Στην Καθημερινή της Κυριακής της 31ης Ιουλίου 2022, διαβάσαμε άρθρο, το οποίο μας παρουσίαζε το πώς η απότομη και πολύ μεγάλη απόσυρση της ανθρώπινης δραστηριότητας κατά την περίοδο των lockdowns είχε ευεργετικές συνέπειες για τις χελώνες της Ζακύνθου. Οι καρέτα-καρέτα, σημείωνε το δημοσίευμα, βλέποντας τη θάλασσα άδεια από σκάφη και ανθρώπους, κινήθηκαν προς τα ρηχά και πιο θερμά νερά, όπου οι θηλυκές χελώνες συναντούν πάντα ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την ωρίμανση των αυγών τους. Παρέμειναν στα θερμότερα ύδατα όσο χρειαζόταν, καθώς, λόγω της πανδημίας, δεν υπήρχε ανθρώπινη όχληση. Για την απόσυρση αυτή των ανθρώπων ο αρθρογράφος παραπέμπει σε έναν νέο όρο που επιλέχθηκε από Αμερικανούς επιστήμονες: την «ανθρωπόπαυση». Αυτόν τον όρο δανείζεται και για να τιτλοφορήσει το άρθρο του[1], κρατώντας ως φαίνεται κάποιες αποστάσεις από τους Αμερικανούς επινοητές του, μια και τον θέτει εντός εισαγωγικών και υπαινίσσεται μία σπουδή στην ονομασία αυτή. «Έσπευσαν να ονομάσουν», σημειώνει.
Aνθρωπόπαυση. Ένας όρος εύστοχος για το συμβάν που περιγράφει το δημοσίευμα, αλλά συγχρόνως και ανατριχιαστικός. Παύση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Είναι γεγονός ότι ο απομονωτισμός που επιβλήθηκε με την πανδημία του COVID 19 προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό σε πολλούς οικολογιστές. Διαβάζουμε στηMonde, κάποιοι απ’ αυτούς να υποστηρίζουν ότι η στρατιωτικού τύπου πειθαρχία που επιβλήθηκε κατά την έναρξη της πανδημίας, από κατάσταση εξαίρεσης, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει μία κανονικότητα[2]. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, αλλά και με τρόπο πιο ωμό, σε έναν συλλογικό τόμο που εκδόθηκε στη Γαλλία το 2020[3], ο Dominique Bourg, o Pablo Servigne και άλλοι μας προτείνουν να εμπνευσθούμε από τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας και να απαρνηθούμε πολλές από τις ατομικές μας καταναλώσεις. Μας εισηγούνται, συγκεκριμένα, να θέσουμε, κατόπιν δημοψηφίσματος, πλαφόν, όχι μόνο στην κατανάλωση ενέργειας, αλλά σε όλα τα προϊόντα, τα οποία θα πρέπει, σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο, να φέρουν επάνω τους ένδειξη ενεργειακής αποτίμησης, η δε αγορά τους να μεταφέρεται ηλεκτρονικά σε προσωπικό λογαριασμό του καταναλωτή/αγοραστή.
Όμως, φωνές σαν κι αυτές δεν περιορίζονται σε τέτοιες μόνο υποδείξεις. Μαζί με τις προτάσεις για τον περιορισμό της κατανάλωσης ξεπηδούν και εκείνες για τον περιορισμό του πληθυσμού της γης. Ο Pablo Servigne πάλι, μαζί με τον Raphaël Stevens, οικτείρουν το γεγονός ότι οι σπάνιες μέχρι σήμερα προσπάθειες οικειοθελούς περιορισμού του πληθυσμού δεν έχουν αποδώσει καλά αποτελέσματα[4], ενώ άλλοι[5] συνηγορούν υπέρ μιας λύσης που θα προέβλεπε αναπαραγωγή κατόπιν αδείας. Bλέπουμε να αναπαράγονται συχνά, νεομαλθουσιανές[6] θεωρίες και θέσεις, περισσότερο ή λιγότερο συγκεκαλυμμένα, που δεν θα ήταν υπερβολή αν τους προσδίδαμε ένα εγκληματογενή χαρακτήρα.
Ανθρωπόπαυση. Διαβάζοντας και ακούγοντας όλο και πιο συχνά αυτόν τον όρο μέσα στο σημερινό συγκείμενο του οικολογικού ακτιβισμού, κατανοούμε απολύτως τι θέλει να δηλώσει: ο άνθρωπος είναι κάτι το καθ’ υπερβολήν σήμερα επάνω στη γη. Επιβάλλεται με κάθε τρόπο ο περιορισμός της παρουσίας του. Είτε ως περιορισμός και κατάπαυση δραστηριοτήτων του είτε και ως ελάττωση ακόμη και αυτού του αριθμού του πληθυσμού του.
