Γεννήθηκα το 1959. Έτσι το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας και τα πρώτα χρόνια της εφηβείας συνέπεσαν με τη δικτατορία και τη μεταπολίτευση. Οι εμπειρίες εκείνων των χρόνων συνόδευσαν την ενηλικίωσή μου μαζί με δύο άλλους παράγοντες: τον κινηματογράφο και το Ιστορικό Σπουδαστήριο του Κολλεγίου Αθηνών, όπου πέρασα τα μαθητικά μου χρόνια με υποτροφία.
Δεν ανήκα σε οικογένεια με αριστερή παράδοση. Ο πατέρας μου, που πέθανε το 1969, ψήφιζε την Ένωση Κέντρου, η μητέρα μου μάλλον την ΕΡΕ. Ωστόσο ακόμα και για ένα παιδί που δεν βίωνε στο οικογενειακό του περιβάλλον τους διωγμούς που έφερε η χούντα, δεν ήταν δύσκολο να διακρίνει τις ιδιαίτερες συνθήκες που είχαν επικρατήσει από τότε που είχα δει, επτά χρονών, τα τανκς να προχωρούν στην Πατησίων κοντά στην Πλατεία Κολιάτσου. Στο ραδιόφωνο τα εμβατήρια είχαν αντικαταστήσει τα τραγούδια του Θεοδωράκη που σιγοτραγουδούσε η μητέρα μου. Κάποιες συζητήσεις γίνονταν χαμηλόφωνα. Η προπαγάνδα ήταν πανταχού παρούσα, από την αντικομμουνιστική ραδιοφωνική εκπομπή «Στον ιστό της αράχνης» και τις επετειακές εκδηλώσεις για την «εθνοσωτήριον επανάστασιν» έως τα «Επίκαιρα» στους κινηματογράφους και τα σχολικά βιβλία. Πολύ σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν υπογείως τα ανέκδοτα για τη χούντα. Η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη δημοσιοποίησε τη λειτουργία ενός αντιστασιακού κινήματος. Η ύπαρξή του έγινε εμφανέστερη αργότερα, από τους πρώτους μήνες του 1973, πρώτα με την εξέγερση στη Νομική τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, στη συνέχεια με τη δήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή κατά της δικτατορίας τον Απρίλιο, το κίνημα στο ναυτικό και την ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλος» τον Μάιο και μετά με την φανερή αντίδραση στο δημοψήφισμα του Ιουλίου. Η Βραδυνή που κυκλοφόρησε με ένα μεγάλο γαλάζιο ΟΧΙ στο εξώφυλλο είχε γίνει ανάρπαστη, πριν κατασχεθεί από την αστυνομία. Στο δημοψήφισμα ήμασταν οικογενειακώς στην Αμάρυνθο και μόνο στον δικό μας κύκλο υπήρχαν περισσότερα «ΟΧΙ» από όσα περιλάμβαναν τα νοθευμένα αποτελέσματα για το εκεί εκλογικό τμήμα.
