματος είναι που καθιστά σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και η χρήση του αρσενικού φωτίζεται ως ηθελημένη μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση ο κουήρ χαρακτήρας ενός λογοτεχνικού έργου να εκφράζεται έμμεσα. Σε γλώσσες που χρησιμοποιούν δήλωση του φύλου, η επανειλημμένη, εφευρετική, επίμονη μη δήλωσή του ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη κουήρ γραφής. Μία ευαίσθητη μεταφραστική ισορροπία, όταν μεταφράζουμε προς γλώσσες στις οποίες το φύλο δηλώνεται –γιατί έτσι επιτάσσει η γραμματική– είναι η προσπάθεια να διατηρηθεί αυτή η ενδεχομενικότητα, που κάνει το κείμενο ανοιχτό σε κουήρ αναγνώσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το ποίημα «Girassol da madrugada», του Μάριο ντε Αντράντε, ένα ερωτικό ποίημα γραμμένο το 1931, στο οποίο είμαστε βέβαιοι για το φύλο μόνο ενός από τους εραστές. Επίμονα το φύλο του δεύτερου ατόμου αποκρύπτεται: μέσω της απεύθυνσης μόνο στο β΄ ενικό, μέσω της μετωνυμίας («λίμνη», «στοχασμέ», «ανθέ», κ.ο.κ.), μέσω της στρατηγικής χρήσης επιθέτων που λήγουν σε «-e», τα οποία στα πορτογαλικά μπορούν να είναι και αρσενικά και θηλυκά, και (αποκαλυπτικά, κατά τη γράφουσα) μέσω της αφιέρωσης. Το ποίημα είναι αφιερωμένο «a R.G.», ένα όνομα μόνο τα αρχικά του οποίου διατηρούνται, ενώ το «a», η πρόθεση «προς», παρουσιάζεται χωρίς ένδειξη φύλου. Αυτή είναι μια επιλογή ηθελημένη, καθώς το πιο σύνηθες θα ήταν να γραφεί είτε «à» («προς την») ή «ao» («προς τον»), εφόσον στα πορτογαλικά τα κύρια ονόματα λαμβάνουν άρθρο, πέρα από τα ονόματα διάσημων ατόμων.

Σε περιπτώσεις σαν αυτή, πέρα από την επιμελή ανάγνωση, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η έρευνα, αφού η φιλολογία μπορεί να πλαισιώσει τις μεταφραστικές επιλογές. Κομβική για τις επιλογές που έγιναν στην παρούσα μετάφραση ήταν η αλληλογραφία του Μάριο ντε Αντράντε με τον Μανουέλ Μπαντέιρα, και δη τα λογοκριμένα της τμήματα –αυτά στα οποία ο μοντερνιστής λογοτέχνης αναφερόταν ανοιχτά στην ομοφυλοφιλία του, αλλά και τα σημεία στα οποία οι δύο ποιητές αντάλλασσαν απόψεις για το πώς μπορεί να εγγραφεί ο ομοφυλοφιλικός έρωτας στην ποίηση με τρόπο έμμεσο. Κάποιες φορές, η φιλολογική έρευνα οδηγεί σε μονοπάτια που μπορεί να ξεφεύγουν από την παρατήρηση και να θυμίζουν «χώσιμο της μύτης» σε δουλειές αλλωνών: σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά, την ίδια χρονική περίοδο με τη συγγραφή του ποιήματος, ότι ο Αντράντε παραπονιόταν στον Μπαντέιρα πως έχασε τον λούστρο του, και τι θα κάνει δίχως αυτόν (Luiz Mott, ά.χ.). Είναι ο λούστρος το πρόσωπο πίσω από το «R.G.»; Νομίζω ότι σε αυτό το σημείο η απάντηση δεν μας ενδιαφέρει, στο πλαίσιο της άρθρωσης των μεταφρασεολογικών μας προβληματισμών. Ας επανέλθουμε. (Και) Η έρευνα αυτή πάντως έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η επίμονη απόκρυψη του φύλου του δεύτερου ατόμου αξίζει να διατηρηθεί και στο μετάφρασμα.

