Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Λίντα Μαρία Μπαρό

Άντρας κανείς δε σε στήριξε

Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΟΙ

Κάθε βράδυ, βγαίνω στον δρόμο 
κι ο δρόμος τυλίγεται γύρω μου
όπως επίδεσμος σε πληγή.

Περνώ το ποτάμι. Τα άπιστα σκυλιά του
μου γλείφουν το χέρι.
Κάτω από τις γέφυρες,
κυλάει η σάρκα των εχθρών μου,
σε μεγάλα, μπλάβα κομμάτια.

Έτσι περιφέρομαι μες στην πόλη,
σαν ράθυμος και άσπλαχνος θεός.
Οι δρόμοι τυλίγονται, γλιτσιασμένοι,
ο ένας μετά τον άλλον γύρω μου,
κι είναι η περιέλιξη αυτή η ίδια η πόλη,
κάτω από τη στρατιωτική περιβολή του πρωινού.

Όλο και πιο λιγνή, όλο και πιο διορατική.
Έτσι περιφέρομαι μες στην πόλη.
Σαν δάχτυλο που στριφογυρίζει στην πληγή,
και όλο και την ανοίγει.

ΚΑΘΕΤΗΡΑΣ ΣΠΕΡΜΑΤΕΓΧΥΣΗΣ  

Πώς γδέρνει στον αμφιβληστροειδή το φως,
σε υπόγειο κρυφό, ο προβολέας που τυφλώνει,
έτσι φαντάζομαι τον θάνατο της ποίησης.

Γιατί δεν τα μαυρίζει του θανάτου η καύση
τα κόκκαλά της, αλλά η λέρα, οι γραμμοκώδικες και των μεταλλίων
οι διατρήσεις,
τα ποτήρια που οι καλεσμένοι πετούν, χαρούμενοι, ψηλά ως το ταβάνι
–πώς φωσφορίζουν!–
κι οι ανήμεροι μουσικοί που παν και τα βουτάν
με το ράμφος τους.


Εξού και γράφω το καλύτερο ποίημα
που μπορώ να γράψω.
Το ποίημα που τρυπανίζει, κόβει τα συνεχή ράμματα
κι αφήνει τις αρτηρίες της, ίδιες σωλήνες
υπό πίεση, να σφαδάζουν, ελεύθερες, γύρω απ’ τον τράχηλο.
Που χαρακώνει τις φλέβες του αέρα
κι ελευθερώνει τους θεούς, τις πέτρες.

Οι χειρότερες αποξέσεις γίνονται πάνω στο χαρτί
και με το όπλο παρά πόδα.
Αλλά το χέρι με το οποίο γράφω χωρίζεται από το κορμί μου,
όπως τα χέρια των κρατούμενων της Σιβηρίας,
κρυμμένα ανάμεσα στους στοιβαγμένους κορμούς στα μεγάλα παγωμένα
τρένα που ξεκινάνε για τον κόσμο.
Το παραμικρό, ούτε ένας βόγγος δεν ηχεί
μες στη μεταλλική στοά της γλώσσας.

Απλώνω το χέρι, φρουροί μου τα παντζούρια της κλινικής,
λευκοί μολοσσοί τα παντζούρια,
τόσο μόνο ώστε να γράψει το ποίημα που πλένει
τα κουρασμένα πόδια σου στα κάτουρά του.
Κανένας κόρφος, κανένα σύννεφο δεν ριγάει.
Τα τουφέκια μπορεί.
Οι δρόμοι.

Το χέρι μου δεμένο σαν χειροπέδα
με την αντίληψή του για την ποίηση.

Το χέρι –χωρισμένο απ’ το κορμί– αιωρούμενο πάνω από τον κόσμο.
Καθετήρας σπερματέγχυσης στο πεδίο δράσης του.

ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΣΕ ΣΤΗΡΙΞΕ

Οι άντρες που σε συναντούν χάνουνε πάντα βάρος. 
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε κι όσους κρυφά
προσπάθησαν τους έκοψες στα δυο, με το σπαθί,
στο ύψος της μέσης.
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε κι όσοι προσπάθησαν
να διώξουν τους παλιοτσικνιάδες απ’ τα στήθη σου
με τη γλώσσα τους λησμόνησαν ότι όλοι οι εκπνεύσαντες φαλλοί
πιστεύουν πως τα στήθη των γυναικών εκπέμπουν
παλλόμενο φως.
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε κι όσους
εφόρμησαν ίδιοι ελεύθεροι δρομείς προσηλωμένοι
από τον έναν στον άλλο σου γοφό, τους ξαπόστειλες.
Μετά από ατυχή συμβάντα σύνορα γιατρικά,
τους ξαπόστειλες στον παλιό κλίβανο απ’ όπου
είχανε και παλιά περάσει. Άντρας κανένας
δεν σε στήριξε, δεν κατάλαβε από πού ερχόταν
το ανάλαφρο βήμα σου που σκόρπιζε τόσο μεγάλη θλίψη
στον χοντρό σβέρκο των διωκτών. Άντρας κανένας
δεν σε στήριξε κι όσοι προσπάθησαν
φορώντας τη στολή κάτω από το δέρμα,
σου ζήτησαν να τους κάνεις χώρο
στο άκακο κορμί σου.
Κι έπρεπε το κορμί σου μέσα του να τους κλείσει όπως μήλο
τρυφερό κλείνει, ερήμην του, μέσα του τα σκουλήκια.
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε κι όσοι προσπάθησαν
κρύφτηκαν ξάφνου στα αποδυτήρια των κολυμβητριών.
Σκορπίσαν σε παραμυθένιες έλικες,
πασχίζοντας ξανά και ξανά ν’ ανυψωθούν.
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε κι όσοι προσπάθησαν,
υπό του μαστιγίου σου το φως,
παράλυτοι από λόγια, ποδοπατούσε ο ένας τον άλλον,
όπως ελέφαντας την προβοσκίδα του,
και σωριάζονταν στο κρεβάτι. Εσύ, μόνη, σήκωνες το κεφάλι
και κοίταζες κατά το σούρουπο, κατά τον ουρανό
με τις άπειρες φλέβες του.
Άντρας κανένας δεν σε στήριξε. Ήτανε λες
κάποιοι απ’ αυτούς νεαρά αγόρια
που πάντα χασομεράν στα ουρητήρια.
Κι οι άλλοι, γερασμένοι θαλασσόλυκοι που προσμένουν
οι άνεμοι οι ομίχλες οι σειρήνες
ν’ ανάψουν των Διόσκουρων τις φωτιές, όπως παλιά,
στου καταρτιού την κορφή. Άντρας κανένας δεν σε στήριξε
και σ’ όσους σε κοίταξαν, εν τη αγνοία τους, μέσα από
την αχλή της κλήσης για εκσπερμάτωση,
είπες με βροντερή φωνή ότι άντρας κανένας
ποτέ δεν σε στήριξε.
Ότι είχαν ξαπλώσει όλοι τους στου νοήματος τη μελανή κλίνη,
τυφλωμένοι κι εμπερονισμένοι όπως μπροστά
στα χωρίς κλειτορίδα κορίτσια της Αφρικής.
Κι ότι άντρας κανένας δεν σε στήριξε και όσοι προσπάθησαν
σε ικέτευαν τη νύχτα και έκλαιγαν ώρα πολλή,
με αναφιλητά, πάνω στο τόξο της λεκάνης σου. Πάνω στη ρόδινη υφή της,
του χρυσοβήρυλλου. Κι εσύ τους έλεγες
πως όλο το διάστημα αυτό, στον αγγλικό κήπο
πίσω από το άσυλο, η κόρη του κηπουρού έσκαβε
το στέρνο του εραστή της με τα στήθη της.
Τους έλεγες ότι άντρας κανένας ποτέ δεν σε στήριξε.
Και άντρας κανένας δεν σε στήριξε έκτοτε και ούτε καν
προσπάθησε. Γιατί εσύ κρύβεις τον ευνούχο σου
κάτω από το δέρμα, με τον κολπικό κύβο πεπιεσμένο,
κι οι άντρες που σε συναντούν χάνουνε πάντα βάρος.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΟΘΟΝΗΣ ΑΦΗΣ

Ουρλιάξαμε, βλαστημήσαμε, 
κυλιστήκαμε στο χώμα.
Ανάμεσα στις ψηλές εργατικές κατοικίες μας στα προάστια
υψώνονταν ήσυχα τα έμβολα της νύχτας.
Κι ανεβήκαμε στα καμιόνια
κι ήπιαμε.
Στους δρόμους, τα κορίτσια ξεδιπλώνονταν σαν λάβαρα.
Χορέψαμε και φτύσαμε, ήπιαμε
ως το πρωί, ως το χιλιόμετρο μηδέν.

Πάνω εκεί ήρθαν οι κυνηγοί και χτύπησαν
την πόρτα μας·
δεν λέγαμε να ξυπνήσουμε, γκρινιάζανε.
Ακόνισαν το ράμφος τους στους τοίχους∙
κλαίγοντας, στους σκοτεινούς διαδρόμους,
γέμισαν τα όπλα τους
κι αυνανίστηκαν.

Κάτι λαστιχένια κλομπ μπορεί
να φώτισαν, από κοντά, τις μελανιές μας,
να χώρισαν τα ζυγωματικά μας στα δυο,
ενώ χορεύαμε σαν άγριοι.
Η πραγματικότητα μάς ανέβηκε ίσα στον φάρυγγα.

Κι ύστερα ήρθαν όσοι ήταν στην Ανάνηψη
Αλλά δεν μας γνώρισαν.
Ούτε μας άπλωσαν ξανά το χέρι ούτε μας ζήτησαν ξανά
λιγάκι φως
μες απ’ το τζάμι της οθόνης αφής.