Πολύ πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, εκτός από τα γεγονότα που προανέφερα, δύο συμπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να είμαι πιο συνειδητοποιημένος για όσα συνέβαιναν από όσο θα επέτρεπε φυσιολογικά η ηλικία των 13 ετών. Η πρώτη σύμπτωση είναι πραγματικά ιδιαίτερη. Η μητέρα μου είχε στο σπίτι δύο «πουφ», δερμάτινες αιγυπτιακές ή αιγυπτιάζουσες μαξιλάρες, που τις γέμιζε με εφημερίδες. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά σίγουρα πριν από το 1973, ανέλαβα να αντικαταστήσω τις παλιές εφημερίδες με νέες. Όπως οι παπυρολόγοι βρίσκουν στη χαρτονένια συσκευασία κάποιας μούμιας παπύρους με ιδιωτικά έγγραφα (επιστολές, αιτήσεις, λογαριασμούς, συμβόλαια), έτσι κι εγώ βρέθηκα ξαφνικά ενώπιον εφημερίδων των ταραγμένων ετών που προηγήθηκαν της δικτατορίας. Ήταν κυρίως φύλλα της Ελευθερίας, της εφημερίδας που αγόραζε ο πατέρας μου, πριν την κλείσει η χούντα την 21η Απριλίου του ʼ67. Από μικρός ήμουν αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν Lesewurm (κυριολεκτικά «σκουλήκι του διαβάσματος», δηλαδή βιβλιοφάγος). Φορούσα γυαλιά από την 1η Δημοτικού. Όταν ο οφθαλμίατρος ρώτησε τη μητέρα μου πώς κατάλαβε ότι έχω μυωπία, του απάντησε: «Όταν διαβάζει εφημερίδα, την φέρνει κοντά στα μάτια του». Se non e vero e ben trovato – αλλά δεν αποκλείεται όντως να διάβαζα εφημερίδες από 5 ή 6 χρονών, γιατί έχοντας έναν κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδελφό παρακολουθούσα, όσο μπορούσα, τα σχολικά του μαθήματα πριν πάω στο σχολείο. Επίσης οι γονείς μου είχαν τη συνήθεια να φυλάσσουν εφημερίδες και περιοδικά που αναφέρονταν σε σημαντικά γεγονότα. Θυμάμαι στο πατάρι μας να είναι φυλαγμένες εφημερίδες για τη δολοφονία του Κένεντι, την κηδεία του βασιλιά Παύλου και τον γάμο της Σοφίας. Έτσι, τα «πουφ» έκρυβαν για μένα έναν απρόσμενο θησαυρό πληροφοριών για μια εποχή που υπήρχαν κόμματα, βουλή, έντονες αντιπαραθέσεις και ελευθερία έκφρασης.
Η δεύτερη σύμπτωση ήταν πολύ σημαντικότερη και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου. Το 1972 ένας από τους καθηγητές μου στη 2α Γυμνασίου, ο Χάρης Χιονίδης, ανέφερε κάτι που μού έκανε εντύπωση. Ότι ως μαθητής κρατούσε ένα αρχείο με αποκόμματα από εφημερίδες που ανέφεραν σημαντικά γεγονότα, δημιουργώντας έτσι ένα προσωπικό ημερολόγιο (almanac ή year book). Στη βιβλιοθήκη του Κολλεγίου –μια εξαιρετική βιβλιοθήκη που διηύθυνε ο Κυριάκος Ντελλόπουλος, μια εξέχουσα πνευματική μορφή– αναζήτησα τα αμερικανικά almanacs πρόσφατων χρόνων, για να μου χρησιμεύσουν ως πρότυπα. Φυσικά ούτε αυτά υπήρχαν ούτε τα περιοδικά για τα οποία είχε συνδρομές το Κολλέγιο, όπως το Time, είχαν πέσει θύμα της λογοκρισίας όπως οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στα περίπτερα. Έτσι, από τα τέλη του 1972 άρχισα να κολλάω σε τετράδια αποκόμματα εφημερίδων. Το αποτέλεσμα ήταν το 1973 να με βρει να παρακολουθώ μέρα με τη μέρα, κυρίως μέσα από την αντιπολιτευόμενη Βραδυνή τα γεγονότα στον κόσμο και στην Ελλάδα, σε μια κρίσιμη χρονιά, σφραγισμένη στη διεθνή σκηνή από την αποχώρηση των Αμερικανών από το Βιετνάμ, την αρχή του Γουότεργκεϊτ και τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ και στην ελληνική από την έντονη αντιδικτατορική δράση, την κυβέρνηση Μαρκεζίνη και την προοπτική εκλογών, την εξέγερση του Πολυτεχνείου και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη. Όλα αυτά, όπως και η συλλογή πολιτικών γελοιογραφιών, γίνονταν σε βάρος των σχολικών υποχρεώσεων με ορατά τα αποτελέσματα στον «έλεγχο». Πριν χωριστούμε σε Κλασικό και Πρακτικό Λύκειο ήμουν ένας από τους χειρότερους μαθητές της τάξης μου.