Κατά τη μεταφραστική διαδικασία, οι χειρισμοί που έπρεπε να γίνουν προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η αμφισημία, η πρόσβαση στην κουήρ ανάγνωση του ποιήματος, ήταν αρκετοί. Το τμήμα της αφιέρωσης έγινε «με αφιέρωση: Ρ. Γκ.», αλλάζοντας δηλαδή τη μετοχή προκειμένου να αποφύγουμε το άρθρο στα ελληνικά. Είναι ένας ιδιαίτερος, αρκετά ασυνήθιστος τρόπος για να δηλωθεί η αφιέρωση στα ελληνικά, και από αυτή την άποψη ίσως να κάνει κάποια μάτια να σταθούν και να εγείρει προβληματισμούς. Πρόκειται για μια μετάφραση «ρέουσα»; Σε αυτό το πλέγμα αλλεπάλληλων ισορροπιών, μία από τις οποίες είναι να επιτευχθεί ένα μετάφρασμα όσο το δυνατό πιο ρέον αλλά και όσο το δυνατό πιο πιστό στις κουήρ αναγνώσεις που υποβάλλει το πρωτότυπο, εκτίθεται εδώ ένα παράδειγμα της απόφασης της μεταφράστριας «να χάσει για να κερδίσει», κατά τα λόγια της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου (2021). Στο κύριο σώμα του ποιήματος, η βασική μέριμνα ήταν να αποφευχθεί η χρήση επιθέτων και μετοχών, οι οποίες στα ελληνικά θα δήλωναν το φύλο· μόνη εξαίρεση που είχα θέσει, ήταν η χρήση επιθέτων τριγενών και δικατάληκτων (όμως δεν χρειάστηκε να εφαρμοστεί). Ένας (πανέμορφος) στίχος αποτέλεσε εξαιρετικό αγκάθι: «És grande por demais para que sejas só felicidade!». Εδώ, το ποιητικό υποκείμενο έξυπνα απευθύνεται στο αγαπημένο άτομο χρησιμοποιώντας το επίθετο grande (μεγάλος-η-ο), όμοιο σε όλα τα γραμματική γένη στα πορτογαλικά. Η φράση θα μεταφραζόταν με κάθε απλότητα και πιστά, λέξη προς λέξη, ως «Είσαι πολύ μεγάλος (/μεγάλη/μεγάλο) για να είσαι μόνο ευτυχία». Η λέξη προς λέξη μετάφραση όμως εδώ θα πρόδιδε τις αρχικές μας παραδοχές αλλά και την αμφισημία που διέπει όλο το πρωτότυπο κείμενο, και για τον λόγο αυτό μου επέτρεψα την αρκετά πιο ελεύθερη λεκτικά αλλά απόλυτα πιστή προς την αμφισημία του Αντράντε απόδοση «Εσύ είσαι μέγα μέγεθος, δεν μπορεί να ’σαι μοναχά ευτυχία!». Και πάλι εδώ οφείλουμε να ξαναδούμε το αποτέλεσμα σε σύγκριση με το ύφος του πρωτοτύπου, κι ευτυχώς η μεγαλειώδης ελευθερία αυτής της απεύθυνσης ταιριάζει στο ύφος του ποιήματος αλλά και του Αντράντε, που χρησιμοποιεί κατά κόρον μετωνυμίες κι επιδιώκει τον γλαφυρό λόγο. Τονίζεται αυτό το τελευταίο επειδή, σε αντίθετη περίπτωση, κρίνω πως η μεταφραστική λύση για το μικρό απόσπασμα θα έπρεπε να προσαρμοστεί ώστε να παρουσιάζει συνέπεια με το σύνολο του ύφους του ποιήματος.