Οι επίλεκτοι σκοπευτές που σάπιζαν πάνω στις στέγες μπορεί.
Αυτοί ακόνισαν το ράμφος τους
στα γυάλινα πλευρά μας,
αυτοί φυσήξαν στα σωληνάκια του χτικιού μας
και πίεσαν μαλακά τα έμβολα της νύχτας.

Κι εμείς, τυλιγμένοι σε κάτι σεντόνια,
δεν τους γνωρίζαμε άλλο πια.

ΤΡΙΠΛΗ ΓΕΦΥΡΑ. ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ ΤΟ ΚΛΕΙΣΤΡΟ

Σα να ήθελες, κομμένος στα τρία, να διασχίσεις 
τον ήσυχο ποταμό Λιουμπλιάνιτσα,
να στριμώξεις στην άκρη της γέφυρας
του ναού το προαύλιο, τη φολιδωτή κατασκευή
που περιστρέφεται εκεί κάτω, επί τόπου,
σαν κυκλικό πριόνι.

Μάνα, κλαμένη, με ένα δισάκι λαχανικά στην αγκαλιά
Μαζεύει λες από τη γη, με το χέρι,
τη σάρκα που έξυσαν από τα κόκαλά σου.
Μάτι κλειστό, το τρίτο.

Μάνα, σίγουρα ξέρει πώς ένα δάκρυ φουσκώνει μέσα σου στρογγυλό,
κουλουριασμένο σαν αγρίμι,
κατά τον νόμο της ελαχίστης επιφανείας
όπου μπορεί να διαχυθεί ο πόνος.
Πώς περιστρέφεται ένα δάκρυ κάτω εκεί, επί τόπου,
πάντα βαθύχρωμο, σα δράπανο,
στρόβιλος το αίμα σου και ζέστανες τα σκαλιά
του καθεδρικού, τους τοίχους, τον ρυθμό βολής·
ένα δάκρυ που μέσα του πλένει η μάνα ώρα πολλή,
σα να ’σουν γιος της σκοτωμένος, τα ξεριζωμένα νύχια,
τις πατούσες σου.

Πίσω, είναι η τριπλή γέφυρα:
την περπατάς και φεύγεις, αν φεύγεις,
την περπατάς κι έρχεσαι, αν έρχεσαι,
την περπατάς και φεύγεις.
Μάτι κλειστό, το τρίτο. Το κλείστρο του.

ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗΣ. ΝΤΟΠΑΜΙΝΗ ΚΑΙ ΗΔΟΝΗ

Κάθε νύχτα, ο ηβικός κόμπος λίγο-λίγο χαλαρώνει. 
Το δέρμα φυραίνει.
Με εργαλεία μαλακά, σάρκινα,
προσπαθούμε να ξηλώσουμε την άνω κρανιακή ραφή του νου,
ν’ ανοίξουμε τα μαύρα κουτιά των ηδονών.

Παίρνει έτσι μπρος το σύστημα επιβράβευσης. Με
το τόξο μιας βιόλας που διατηρεί στον ακουστικό
θάλαμο τα αγκομαχητά των μουζικάντηδων.
Λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Ψάχνουμε μιαν άλλη φλόγα,
μια νέα αγκαλιά – μια λούπα λες
που να δείχνει τον κόσμο αλλιώτικο,
τα πράγματα όπως φτιάχτηκαν.
Να μην κρέμεται πια πάνω από το κρεβάτι η σάρκα
σα να στραγγίζει σε τσιγκέλι.

Τη νύχτα, ξοδεύουμε τόση επιμονή.
Το θρόισμα του σεντονιού, τη νύκτια αναλαμπή
της επιδερμίδας που στάζει πολλή λύπη.
Τη σιωπή τη γλώσσα που πεισμώνουν
να φέρουν σα γέφυρα τους ανθρώπους κοντά.
Όλοι οι κόμποι χαλαρώνουν σιγά-σιγά,
σύμφωνα με τον μύθο της άγονης ανακύκλωσης.
Την αιώνια κι απελπισμένη αναζήτηση της αγάπης.
Και τα πράγματα παρουσιάζονται, τελικά,
όπως είναι.
Ξεγυμνωμένα από τα φεγγριστά ονόματα που τα
δηλώνουν, ξεπλυμένα από την ουροδόχο κύστη κάθε έννοιας.
Καθαρά, αναπόδραστα, με απέραντη σκληράδα.


Και το ποτάμι σκοντάφτει, κάτω από τα παράθυρα, στη γέφυρα.
Σα να ταΐζει τους πνιγμένους του
στο τελευταίο πάτωμα.

⸙⸙⸙

[Η πολιτογραφημένη πλέον ως Γαλλίδα ποιήτρια Linda Maria Baros (Βουκουρέστι, 1981) συμμετείχε στο 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (2025). Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή La nageuse désossée. Légendes métropolitaines, Le Castor Astral, 2020.]

Κύλιση στην κορυφή