Για την πληρέστερη κατανόηση της έννοιας της ανθρωπόπαυσης επιβάλλεται να επισκεφθούμε και επισκοπήσουμε έναν άλλο καινοφανή όρο, ο οποίος έχει εισέλθει στη γεωλογία και τείνει να καταλάβει θέση με επιστημονικές μάλιστα αξιώσεις∙ έναν όρο που από τις συνδηλώσεις του φαίνεται ότι έχει πλαστεί για να ενοχοποιήσει την ανθρώπινη φύση και τις δραστηριότητές της. Πρόκειται για τον όρο ανθρωπόκαινος. Για τη λεγόμενη ανθρωπόκαινο γεωλογική περίοδο∙ μία περίοδο δηλαδή, στην οποία έχουμε εισέλθει μετά την πλειστόκαινο και εμφανίζεται ως μία υποκατηγορία της ολοκαίνου, ως μία δηλαδή γεωλογική εποχή, προσδιοριζόμενη στο ακέραιό της από τον άνθρωπο[7]. Για τους εισηγητές του όρου, η ανθρωπόκαινος εποχή αρχίζει με την εμφάνιση του ανθρώπου ως μίας σημαντικής γεωλογικής δύναμης. Συνήθως χρωματίζεται από τους οικολογιστές με χρώματα σκοτεινά και παρουσιάζεται ως διαδεχόμενη μια χρυσή γεωλογική εποχή, κατά την οποία ο άνθρωπος ήταν πιο ταπεινός απέναντι στη φύση. Ο χρονικός προσδιορισμός της έναρξης της περιόδου αυτής δεν είναι κάτι στο οποίο συμπίπτουν οι επινοητές της. Κάποιοι ανάγουν το ξεκίνημα της εποχής αυτής στην ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας κατά τη δεκαετία του 1950, κάποιοι στη βιομηχανική επανάσταση, κάποιοι στην ανακάλυψη της Αμερικής και τις μεγάλες εξερευνήσεις. Ακόμη πιο πέρα, δεν είναι λίγες οι φωνές εκείνες[8] που ανάγουν την αρχή της ανθρωποκαίνου στην έναρξη της νεολιθικής επανάστασης. Ασχέτως των διαφοροποιήσεων για την αφετηρία της περιόδου αυτής, ο κοινός τόπος των θέσεων των νέων αυτών θεωρητικών είναι ότι η ανθρωπόκαινος παραπέμπει στη χρονική περίοδο εκείνη κατά την οποία ο άνθρωπος κατέστη όχι μόνο ένας σημαντικός και ισχυρός γεωλογικός παράγων, αλλά συγχρόνως και ασύμμετρος. Για τους οικολογιστές κήρυκες των απόψεων αυτών, η ανθρωπόκαινος γεωλογική εποχή είναι το πέρασμα από τη φυσική επιλογή στην τεχνητή επιλογή. Στην κυριάρχηση του ανθρώπου πάνω στη φύση. Μία φύση όμως που οι θεωρήσεις αυτές τείνουν να την προσωποποιήσουν ως μία φύση αμετάβλητη. Όπως παρατηρεί ο Ferghane Azihari[9], γι’ αυτούς
η εποχή αυτή [σ.σ: η ανθρωπόκαινος] εικονογραφεί την ανθρώπινη ασυμμετρία, η οποία υφαρπάζει τη φυσική επιλογή των φυτών από τον μεγάλο τελετάρχη των φυσικών σκοποθεσιών. Η ιδιοποίηση αυτή καθίσταται στα μάτια τους ακόμη περισσότερο σκανδαλώδης, καθ’ όσον καθοδηγείται, όπως ισχυρίζονται, από το κέρδος. Περιττεύει να πούμε ότι για τους πολέμιους της ανθρωποκαίνου εποχής, οι δραστηριότητές μας προκαλούν ζημιά σε πολλούς οργανισμούς. Οι πρόγονοί μας αποδεκάτισαν την μεγαπανίδα της πλειστοκαίνου περιόδου. Μετατρέψαμε ένα μεγάλο μέρος της βλάστησης σε καλλιεργήσιμα εδάφη για να παραγάγουμε την τροφή μας, υφαρπάζοντας χώρο από τα φυτά και τα άγρια ζώα. Επιλέγουμε τις ποικιλίες εκείνες που η αγρονομία και το εμπόριο κρίνουν ότι μας ενδιαφέρουν. Τροποποιούμε το DNA τους χάρη στο δαιμόνιό μας στη γενετική∙ φορτώσαμε με οξύτητα τους ωκεανούς και αλλάξαμε τις φυσικές ροές της γης και το κλίμα. Με τις πράξεις μας απειλούμε τη ζωή των ειδών εκείνων που μας είναι αδιάφορα και τα οποία θα είναι ανίκανα να προσαρμοστούν στους όρους εκείνους, τους οποίους γεννούν οι επιθυμίες μας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποδίδουν στην ανθρωπόκαινο επιπτώσεις γενοκτονίας.
Η σταχυολόγηση των κειμένων είναι προδήλως ελλειπτική. Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά σε ένα κείμενο τέτοιου εύρους, όπως το παρόν. Παρά ταύτα, καταφέρνει να αποτυπώσει κάποια χαρακτηριστικά πολλών σήμερα φωνών και συμπεριφορών μιας όλο και πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οικολογίας. Και τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν μία κεντρική συνιστώσα. Ο άνθρωπος δείχνεται πια με το δάχτυλο για τις ζημιές που επιφέρει στο ενδιαίτημά του. Τη γη. Τη φύση. Ο άνθρωπος έχει καταστεί κάτι το υπερβολικό πάνω στη γη. Κάτι που παραείναι, και για το οποίο πρέπει να πούμε ως εδώ και μη παρέκει. Για όλες τις φωνές αυτού του είδους, η κλιματική κατάσταση οφείλεται στα παραπτώματά μας. Μια, όχι μόνο υφέρπουσα, αλλά και εκφραζόμενη, αφελής εκ πρώτης όψεως,, αλλά διόλου μετριοπαθής, οικολογική σκέψη δεν θεωρεί πλέον τον άνθρωπο ως το κέντρο του κόσμου, αλλά θεωρεί ως κέντρο τον κόσμο, τον οποίο πρέπει να προστατέψουμε από τους ανθρώπους. Έτσι, κατά τις θεωρήσεις αυτές, το οικοσύστημα περιβάλλεται μία αξία πολύ ανώτερη από την αξία του ανθρώπου, ο οποίος μεθίσταται σε ένα είδος μάλλον επιβλαβές για όλα τα άλλα είδη. Με σκεπτικό τέτοιο σαν κι αυτό, ή άλλα ανάλογα, έχει ωριμάσει για κάποιους η στιγμή, το κοινωνικό συμβόλαιο των φιλοσόφων του 18ου αιώνα να καλείται να παραχωρήσει τη θέση του σε ένα πιο καθολικό συμβόλαιο, το φυσικό συμβόλαιο[10], στο πλαίσιο του οποίου ολόκληρο το σύμπαν θα καθίστατο υποκείμενο δικαίου. Για τον Michel Serres, εμπνευστή της έννοιας του φυσικού συμβολαίου, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 δεν θα φτάσει ποτέ στην πλήρη οικουμενικότητά της αν δεν συμπεριληφθούν σ’ αυτήν και όλα τα είδη της φύσης. Πλέον, τα δείγματα της αμφισβήτησης του κλασικού ουμανισμού όλο και πληθαίνουν. Ο ανθρωποκεντρισμός του Διαφωτισμού εγκαταλείπεται. Κάθε εκδήλωση συμπάθειας και συμπόνιας στα είδη της φύσεως συνοδεύεται απαραίτητα από μία διάσταση έντονης κριτικής κατά του νεωτερικού ανθρώπου και εν γένει της νεωτερικότητας, η οποία χαρακτηρίζεται, ανάλογα με την οπτική γωνία θέασης, ως «δυτική», «καπιταλιστική», «τεχνικιστική», «καταναλωτική» κ.λπ.
Όλα τα παραπάνω μας κάνουν να αναγνωρίσουμε τη διορατικότητα του Γάλλου πολιτικού φιλοσόφου Marcel Gauchet, o οποίος, ήδη το 1990, δημοσίευε ένα άρθρο του για τον κυκλοφορούντα τότε οικολογιστικό λόγο, με τον τίτλο: «Κάτω από την αγάπη για τη φύση, το μίσος για τους ανθρώπους»[11]. Στάθηκε ικανός να διαγνώσει, ήδη τριάντα και πλέον χρόνια πριν, τη σχέση που είχε η ανάπτυξη του οικολογικού ακτιβισμού και των οικολογικών κινημάτων με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Η νίκη τότε των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών και η διαφαινόμενη ιδεολογική ηγεμονία του καπιταλισμού ώθησαν, σύμφωνα με τον Γάλλο πολιτικό φιλόσοφο, έναν γέρικο αριστερισμό να μεταμορφωθεί. Η μεταστροφή αυτή γινόταν πιο άνετα μια και ο πολιτισμικός αριστερισμός διατηρούσε μία λανθάνουσα αλλά άσβεστη συνιστώσα του, την απέχθειά του προς τη βιομηχανική νεωτερικότητα. Μια συνιστώσα, την οποία έβλεπε άλλωστε με συμπάθεια και η άκρα αντινεωτερική δεξιά. Όμως, παρατηρεί ο M.Gauchet,
η απήχηση που βρήκε στην κοινή γνώμη αυτή η νέα θεματική των μεταστραφέντων αριστεριστών οφείλεται στο ότι στην πραγματικότητα ανακυκλώνει μία θεολογική αποσκευή, μία κουλτούρα, θρεμμένη από την χριστιανική παράδοση, η οποία περιμένει την επανάχρησή της. Και αυτή είναι η κλασική καταγγελία και καταδίκη της σατανικής οιήσεως ενός δημιουργήματος, το οποίο θέλησε να υπερβεί τα όριά του, παραγνωρίζοντας ότι ούτε το ίδιο ανήκει στον εαυτό του αλλ’ ούτε και η δημιουργία του ανήκει[12].
Η τελευταία αυτή παρατήρηση μας οδηγεί κατευθείαν στον ιστορικό Lynn White και σε ένα περίφημο άρθρο του[13], που δημοσιεύτηκε το 1967, στο οποίο στρεφόταν κατά μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης του χριστιανισμού, στην οποία προσήπτε ότι συντελεί στην επιτέλεση του οικολογικού προπατορικού αμαρτήματος. Θεωρούσε ο White ότι ο χριστιανισμός, στη δυτική του εκδοχή, είναι η πιο ανθρωποκεντρική θρησκεία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, ενθαρρύνει την ανθρώπινη έπαρση και δίνει προτεραιότητα στο πνεύμα της επιστήμης και στην ιδέα της προόδου. Xριστιανός o ίδιος, δεν καταγγέλλει τον χριστιανισμό καθ’ εαυτόν, αλλά την απομάκρυνσή του από μία ανάγνωση του κόσμου πιο ανιμιστική και πιο πανθεϊστική. Αντιτίθεται στην αρχή της υπερβατικότητας του Θεού, που τον τοποθετεί έξω από την φύση. Με έναν Θεό έξω από τη φύση, γράφει, και όχι στους κόλπους της, καθίσταται πιο παραδεκτό για τον άνθρωπο να την καθυποτάξει και να την εκμεταλλευτεί. Αντιθέτως, η παρουσία του θείου μέσα στη φύση απαξιώνει την εκμετάλλευσή της. Σε επίρρωση των θέσεων και προτάσεών του φέρνει το παράδειγμα των παγανιστών που προσεύχονταν στους Θεούς πριν κόψουν ένα δένδρο. Με δυο λόγια, η ανάγνωση του χριστιανισμού από τον White τείνει στην αντικατάσταση του «αλαζονικού» ανθρωποκεντρισμού από έναν διάχυτο πανθεϊστικό κοσμοκεντρισμό.
Για να επανέλθουμε στην ανάλυση του Marcel Gauchet, το ερώτημα που ο Γάλλος φιλόσοφος θέτει, μετά τη διαπίστωσή του για τη μεταστροφή του αριστερισμού στην οικολογία, είναι το πού πρέπει να εντοπισθεί σήμερα ο εχθρός. Με άλλα λόγια ποιον πρέπει τώρα να μισούμε. O εχθρός, απαντά, για τον μετεστραμμένο στην οικολογία αριστερισμό,
αναζητείται πλέον μέσω του εδεμικού ονείρου μιας φύσης απηλλαγμένης από τη μάστιγα των ανθρώπων. Η μόλυνση επιτρέπει πλέον να ονομάσεις έναν εχθρό που δεν τον είχες σκεφτεί έως τώρα. Είναι φανερό, και δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να το ακούσουμε γύρω μας, ότι αυτός ο οποίος κατεξοχήν μολύνει είναι το ανθρώπινο είδος. Έτσι, φτάνουμε σε ένα νέο φαντασιακό, άκρως ατομικιστικό, σύμφωνα με το οποίο, ο εχθρός είναι αυτός ο ίδιος ο διπλανός μας. Ο διπλανός μας καταντά να είναι κάτι το υπερβολικό, κάτι που παρά είναι σήμερα. Και αν δεν σκεφτόμαστε να τον εξαφανίσουμε, σκεφτόμαστε όμως να τον αποφύγουμε.
Μπαίνουμε έτσι, συνεχίζει ο M.Gauchet, σε μία περίοδο, κατά την οποία
το πάθος των συγχρόνων μας για μια όλο και πιο μεγάλη καθαρότητα του περιβάλλοντός μας γεννά μια δυσκολία να ζήσουμε ως κοινωνία. Μπορεί να πετύχουμε να έχουμε οικολογικές κοινωνίες, αλλά θα πρόκειται για μία παράξενη μορφή αυτού που αποκαλούμε κοινωνία[14].
Σε μία παράλληλη γραμμή κινείται και ο Γάλλος φιλόσοφος Pascal Bruckner, o οποίος στο βιβλίο του Ο φανατισμός της Αποκάλυψης. Να σώσουμε τη γη, να τιμωρήσουμε τον άνθρωπο[15] θα εντοπίσει κι αυτός ως κρίσιμο χρονικό σημείο του νέου οικολογισμού στην Ευρώπη την εσωτερική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η ενδόρρηξη αυτή του σοσιαλιστικού κόσμου μπορεί να μας κολάκευσε στη Δύση, αλλά το ότι μείναμε οι μόνοι κερδισμένοι της μετωπικής σύγκρουσης συνεπαγόταν η κριτική που απευθυνόταν προς το καταρρεύσαν καθεστώς και την ιδεολογία του, να εστιάζεται τώρα ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό. Ο κομμουνισμός υπέστη ήττα και εξέλιπε, αλλά ο καπιταλισμός φαινόταν να μεταμελείται που τον σκότωσε. Τώρα πια, ως ηγεμονεύουσα ιδεολογία, ήταν μόνος στον στίβο και άρα ο μόνος υπεύθυνος για όλα τα δεινά του πλανήτη. Δεν πιστωνόταν πια με τίποτε το θετικό. Αντιθέτως του χρεώνονταν αποκλειστικά όλες οι βλαπτικότητες. Η Σοβιετική Ένωση, γράφει ο Bruckner, διασφάλιζε κατά κάποιον τρόπο το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Ο θρίαμβός μας πάνω σ’ αυτήν μας αφόπλισε. Η αίσθηση αυτή κατέστη ακόμη πιο έντονη μετά την ακρο-φιλελεύθερη στροφή της οικονομίας από την Θάτσερ και τον Ρήγκαν, η οποία δεν έλυσε τα προβλήματα αλλά, στην ουσία, δημιούργησε έναν νεο-φεουδαρχισμό για τους πλουσίους, οι οποίοι συγκέντρωσαν τεράστια πλούτη ανεξάρτητα από κάθε κατοχή καταλληλοτήτων και αξιοτήτων και χωρίς αυτό να συνοδεύεται από επωφελή οικονομικά αποτελέσματα για τις κοινωνίες. Αναδυόταν έτσι ως επιβεβλημένη η ανάγκη για διαδοχή στις αξίες μας, για υποκατάσταση των παλαιών με καινούργιες. Η δυσκολία, μας λέει ο Bruckner, να καθορίσουμε έναν νέο αξιόπιστο εχθρό ήταν πράγματι μεγάλη. Χρειαζόταν πια να πάμε πιο μακριά. Να φτάσουμε μέχρι τη ρίζα του κακού. Και το κακό βρέθηκε. Ήταν η επιθετικότητά μας, η παράφορη μανία μας κατά της φύσης. Για αιώνες ολόκληρους κηρύξαμε τον πόλεμο ενάντια στη φύση θέλοντας να κυριαρχήσουμε επάνω της. Τώρα, πρέπει να κηρύξουμε τον πόλεμο στον πόλεμο, να υπογράψουμε μια ανακωχή με το νερό, το δέντρο, την πέτρα, τον ωκεανό. Το φυσικό συμβόλαιο[16] πρέπει να υποκαταστήσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Πώς θα μετατρέψουμε λοιπόν αυτή τη δυσανεξία σε νομιμοποιημένη οργή; Πώς θα προσδιορίσουμε τον στόχο; Η απάντηση προκύπτει αβίαστα: Επιλέγοντας τον άνθρωπο ως τον κατεξοχήν κίνδυνο. Επιτέμνοντας τη συλλογιστική του ο Bruckner θα σημειώσει χαρακτηριστικά:
Παριστάμεθα μάρτυρες εδώ και μισό αιώνα στην πραγματικότητα μιας διαδοχικής διολίσθησης προς αποδιοπομπαίους τράγους: ο μαρξισμός είχε υποδείξει τον καπιταλισμό ως τον υπεύθυνο της ανθρώπινης αθλιότητας. Ο τριτοκοσμισμός, απογοητευμένος από την αστικοποίηση της εργατικής τάξης, υπεκατέστησε τον καπιταλισμό, βάζοντας στη θέση του τη Δύση, ως τον μεγάλο εγκληματία ενώπιον της Ιστορίας, ως τον επινοητή της «δουλείας» της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Η ετεροπαγκοσμιοποίηση, πιο εφήμερη αυτή, αρκέστηκε να σωρεύσει τους δύο προηγούμενους. Με την οικολογία πάμε ένα σκαλοπάτι παραπέρα: ο ένοχος είναι ο άνθρωπος ο ίδιος μέσα στη θέλησή του να δεσπόσει πάνω στον πλανήτη και να τον ελέγξει… Πλέον, τα τρία εξιλαστήρια θύματα μπορούν να επισωρευθούν, προστιθέμενα το ένα στο άλλο: η οικολογία μπορεί πλέον να απορρίπτει τον καπιταλισμό, επινοημένο από μία Δύση αρπακτικό των λαών και καταστροφέα της γης. […] Αυτός είναι ο λόγος που τόσοι συνταξιούχοι του μπολσεβικισμού μεταστρέφονται στο πράσινο προκειμένου να διευρύνουν την παλέτα τους με τις απευθυνόμενες μομφές. Ανακύκλωση των αντικαπιταλιστικών κλισέ, όπως ανακυκλώνουμε χρησιμοποιημένα νερά. Η οικολογία έρχεται να προσθέσει ακόμη ένα στρώμα μίας νέας απόρριψης. Θέλει τον εαυτό της ως την κατάληξη όλων των κριτικών που έχουν σχηματισθεί πριν απ’ αυτήν[17].
Βλέπουμε καθαρά και πάλι την ανθρωπόκαινο εποχή να κουβαλάει ένα αρνητικό φορτίο στο στόμα των επινοητών της, αλλά και όλων εκείνων που διακινούν τον όρο. Αν μάλιστα δεχθούμε τις εκδοχές που τοποθετούν την εμφάνισή της στον χρόνο έναρξης της βιομηχανικής επανάστασης, τότε, με βάση το σκεπτικό που εκθέσαμε παραπάνω, γίνεται απολύτως κατανοητή και η επ’ εσχάτων επινόηση του όρου καπιταλόκαινος[18] εποχή, ως συνώνυμο της ανθρωποκαίνου ή ως όρος που πρέπει να την αντικαταστήσει. Η καπιταλόκαινος ξεκλειδώνει την έννοια της ανθρωποκαίνου και της προσδίδει ακριβέστερη σημασία. Το μίσος κατά του ανθρώπου, για το οποίο μίλησε ο Marcel Gauchet to 1990, είναι το μίσος κατά του ανθρώπου της Δύσης, του βιομηχανικού πολιτισμού, της νεωτερικότητας και της προόδου.
Όμως, η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν αρκεί για την εξήγηση των διαστάσεων που έχει λάβει ο οικολογισμός των ημερών μας, όπως αυτός κυκλοφορεί στον λόγο και τα γραπτά των ακτιβιστών οικολόγων και των μεγάλων οικολογικών οργανώσεων. Ήδη, αναφερόμενοι στο άρθρο του Marcel Gauchet και παραπέμποντας στον Lynn White, εντοπίσαμε την θρησκευτικού χαρακτήρα διάσταση που υπόκειται στο φαινόμενο και συντελεί στο ότι αυτό εξαπλώνεται και λαμβάνει διαστάσεις. Ενδιαφέρον είναι στο σημείο αυτό να ακούσουμε τι λέει σχετικά ένας από τους μεγάλους οικολόγους ακτιβιστές που αγωνίστηκε επί δεκαετίες για ένα πράσινο πλανήτη. O Αμερικανός Michael Shellenberger. Γράφει στο βιβλίο του με τον τίτλο «Apocalypse Never»[19]:
Το 2019, όταν είδα τον κόσμο να διαδηλώνει και να φωνάζει ότι δισεκατομμύρια άνθρωποι πρόκειται να πεθάνουν από την κλιματική αλλαγή, όταν είδα το άγχος να ανεβαίνει, ιδίως μεταξύ των εφήβων, αποφάσισα να μιλήσω ανοιχτά για να ξεχωρίσω την επιστήμη από τη μυθοπλασία. Παρά το ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματική, αυτό δεν σημαίνει το τέλος του κόσμου.
Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου του θέτει το ερώτημα του τι κρύβεται πίσω από την άνοδο του αποκαλυψιακού περιβαλλοντισμού. Τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, η επιθυμία κύρους κα ισχύος; Δίνει τη δική του απάντηση:
Nαι, είναι κι αυτά, αλλά κυρίως, και περισσότερο απ’ όλα, είναι η ανάγκη που αισθάνονται υποτιθέμενοι εκκοσμικευμένοι άνθρωποι για υπερβατικότητα. Αυτή η πνευματική παρόρμηση θα μπορούσε να είναι φυσική και υγιής, αλλά κηρύσσοντας τον φόβο χωρίς την αγάπη, την ενοχή χωρίς τη λύτρωση, η νέα αυτή θρησκεία καταντά να περιορίζεται στην ικανοποίηση των βαθύτερων ψυχολογικών και υπαρξιακών μας αναγκών.
Στην τελευταία αυτή παρατήρηση του Michel Shellenberger αξίζει να προστεθεί και ένα απόσπασμα από συνέντευξή του[20] που έδωσε τον Νοέμβριο του 2019:
Ήμουν κι εγώ, λέει, από εκείνους που κατά τον ψυχρό πόλεμο, έκρουα τον κώδωνα του κινδύνου μπροστά στις συνέπειες που αυτός μπορούσε να έχει και στον κίνδυνο του πυρηνικού ολέθρου που αυτός εγκυμονούσε. Όταν με την πτώση του τείχους όλο αυτό μας τελείωσε τόσο απότομα, τότε διερωτήθηκα: «πού θα στραφεί τώρα ο χιλιασμός μου;». Τι έκανα λοιπόν; Ανακύκλωσα τον φόβο μου για το τέλος του κόσμου προς την κατεύθυνση μιας οικολογικής καταστροφής. Όταν σήμερα βλέπω τους κλιματο-ακτιβιστές να μιλάνε για την κλιματική αλλαγή, παρατηρώ ότι το κάνουν με τον ίδιο τρόπο που μιλούσαμε εμείς τότε, πριν από την πτώση του Τείχους, για την απειλή του πυρηνικού πολέμου.
Έρχεται και ο Michel Shellenberger, στις επισημάνσεις του αυτές, να επιβεβαιώσει την υποκείμενη θρησκευτικότητα του νεο-οικολογισμού. Αυτόν τον χιλιασμό που ψάχνουμε να βρούμε πού θα τον στρέψουμε τώρα; Όμως, πρέπει να τονίσουμε εδώ την ιδιαιτερότητα του νέου αυτού χιλιασμού, την οποία εντοπίζει εύστοχα ο Αμερικανός συγγραφέας. Πρόκειται για έναν χιλιασμό που αρχίζει και τελειώνει με τη σαγήνη που ασκεί η επικείμενη καταστροφή. Στη «συντέλεια» που έρχεται. Η ριζοσπαστική οικολογία σήμερα δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο, όπως έκαναν ο μαρξισμός και άλλες επαναστατικές θεωρίες. Καταγγέλλει την επερχόμενη καταστροφή ως νομοτέλεια και θεωρεί εχθρούς όσους δεν πιστεύουν σ’ αυτήν.
***
Μετά απ’ όλα αυτά, εύλογο προβάλλει το ερώτημα: με ανθρωπόκαινο ή όχι, θα πολεμήσουμε την εποχή αυτή και τα επιτεύγματά της; Θα περπατήσουμε στα μονοπάτια της ανθρωπόπαυσης; Θα αφεθούμε στις ρομαντικές σειρήνες των συνθημάτων για αποανάπτυξη; Θα θεωρήσουμε τη βιομηχανική επανάσταση εγκληματική; θα βαδίσουμε προς προνεωτερικές κατευθύνσεις και ατραπούς; Θα επανενοχοποιήσουμε για μια ακόμη φορά τη Δύση; Θα δοξάσουμε την πλειστόκαινο εποχή και θα κηρύξουμε την επιστροφή μας σ’ αυτήν; Θα αρνηθούμε την υπεροχή και πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης ratio και θα αντιταχθούμε στο αξίωμα του Descartes ότι ο άνθρωπος είναι κύριος και κάτοχος της φύσης; Θα λατρέψουμε την Θεά Γαία θυσιάζοντας την ανθρωπότητα σ’ αυτήν; Μήπως πίσω από την απόδοση των φυσικών καταστροφών στις πράξεις του ανθρώπου φλερτάρουμε με νέες θεοδικίες καλυμμένες σήμερα με εκκοσμικευμένη επίφαση; Θα συνταχθούμε με τον Ρουσσώ, ο οποίος πίσω από την καταστροφή που προκλήθηκε από τον μεγάλο σεισμό της Λισσαβόνας έβλεπε την ευθύνη των ανθρώπων, που θέλησαν να σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλον στις μεγάλες πόλεις ή θα χαιρετήσουμε την απάντηση του Βολταίρου, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να κανονίσει τους λογαριασμούς του με μία φυσιολατρική μακαριότητα και να του παρατηρήσει ότι «διαβάζοντάς σας κανείς καταλαμβάνεται από την επιθυμία να περπατήσει με τα τέσσερα»; Θα βάλουμε κατά του ανθρωποκεντρικού αφηγήματος του βιβλίου της Γενέσεως και θα προσχωρήσουμε σε έναν αναδυόμενο πανθεϊσμό παγανιστικού τύπου;
Επιβάλλεται να ξεχωρίσουμε τους μύθους από τις πραγματικότητες. Είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τις οικολογίες. Με όποια ιδιαίτερη απόχρωση και όποια χαρακτηριστικά και εάν εμφανίζονται αυτές, εν τέλει ανακεφαλαιώνονται σε δύο βασικές κατηγορίες. Η μία είναι αυτή που συγκεντρώνει όλα τα γνωρίσματα που εκθέσαμε αμέσως παραπάνω. Είναι εσχατολογική, χιλιαστική, αποκαλυψιακή, πανθεϊστική, νεοπαγανιστική, νεο-πουριτανική, εσπεροφοβική και θέτει φανερά προς συζήτηση το θέμα της αμφισβήτησης του δυτικού ουμανισμού[21]. Eίναι η οικολογία που θέλει να τελειώνει με την ανθρωπόκαινο εποχή. Η οικολογία της ανθρωπόπαυσης.
Στον αντίποδα αυτής της οικολογίας της ασυναρτησίας[22] βρίσκεται η οικολογία εκείνη που ξεκινάει από την ιδέα του ότι, μέσω της φύσεως, εκείνο το οποίο σκοπούμε είναι η προστασία του ανθρώπου. Ακόμη και από αυτόν τον ίδιο του τον εαυτό όταν παίζει τον μαθητευόμενο μάγο[23]. Δεν υπάρχουν άλλα υποκείμενα δικαίου πέρα από τον άνθρωπο. Δεν τίθεται θέμα αντικατάστασης του κοινωνικού συμβολαίου από ένα φυσικό συμβόλαιο. Η περιβάλλουσα φύση δεν έχει μία ενδογενή αξία. Η αξία που θεωρείται αποδεκτή είναι η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι εάν καταστρέψουμε αυτό που μας περιβάλλει θέτουμε σε κίνδυνο την ίδια μας την ύπαρξη ως ανθρώπων ή έστω τους όρους μιας καλής ζωής πάνω στη γη. Γι’ αυτό, απέναντι στην αραίωσητων φυσικών πόρων πρέπει να απαντήσουμε με τον πλούτο της ανθρώπινης επινοητικότητας. Είμαστε ήδη μπροστά σε μία πρωτάκουστη ανανέωση σε πολλούς τομείς: στη βιομηχανία, την αγροτική καλλιέργεια, την αρχιτεκτονική, την κατασκευή ακινήτων και αλλού. Πρέπει να στοιχηματίσουμε στην ιδιοφυΐα του ανθρώπινου είδους, η οποία είναι ικανή να κατευνάσει και δαμάσει τους φόβους μας και να μας προσφέρει νέες λύσεις.
Το περιβάλλον είναι η μετοχή του ρήματος περιβάλλω και προϋποθέτει την ύπαρξη του περιβαλλόμενου. Το περιβάλλον είναι έννοια που σημαίνει την περιφέρεια. Το κέντρο παραμένει ο άνθρωπος. Στην περιβαλλοντική οικολογία ξεκινάμε από μία θέση ουμανιστική και ανθρωποκεντρική και η φύση λαμβάνεται υπ’ όψιν εμμέσως και όχι αμέσως. Έτσι, ποτέ αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστό υποκείμενο, μία οντότητα δηλαδή που θα είχε τη δική της εν εαυτή απόλυτη αξία[24].
Τα κηρύγματα της ανθρωπόπαυσης γίνονται όλο και πιο θορυβώδη στις μέρες μας. Τα οικολογικά κινήματα εμφανίζονται όλο και πιο αντιουμανιστικά. Αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε με ρεαλιστικές πολιτικές τα προβλήματα που τίθενται, εάν θέλουμε να ξεκόψουμε από το μυθοπλαστικό φαντασιακό της νέας οικολογιστικής θρησκευτικότητας, τότε πρέπει επειγόντως από τη φύση να επιστρέψουμε στο περιβάλλον.
[1] Γιάννης Ελαφρός, «Η “ανθρωπόπαυση” ωφέλησε σοβαρά τα οικοσυστήματα», Καθημερινή, 31.7.2022.
[2] Συλλογικό, «Après le confinement, il nous faudra entrer en résistance climatique», Le Monde, 19.3.2020.
[3] Dominique Bourg, Gauthier Chapelle και άλλοι, Rétour sur Terre, PUF 2020.
[4] Pablo Sevigne et Raphaël Stevens, Comment tout peut s’ effondrer, εκδ. SEUIL, 2015.
[5] Antoine Buenno, Pérmis de procréer, Παρίσι, Albin Michel, 2019.
[6] Τhomas Malthus (1766-1834), Βρετανός θεωρητικός, υπέρμαχος του περιορισμού του ανθρώπινου πληθυσμού. Στο κλασικό έργο του Δοκίμιο για την Αρχή του Πληθυσμού, γραμμένο στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης (1798), υποστηρίζει ότι η παραγωγή του πλούτου, αυξανόμενη με αριθμητική πρόοδο, δεν αρκεί για να στηρίξει μία αύξηση του πληθυσμού, αυξανόμενη με γεωμετρική πρόοδο. Προτείνει μία πολιτική ελέγχου των γεννήσεων, φθάνοντας, πάστορας ο ίδιος, στο σημείο να επιτεθεί κατά της φιλανθρωπίας∙ μιας γενναιοφροσύνης, όπως λέει, τα μακροχρόνια αποτελέσματα της οποίας με φοβίζουν.
[7] Paul Crutzen, «A man-made world», The Economist, 2.6.2011.
[8] Jean-Paul Demoule, «Néolithique, L’ agriculture a-t-elle fait le Malheur des homes?», Histoire, Février 2022.
[9] Ferghane Azihari, Les Écologistes contre la modernité. Le process de Prométhée, εκδ. La Cité, Παρίσι 2022, σελ. 158-159.
[10] Michel Serres, Le contrat naturel, François Bourin, 1990.
[11] Marcel Gauchet, «Sous l’amour de la nature, la haine des homes», Le Débat, 1990/3, no 60, σ. 247 κ.επ.
[12] Marcel Gauchet, ό.π.
[13] Lynn T. White, «The Historical Roots of our Ecological Crisis», Science, 10.3.1967.
[14] M. Gauchet, Sous l’ amour de la nature la haine des hommes, ό.π.
[15] Pascal Bruckner Le fanatisme de l’Apocalypse, Sauver la Terre, punir l’Hοmme, εκδ. Grasset, Παρίσι, 2011.
[16] Βλέπε Michel Serres, Le Contrat naturel, ό.π.
[17]Pascal Bruckner, Le fanatisme de l’ Apocalypse, ό.π., σ. 28-29.
[18] Jason Moore, Anthropocene or capitalocene. Nature, History and the Crisis of Capitalism, εκδ. PM Press/Kairos, Όκλαντ, Η.Π.Α., 2016.
[19] Michael Shellenberger Apocalypse never, why environmental alarmism hurts us all, εκδ. Harper, Η.Π.Α., 2020.
[20] Le Point, 19.11.2019.
[21] Βλέπε Jacques Julliard, Le Figaro Vox, 2.5.2021.
[22] Pascal Bruckner, Le Fanatisme de l’Apocalypse, ό.π. σ. 14.
[23] Luc Ferry, Le Nouvel Ordre écologique, εκδ. Grasset et Fasquelle, Παρίσι, 1992.
[24] Luc Ferry, ό.π.