Από τα παραπάνω, οι μεταφρασεολόγοι θα έχουν πλέον εντοπίσει ότι η γράφουσα έχει επιδιώξει, κατά κάποιον τρόπο, ένα είδος δυναμικής ισοδυναμίας (Nida, 1964a), προσέγγιση που έχει στόχο να επιτύχει μια παρόμοια συναισθηματική απόκριση του αναγνωστικού κοινού του μεταφράσματος με αυτήν του αναγνωστικού κοινού του πρωτοτύπου. Η δυναμική ισοδυναμία που επιδιώκεται εδώ είναι βασισμένη στη δυνατότητα αποτύπωσης κουήρ στοιχείων του πρωτοτύπου στο μετάφρασμα, και ως ένα σημείο αποτελεί πράγματι, όπως είδαμε, μέριμνα της μεταφράστριας. Δεν είναι όμως η μοναδική: H μετάφραση του ποιήματος του Αντράντε μάς δείχνει ότι ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να είναι ανοιχτό σε κουήρ αναγνώσεις χωρίς να δηλώνει με τη γραμματική της γλώσσας του μια κουήρ θεματική, αλλά μάλλον επειδή ακριβώς δεν εγγράφεται σε ένα ετεροκανονικό πλαίσιο. Σε αυτήν την περίπτωση, το ποίημα δεν προκαλεί συναισθηματική απόκριση, αλλά μάλλον συνθέτει έναν δεκτικό χώρο, μια ανοιχτή στην κουήρ ματιά περιρρέουσα ατμόσφαιρα, στην οποία το αναγνωστικό κοινό δεν αποκρίνεται ή αντιδρά, παρά μάλλον απλά εισέρχεται. Όταν η μεταφραστική μέριμνα είναι η απόδοση όχι μόνο των λέξεων, των μορφών, των συναισθηματικών αποκρίσεων, αλλά και αυτής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπως είδαμε πιο πάνω, είναι αρκετή η θεωρία της ισοδυναμίας ως στήριγμά μας;

Η περιρρέουσα αυτή ατμόσφαιρα μπορεί να φαίνεται ένας πολύ ασαφής τρόπος για να μιλήσει κανείς για τη γλώσσα, πόσο μάλλον για τη μετάφρασή της, είναι σκόπιμο όμως να παραμείνει για λίγο ασαφής, επειδή σε κάθε λογοτεχνικό έργο η ατμόσφαιρα αυτή διαφέρει, εξαρτάται από τη ρητορική του εκάστοτε γράφοντος και από τα όρια που έχει θέσει στη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Ας μιλήσουμε τώρα πιο συγκεκριμένα: Η περίπτωση του Αντράντε δείχνει ότι ο ποιητής αναζητούσε μια ρητορική, ένα είδος λόγου, που θα μπορούσε να περικλείσει το ομοερωτικό χωρίς να δηλώσει το φύλο. Η εκτίμησή μου είναι ότι η ίδια η ρητορική του δεν εκμαιεύει κάποια συναισθηματική αντίδραση, αλλά προδιαθέτει, κάνει το αναγνωστικό κοινό να αφεθεί στο κείμενο. Μπορούμε, πάνω σε αυτό, να σκεφτούμε και το πρωταρχικά αναγνωστικό εγχείρημα που προτείνει η Spivak για τη μετάφραση: το να αφεθεί, να παραδοθεί η μεταφράστρια στο πρωτότυπο κείμενο, ώστε αυτό να της δηλώσει τα όρια της γλώσσας του (1993: 183). Στην κουήρ λογοτεχνία είναι κομβική η παράδοση αυτή, που προηγουμένως χαρακτήρισα δεκτική ματιά ή ακονισμένη ευαισθησία, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι οι κουήρ εκφάνσεις της λογοτεχνίας έχουν υπάρξει ιστορικά αποσιωπημένες, εάν και υπαρκτές. Η αναγνωστική και ερμηνευτική βιασύνη και συνήθεια που απορρέουν από αυτήν την αποσιώπηση δεν αποκλείεται να αποκρύψουν μια κουήρ διάσταση κάποιου κειμένου και στη μετάφρασή του. Ένα ερώτημα που τίθεται μέσω των μεταφράσεων και του κειμένου αυτού είναι πώς μπορεί να δομηθεί ένας μεταφραστικός λόγος που θα επιτυγχάνει μεταφράσματα στα οποία το αναγνωστικό κοινό θα μπορεί να «παραδοθεί» σε κουήρ αναγνώσεις, εκεί που και το πρωτότυπο μάς προδιαθέτει για αυτές, ακόμα και χωρίς να τις δηλώνει απερίφραστα. Αυτός μοιάζει να είναι ένας χώρος συναφής με τη θεωρία του συν-αισθήματος (affect theory), ίσως περισσότερο απ’ ό,τι με τη μεταφρασεολογική θεωρία της ισοδυναμίας του Nida, ένας χώρος άρθρωσης προβληματισμών για τη μετάφραση κουήρ λογοτεχνίας αλλά και για την κουήρ ματιά στη μετάφραση της λογοτεχνίας.