Αυτή η μακρά εισαγωγή εξηγεί πώς την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 1973 βρέθηκα έξω από το Πολυτεχνείο, 14χρονος μαθητής, όχι τυχαία, αλλά από επιλογή. Εκείνη την εποχή παρακολουθούσα μαθήματα γερμανικών στα εξωτερικά μαθήματα της Γερμανικής Σχολής που γίνονταν τότε σε ένα κτήριο στην οδό Μπενάκη. Μετά το σχολείο, που τελείωνε στις 4 το απόγευμα, το σχολικό λεωφορείο με άφηνε στην Πλατεία Αμερικής, στον κινηματογράφο ΑΤΤΙΚΑ, όπου εργαζόταν η μητέρα μου, και από εκεί πήγαινα στα μαθήματα γερμανικών (αν θυμάμαι καλά, 6 με 8 μμ). Λόγω της κατάληψης του Πολυτεχνείου και των τεράστιων διαδηλώσεων στην περιοχή, τα μαθήματα εκείνη την Παρασκευή ακυρώθηκαν και η σχολή έμεινε κλειστή. Κανονικά θα έπρεπε να πάρω το λεωφορείο για το σπίτι. Έλα όμως που είχα παρακολουθήσει – χάρη στην καθημερινή ανάγνωση των εφημερίδων – τη φοιτητική εξέγερση στην Ταϊλάνδη που έναν μήνα νωρίτερα είχε ανατρέψει ένα δικτατορικό καθεστώς… Κάτι ανάλογο φαινόταν αίφνης εφικτό και στην Ελλάδα, που επί έξι χρόνια δεν είχε γνωρίσει ανάλογη μαζική και ορατή αντίδραση στη δικτατορία. Έτσι ήταν αδύνατο να αντισταθώ στον πειρασμό να βρεθώ κι εγώ εκεί και να παρασυρθώ από τον ενθουσιασμό. Δεν θυμάμαι αν φώναζα συνθήματα –μάλλον απίθανο–, αλλά έδωσα όλη τη γραφική ύλη που είχα στη σάκα μου για να γραφτούν προκηρύξεις. Δεν έμεινα για πολύ ώρα, γιατί, δεδομένου ότι είχε σταματήσει η κυκλοφορία λεωφορείων, έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι, στο τέρμα Γαλατσίου, με τα πόδια. Πήρα μαζί μου αρκετές προκηρύξεις, για να τις σκορπίσω κι εγώ.
Με είχε πάρει ο ύπνος, όταν γύρω στα μεσάνυχτα γύρισαν στο σπίτι η μητέρα μου και ο αδελφός από την Πλατεία Αμερικής, όπου άκουγαν τον Σταθμό του Πολυτεχνείου. Έκπληκτος άκουσα ότι από τις 10 το βράδι ακούγονταν πυροβολισμοί και γίνονταν συγκρούσεις. Θυμάμαι το σοκ, όταν το πρωί του Σαββάτου έγινε σαφές ότι η εισβολή στο Πολυτεχνείο ήταν αιματηρή, με άγνωστο αριθμό νεκρών. Αυτό δεν εμπόδισε τον αδελφό μου κι εμένα, με πρόσχημα ότι θα επισκεφθούμε συγγενείς στην Κυψέλη, να κατεβούμε στην Πλατεία Αμερικής δύο μέρες αργότερα. Το πέρασμα των τανκς από την Πατησίων είχε αφήσει τα σημάδια του, με σπασμένες κολώνες και ζημιές στο κατάστρωμα του δρόμου. Τα τζάμια σε κάποιες εισόδους πολυκατοικιών ήταν σπασμένα και σε κάποια σημεία είχε ριχτεί άμμος για να καλύψει το αίμα. Όταν είδαμε να πλησιάζει ένα τεθωρακισμένο, εξαφανιστήκαμε στους στενούς δρόμους της Κυψέλης. Όταν επιβλήθηκε πάλι ο στρατιωτικός νόμος, φρόντισα να κρύψω τις προκηρύξεις, για ασφάλεια αλλά και με μια δόση ειρωνείας, ανάμεσα στις σελίδες της τετράτομης Πολιτικής Ιστορίας της Νεωτέρας Ελλάδος του Μαρκεζίνη (έκδοση του 1966), που είχε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μας.
Ενώ έχω πολύ θολές μνήμες για τα παιδικά μου πριν από το Πολυτεχνείο, θυμάμαι με μεγάλη διαύγεια τα χρόνια που ακολούθησαν, τα χρόνια του Λυκείου και των προπτυχιακών σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ίσως αυτό να οφείλεται στα συναρπαστικά γεγονότα που ως έφηβος άλλοτε παρακολούθησα κι άλλοτε βίωσα– τα δραματικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974, τη μεταπολίτευση, τη δίκη των πρωταίτιων της δικτατορίας, τις εκλογές του 1974 και του 1977, την έκρηξη δημιουργίας σε κάθε τομέα του πολιτισμού μετά την επταετία της λογοκρισίας και του φόβου, και τη δική μου πολιτικοποίηση και στράτευση στον χώρο της αριστεράς. Αγαπημένα ακούσματα της παιδικής ηλικίας που είχαν χαθεί για επτά χρόνια – «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ», «Σε πότισα ροδόσταμο», «Στρώσε το στρώμα σου για δυο» – εμφανίστηκαν πάλι το καλοκαίρι του 1974. Η λέξη «χούντα» ακουγόταν ξαφνικά στην τηλεόραση. Η «Συννεφούλα» του Σαββόπουλου, τραγούδι του 1966 που στη δικτατορία είχε επενδυθεί με το μήνυμα της επιστροφής της δημοκρατίας («κι έρχεται ο Απρίλης, αχ καρδούλα μου», «να γυρίσεις σου ζητώ») ακουγόταν παντού, μαζί με τα τραγούδια από «Το μεγάλο μας τσίρκο». Αυτή την εποχή έπαιξαν ρόλο στην ενηλικίωσή μου οι δύο άλλοι παράγοντες που προανέφερα: ο κινηματογράφος και το Ιστορικό Σπουδαστήριο του Κολλεγίου Αθηνών.
Η οικογένειά μου είχε ιδιαίτερη σχέση με τον κινηματογράφο. Ο πατέρας μου, ο Τάκης Χανιώτης, ήταν γνωστός επιχειρηματίας στον τομέα αυτό στις δεκαετίες του ʼ50 και ʼ60, ως αντιπρόσωπος της Columbia Pictures στην Ελλάδα για αρκετά χρόνια, συνιδιοκτήτης της εταιρείας ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΦΙΛΜΣ – οι γνωστότερες παραγωγές ήταν οι ταινίες Καταδικασμένη κι απ’ το παιδί της (1955) με την Ελένη Χατζηαργύρη και Της τύχης τα γραμμένα (1957)–, διευθυντής πρώτα του κινηματογράφου ΙΝΤΕΑΛ και στη συνέχεια (από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60) του ΑΤΤΙΚΑ, όπου συνέχισε να δραστηριοποιείται και η μητέρα μου μετά τον θάνατό του. Χάρη στους γονείς μου είχα ελεύθερη πρόσβαση στους κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας, την «Αελλώ», τον «Αχιλλέα», το «Αττικόν», την «Αλεξάνδρα» και φυσικά (μετά την πτώση της δικτατορίας) το θρυλικό «Στούντιο» του Καψάσκη. Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να παρακολουθώ την ταινία Zulu (1964), που παραμένει μια από τις αγαπημένες μου πολεμικές ταινίες, από το δωματιάκι με το μηχάνημα προβολής στο ΑΤΤΙΚΑ – περίπου σαν τον Σαλβατόρε στο Cinema Paradiso του Τορνατόρε. Δύο ταινίες που επί βδομάδες δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου ήταν ο Λώρενς της Αραβίας, ίσως η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, και το Ανατολικά της Εδέμ.
Η πτώση της δικτατορίας σήμανε μια αναγέννηση για τον κινηματογράφο. Τις ελληνικές κωμωδίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Βουτσά και τις πατριωτικές ταινίες του Τζέημς Πάρις τις οδήγησαν στο περιθώριο ταινίες μιας εποχής έντονου προβληματισμού, τόσο ευρωπαϊκές όσο και αμερικανικές. Δεν ήταν μόνο οι νέες παραγωγές, με κορυφαίο τον Θίασο του Αγγελόπουλου (1975) και το 1900 του Μπερτολούτσι (1976), που στην αισθητική απόλαυση πρόσθεταν το ερέθισμα της σκέψης. Ήταν και όλες εκείνες οι ταινίες που δεν είχαν προβληθεί στη δικτατορία, από τις Μπανάνες του Γούντι Άλλεν (1971) και τον Νοννό (1972) ως τις ταινίες του Παζολίνι και σοβιετικών σκηνοθετών. Τηλεόραση αποκτήσαμε μόλις το 1974 και τότε μια από τις εκπομπές που ενδυνάμωσαν ακόμα περισσότερο την αγάπη μου για τον κινηματογράφο ήταν η «Μεγάλη Οθόνη» του Παύλου Ζάννα, του κορυφαίου κριτικού του κινηματογράφου, που έδωσε πρόσβαση σε παλιές ταινίες, όπως Ο Δράκος και Η κάλπικη λίρα. Οι εισαγωγές του στις ταινίες ήταν πραγματικό σχολείο, που σε μάθαινε στην ταινία να βλέπεις πέρα από την πλοκή. Η μητέρα μου, Μάντω Χανιώτη, προτιμούσε το θέατρο – μαζί της είχα δει ως παιδί αξέχαστες παραστάσεις όπως τον Καπετάν Μιχάλη με τον Κατράκη (το 1966, μόλις 7 χρονών), το Σλουθ με τον Αλεξαδράκη και τον Χόρν (1970) και την Γλυκιά Ίρμα με τη Λαμπέτη (1971). Αλλά η δική μου πρόσβαση στο θέατρο ήταν ακουστική. Δεδομένου ότι ως το 1974 δεν είχαμε τηλεόραση, το ραδιόφωνο ήταν το μέσο διασκέδασης και ενημέρωσης και παρακολουθούσα ανελλιπώς το «Θέατρο της Δευτέρας» του Δευτέρου Προγράμματος. Ωστόσο, ομολογώ ότι το πάθος μου ήταν για τον κινηματογράφο, πριν αντικατασταθεί κάπως (σε μεγαλύτερη ηλικία) από την αγάπη για την όπερα. Ίσως οι ατελείωτες ώρες που πέρασα βλέποντας ταινίες να είναι ένας από τους λόγους που στην ενασχόλησή μου με την αρχαία ιστορία αντιμετωπίζω την αρχαιότητα όχι απλώς ως αναγνώστης κειμένων, αλλά ως θεατής εικόνων που προσπαθώ να αναπλάσω. Δεν είναι τυχαίο ότι βασικά ερευνητικά μου ενδιαφέροντα στη μελέτη της αρχαιότητας, η θεατρικότητα, το συναίσθημα, οι τελετουργίες και η νυκτερινή ζωή, έχουν μια σαφέστατη οπτική διάσταση.
Η πτώση της δικτατορίας συνέπεσε με τη μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο – στο Κολλέγιο ήταν τότε τετραετές – και την απόφασή μου να ακολουθήσω την κατεύθυνση του Κλασικού. Εκτός από την έμφαση που δινόταν πλέον στα μαθήματα που με ενδιέφεραν πραγματικά – ιστορία, αρχαία και νέα ελληνικά – από την 1η Λυκείου παρακολουθούσαμε έναν θεσμό που πραγματικά καθόρισε τη μετέπειτα πορεία μου: το Ιστορικό Σπουδαστήριο. Με πρόσβαση στην εξαιρετική βιβλιοθήκη του Κολλεγίου, έπρεπε να γράψουμε δύο ιστορικές εργασίες στην 1η Λυκείου και μία στις επόμενες τάξεις. Μάθαμε (όσοι θέλαμε να μάθουμε) την αποδελτίωση πηγών, τη χρήση βιβλιογραφίας, τον τρόπο που δίνονται παραπομπές, την οργάνωση του υλικού. Θυμάμαι τις εργασίες που έγραψα τότε: «Η Αθηναϊκή Συμμαχία», «Ο Δημήτριος Πολιορκητής» (1975) – τότε δεν μπορούσα να φανταστώ ότι 35 χρόνια αργότερα ο θεατρικότερος των ελληνιστικών βασιλέων θα πρωταγωνιστούσε στο βιβλίο μου για τη Θεατρικότητα στην ελληνιστική εποχή–, «Η στρατιωτική οργάνωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας» (1976) – αυτή η εργασία κρατήθηκε στο σπουδαστήριο ως υπόδειγμα –, «Η παπική πολιτική και η δημιουργία του ιταλικού κράτους» (1977) και «Η δημιουργία εθνικής συνείδησης στην Ελλάδα» (1978) – το θέμα της ταυτότητας είχε σημαντική θέση αργότερα στις μελέτες μου για την Κρήτη και την Αφροδισιάδα.
Χάρη στην εμπειρία στο Ιστορικό Σπουδαστήριο μπήκα στο πανεπιστήμιο το 1978 έχοντας ήδη τα εφόδια που χρειάζεται κανείς ακόμα και για μεταπτυχιακές σπουδές και αυτό εξηγεί γιατί πριν κλείσω τα 25 μου χρόνια ήμουν ήδη διδάκτορας του πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης (1984). Θυμάμαι με ευγνωμοσύνη τους καθηγητές μου εκείνης της εποχής – όλοι τους με δικό τους ερευνητικό έργο. Ο Επαμεινώνδας Βρανόπουλος, υπεύθυνος για τον Αρχαιολογικό Όμιλο, στον οποίο ανήκα, ήταν εκείνος που μου κίνησε το ενδιαφέρον για την αρχαιολογία. Από τον Νέστορα Μπούρα έμαθα τη βαθιά ανάγνωση κειμένων και τη σημασία της γλωσσικής έκφρασης. Ο Γεράσιμος Βανδώρος με μύησε στη μεθοδολογία της ιστορίας. Μαζί γράψαμε όταν ήμουν δευτεροετής φοιτητής μια ανάλυση της Ανάβασης του Ξενοφώντα για σχολική χρήση (Εκδόσεις Γρηγόρη, 1980). Λόγω της γνώσης των γερμανικών, μετέφραζα για καθηγητές άρθρα και κεφάλαια από βιβλία μεγάλων Γερμανών φιλολόγων, του Bruno Snell, του Eduard Fränkel, του Richard Harder.
Χάρη στις μεταφράσεις, αλλά και κάποια ιδιαίτερα μαθήματα, είχα αρκετά χρήματα, που όλα επενδύονταν σε βιβλία. Περίπου την εποχή που ανακάλυπτα την αγάπη για αρχαιότητα, οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλου ανανέωσαν την κυκλοφορία της σειράς αρχαίων συγγραφέων, που τη δεκαετία του ʼ40 διηύθυνε ο Γιάννης Κορδάτος· κάθε δύο βδομάδες και ένας χαρτόδετος τόμος – κίτρινοι για τη φιλοσοφία, μπλε για το δράμα, λευκοί για την ιστορία. Ο πρώτος τόμος, αν θυμάμαι καλά το 1975 ή 1976, ήταν ο Σοφιστής του Πλάτωνα σε μετάφραση και εκτενέστατη εισαγωγή του Δημήτρη Γληνού –τότε δεν ήξερα ότι ήταν ο ιθύνων νους της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917 και αργότερα πρωτεργάτης στην ίδρυση του ΕΑΜ. Έχω στη βιβλιοθήκη μου ακόμα εκείνον τον τόμο, το πρώτο μου λόγιο ανάγνωσμα στον τομέα των αρχαιογνωστικών επιστημών. Είναι γεμάτο με σημειώσεις γραμμένες με μολύβι στο περιθώριο. Ξαφνικά έβλεπα τον Πλάτωνα όχι ως συγγραφέα έργων της σχολικής ύλης, αλλά από την κριτική σκοπιά ενός αριστερού συγγραφέα. Ένας αρχαίος διανοητής κατέβαινε από το βάθρο που τον είχε τοποθετήσει η αρχαιολατρία, στα χώματα της ιστορικής πραγματικότητας της εποχής του. Ήταν ένα απότομο, αλλά ευεργετικό βάπτισμα στην κριτική αντιμετώπιση της αρχαιότητας και της αρχαίας γραμματείας που έμελλε να με ακολουθήσει στην ερευνητική μου σταδιοδρομία. Την ίδια επίδραση είχε η Εισαγωγή στη φιλοσοφία του αριστερού διανοητή Χαράλαμπου Θεοδωρίδη, έκδοση του 1933, που ξανακυκλοφόρησε μετά τη δικτατορία. Τα επόμενα χρόνια του Λυκείου και τα πρώτα φοιτητικά χρόνια προστέθηκαν πολλά βιβλία που διαμόρφωσαν τα ενδιαφέροντά μου και την προσέγγισή μου στην ιστορία, όπως το Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα του Ζαν-Πιέρ Βερνάν, Η αναγκαιότητα της τέχνης του Ερνστ Φίσερ, Τι είναι η ιστορία του Έντουαρντ Καρρ, και ο Γυμνός πίθηκος του Ντέσμοντ Μόρρις. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των συγγραφέων, παρά τη διαφορετική τους καταγωγή και μεθοδολογία, είναι ότι ανήκαν στον χώρο της Αριστεράς.
Εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση η Αριστερά, στις διάφορες εκδοχές της, ασκούσε ηγεμονία σε κάθε χώρο του πολιτισμού και της διανόησης – χωρίς αντίστοιχη πολιτική επιρροή. Η ακτινοβολία του εκδοτικού οίκου Θεμέλιο, υπό τη διεύθυνση του Μίμη Δεσποτίδη, ήταν πολύ ευρύτερη από την πολιτική επιρροή του ΚΚΕ εσωτερικού στο οποίο πρόσκειτο. Το ερώτημα αν εντάχθηκα στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς οφείλεται σε αυτά τα διαβάσματα ή αν η πολιτική τοποθέτηση με οδήγησε στα διαβάσματα είναι ανάλογου τύπου με το αν έγινε πρώτα η κότα ή το αβγό. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιρροή του αδελφού μου, του Τάσου, στελέχους του «Ρήγα Φεραίου». Ομολογώ ότι στα διαβάσματά μου δεν ανήκαν θεωρητικά βιβλία του μαρξισμού· δεν διάβασα ποτέ Πουλαντζά, ενώ αντίθετα είχα διαβάσει τα σημαντικά μυθιστορήματα που είχε εμπνεύσει ο σταλινισμός και ο φόβος για τα απολυταρχικά καθεστώτα: Το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθουρ Κέστλερ (1940), τη Φάρμα των ζώων (1945) και το 1984 (1948) του Τζόρτζ Όργουελ, Το Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου· δεν έτρεφα ούτε τρέφω συμπάθεια για την κομμουνιστική θεωρία και ακόμα λιγότερη για τις απόπειρες εφαρμογής της. Ήταν η εποχή που ο «Ιστορικός Συμβιβασμός» στην Ιταλία έδειχνε μια διαφορετική προοπτική για την ευρωπαϊκή αριστερά και η ταινία Ο άνθρωπος από σίδερο (1981) του Βάιντα έδειχνε μια κριτική εικόνα του υπαρκτού σοσιαλισμού, λίγο πριν επιβληθεί στρατιωτικός νόμος στην Πολωνία, για να κατασταλεί το κίνημα «Αλληλεγγύη». Στην αριστερά – ως στέλεχος του Δημοκρατικού Αγώνα κατά τις σπουδές μου στην Ελλάδα (1978–1982) – με οδήγησε μάλλον ο ορθολογισμός μου, η απέχθειά μου σε κάθε είδος αδικίας, η αποστροφή μου προς τον λαϊκισμό, ιδίως όταν επενδύεται προοδευτικό ένδυμα, και η δυσανεκτικότητά μου απέναντι στην εθνικιστική αφέλεια και ημιμάθεια (που πρόσφατα με οδήγησε σε δικαστικές περιπέτειες).
Δεν θα αναφερθώ στα φοιτητικά χρόνια. Ήταν σημαντικά για την επιστημονική μου διαμόρφωση και για τη δράση στον φοιτητικό συνδικαλισμό, αλλά τα θεμέλια για την προσωπικότητά μου βρίσκονται νωρίτερα, στα εφηβικά χρόνια στο Κολλέγιο. Έφυγα από την Ελλάδα το 1982 για μεταπτυχιακές σπουδές στη Χαϊδελβέργη (1982–1984) και μετά τη στρατιωτική θητεία (1984–1986) επέστρεψα εκεί για την πρώτη μου ακαδημαϊκή θέση. Δεν επεδίωξα την επιστροφή στην Ελλάδα. Πάντοτε περνούσα και περνάω μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ελλάδα, είτε για ανασκαφές στην Κρήτη, είτε για οικογενειακούς λόγους, είτε, τα τελευταία χρόνια, ως μέλος της Εθνικής Αρχής για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Αν παρακολουθώ από κοντά και ενίοτε σχολιάζω τη σημερινή πραγματικότητα, ο χρόνος ως προς την πολιτική μου τοποθέτηση σταμάτησε κάπου στο 1982, σε μια εποχή που δεν είχε σβήσει ακόμα η ελπίδα ότι η ανανεωτική αριστερά θα μπορούσε να παίξει κάποιον ρόλο. Όταν το 2009 κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Θεατρικότητα και δημόσιος βίος στην ελληνιστική εποχή, το αφιέρωσα στον Λεωνίδα Κύρκο. Ταυτόχρονα ήταν και μια αφιέρωση στα χρόνια της ενηλικίωσής μου.
Στο βιβλίο του H «Γενιά του Πολυτεχνείου» 1973–1981: στελέχη του φοιτητικού κινήματος και άλλοι φοιτητές. Eνα βιογραφικό λεξικό (1500 πρόσωπα) (1993) ο τόσο πρόωρα χαμένος Δημήτρης Φύσσας, συμφοιτητής στη Φιλοσοφική και εκείνη την εποχή στέλεχος αντίπαλης παράταξης, της Πανσπουδαστικής, έχει αφιερώσει ένα σύντομο λήμμα σε μένα. Αν και δεν μπορώ, λόγω ηλικίας, να θεωρήσω τον εαυτό μου μέλος της «γενιάς του Πολυτεχνείου», σίγουρα είχε αποφασιστική σημασία για την εξέλιξή μου. Αλλά αν εξαιρέσουμε τις εμπειρίες των πολιτικών γεγονότων της εποχής της ενηλικίωσής μου, που είναι τυπικές για μεγάλο μέρος της γενιάς μου, εκείνες οι εμπειρίες που με διαμόρφωσαν, και περιέγραψα κατ’ ανάγκη επιλεκτικά, σχετίζονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής μου. Αυτό δεν ισχύει μόνον για μένα, αλλά για όλους όσοι μεγάλωσαν στην εποχή που προηγήθηκε της ισοπεδωτικής επίδρασης του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των vlogs, που σήμερα, σαν προκρούστεια κλίνη, πλάθουν ανθρώπους με παρόμοιο τρόπο ομιλίας, χειρονομιών, ντυσίματος και συμπεριφοράς.