Θα μπορούσαμε, ακόμα, να θέσουμε και άλλο ένα ερώτημα: Τι θα γινόταν εάν η ίδια η μετάφραση χρησιμοποιούσε κουήρ λόγο, χωρίς κατ’ ανάγκη να το έχει υποδείξει το πρωτότυπο; Μιλάμε, φυσικά, για το είδος της «κειμενοπειρατείας» (hijacking) που έχει προτείνει η Louise von Flotow (1991) ως μία τεχνική φεμινιστικής μετάφρασης. Στην κειμενοπειρατεία, η μεταφράστρια παράγει λόγο με τρόπο που δείχνει εκ πρώτης όψεως παρεμβατικός ως και αλλοιωτικός προς το πρωτότυπο: εισάγει επεξηγήσεις, συμπληρώσεις, εισαγωγές, ως και παρεμβάσεις στο ίδιο το σώμα του μεταφρασμένου κειμένου, με σκοπό (στη φεμινιστική μετάφραση) να αναδείξει ή ακόμα και να προσδώσει φεμινιστική χροιά. Η έκταση και τα κριτήρια των παρεμβάσεων χαρτογραφούνται από τη μεταφράστρια συνήθως σε εισαγωγικό σημείωμα, επίμετρο ή σε σημειώσεις, αλλά το τι μπορεί να αποτελέσει φεμινιστική χροιά παραμένει στη δική της διακριτική ευχέρεια. Το βασικό χαρακτηριστικό της κειμενοπειρατείας είναι ότι δηλώνει με σαφήνεια την ύπαρξή της, τον σκοπό της και τα σημεία στα οποία συμβαίνει. Αξίζει να σκεφτούμε αν, έστω ως άσκηση, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια κουήρ κειμενοπειρατεία στη μετάφραση της λογοτεχνίας. Μια κουήρ μετάφραση λογοτεχνίας που δηλώνει εαυτή ως τέτοια. Κι αξίζει, μαζί με αυτό, να αναρωτηθούμε: μία μετάφραση του «Girassol da madrugada» που θα έτρεπε τα επίθετα αυτομάτως, άσκεπτα (και μάλλον ασυναίσθητα) σε θηλυκά, δεν θα ήταν κι αυτή παρεμβατική ή αλλοιωτική προς τον χαρακτήρα του πρωτότυπου κειμένου; Κι εδώ μπορούμε να απαντήσουμε πως ναι, αλλά δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κειμενοπειρατεία, γιατί δεν θα δήλωνε τον σκοπό και το εύρος των αλλαγών, παρά θα τις πραγματοποιούσε ως δεδομένες. Η κειμενοπειρατεία έχει σαφή πολιτική διάσταση, αφού αντιμετωπίζει τη μετάφραση ως παραγωγή λόγου και την παραγωγή λόγου ως πράξη που φέρει πολιτική, ακτιβιστική, κοινωνική σημασία. Δεν εφαρμόστηκε στις μεταφράσεις αυτού του αφιερώματος, αλλά αν είχε εφαρμοστεί, η αφιέρωση θα είχε ως «αφιερωμένο στον Ρ. Γκ.», ο στίχος που παραπάνω χαρακτήρισα «εξαιρετικό αγκάθι» θα ήταν «Είσαι πολύ μεγάλος για να είσαι μόνο ευτυχία», και θα υπήρχε μια επεξήγηση στην οποία η μεταφράστρια θα δήλωνε ότι μεταφράζει έχοντας υπόψη σε κάθε μεταφραστική επιλογή ότι το ποίημα το απευθύνει ένας εραστής σε έναν άλλον.

Τα παραπάνω μας οδηγούν από τη μετάφραση της κουήρ λογοτεχνίας σε μία κουήρ μετάφραση λογοτεχνίας, και πάλι πίσω. Είναι χρήσιμο εδώ, έχοντας ήδη εννοιολογήσει τη μετάφραση ως παραγωγή λόγου, να αναλογιστούμε τις δυνατότητες της γλώσσας όταν μεταφράζουμε κουήρ λογοτεχνία που μας προσκαλεί να φύγουμε από το έμφυλο δίπολο, συμπεριλαμβάνοντας μέσω της γλώσσας την τρανς εμπειρία, την ίντερσεξ εμπειρία, την εμπειρία στην οποία τα δύο γραμματικά γένη σκοντάφτουν. Κι ενώ η ύπαρξη γραμματικού γένους μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τρόπος επιβεβαίωσης του φύλου, πολλές φορές η δήλωση της έμφυλης ταυτότητας μπορεί να μην είναι το ζητούμενο ή να μην είναι καν επιθυμητή. Και σε αυτό το σημείο, η γράφουσα δεν έχει να δώσει μια βέβαιη λύση, αλλά να προτείνει τη μετάφραση ως μέσο αναζήτησης αυτών των συμπεριληπτικών τρόπων έκφρασης. Η μελέτη τρόπων με τους οποίους επιτυγχάνεται η γλωσσική συμπερίληψη σε άλλες γλώσσες και κουλτούρες και η ενδεχόμενη δυνατότητα μεταφοράς, προσαρμογής μέσω της μετάφρασης τέτοιων γλωσσικών σχημάτων και στα ελληνικά είναι κι αυτή ένα δυνατό πεδίο έρευνας για την κουήρ μετάφραση.

Κλείνουμε αυτό το κείμενο με τα πολλά ερωτηματικά, επισημαίνοντας ότι στηρίχτηκε σε μεταφράσεις που έγιναν στον γλωσσικό συνδυασμό πορτογαλικά-ελληνικά, γλώσσες που χρησιμοποιούν γραμματικά γένη (δύο τα πορτογαλικά, τρία τα ελληνικά) και μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά στη δομή τους. Η κατευθυντικότητα της γλώσσας είναι και αυτή ένας παράγοντας που διαμορφώνει τη μετάφραση, και δη την κουήρ μετάφραση και τη μετάφραση κουήρ λογοτεχνίας, και η έρευνα αξίζει να προσανατολιστεί και σε συνδυασμούς γλωσσών στις οποίες η έμφυλη διάσταση εγγράφεται με διαφορετικό τρόπο στη γραμματική, ώστε να μελετηθούν και επιπλέον τρόποι με τους οποίους αποτυπώνεται η κουήρ εμπειρία στη γλώσσα και στον μεταφραστικό λόγο.

Βιβλιογραφία

von Flotow, L. (1991). «Feminist Translation: Contexts, Practices and Theories». Στο: Traduire la théorie,4:2, 1991 (69-84).

Mott, L. (ά.χ.). «Mário de Andrade: Miss São Paulo». Στο: Luiz Mott blog. Διαθέσιμο στο: https://luizmottblog.wordpress.com/mario-de-andrade-miss-sao-paulo/.

Nida, E. (1964a). Toward a Science of Translating: With Special Reference to Principles and Procedures Involved in Bible Translating. Leiden: Brill Archive.

Spivak, G. Ch. (1993). «The Politics of Translation». Στο: Outside the Teaching Machine. New York: Routledge (179-200).

Ιωαννίδου, Α. (2021). «Η απόφαση του μεταφραστή να χάσει για να κερδίσει». Στο: Παπαδήμα, Μ. (επιμ.), Πολίτες της Βαβυλωνίας: Οι μεταφραστές κι ο λόγος τους. Αθήνα: Νήσος.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή