© Ernst Ludwig Kirchner

Μαριαλένα Σπυροπούλου

Από τι νοσεί η λογοτεχνία;

«Δεν σκέφτηκες ποτέ ότι η καημένη λογοτεχνία βρίσκεται εκτεθειμένη, στις άγριες μέρες που ζούμε, σε χίλιους κινδύνους που απειλούν θανάσιμα τη ζωή της και ότι εσύ θα μπορούσες να τη βοηθήσεις;».

Ο Ροσάριο Χιρόντο είναι ο κεντρικός ήρωας στο βιβλίο Η νόσος του Μοντάνο, (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου), που γράφτηκε στις αρχές του 21ου αιώνα, του Ισπανού συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας. Ο Χιρόντο νοσεί. Είναι αθεράπευτα άρρωστος με τη λογοτεχνία, με τις λέξεις, τα κείμενα, τη ζωή μέσα στη λογοτεχνία. Σε μια απόπειρα να θεραπευτεί ξεκινά το υπερρεαλιστικό διακειμενικό του ταξίδι συναντώντας, ως πρώτο σταθμό, τον γιο του Μοντάνο, ο οποίος επίσης πάσχει από μία λογοτεχνική αρρώστια. Ο πατέρας, κριτικός λογοτεχνίας στο επάγγελμα, δεν μπορεί να απεξαρτηθεί από τη λογοτεχνία, ο γιος, συγγραφέας, δεν μπορεί να γράψει. Ο Μοντάνο βρίσκεται σε μια στιγμή της ζωής του όπου η ανομβρία της έμπνευσης γεννά θυμό και ματαίωση, στρεβλώσεις που επιστρέφουν στον ίδιο τον Εαυτό και την οικογένειά του. Πατέρας και γιος είναι άρρωστοι μόνον εξαιτίας της λογοτεχνίας ή νοσούν έτσι και αλλιώς; Ένα φάντασμα πλανάται ανάμεσα στους δύο. Η μητέρα του Μοντάνο, πρώτη σύζυγος του Χιρόντο, έχει αυτοκτονήσει. Αυτό από μόνο του είναι ένα τραύμα που μετατοπίζεται. Ο Χιρόντο επιθυμεί να συναντήσει τον γιο του για να λυτρωθεί και τελικά εμπνέεται το όνομα της νόσου που του τρυπάει τα σωθικά, από το όνομα του γιου του.

Η νόσος του Μοντάνο γίνεται συνώνυμη με τη νόσο του Χιρόντο και τελικά διευρύνεται και γίνεται νόσος της ίδιας της λογοτεχνίας. Γιατί μέσα από την περιπλάνησή του συνειδητοποιεί ότι δεν πάσχει μόνον εκείνος. Η αποστολή του Χιρόντο για να θεραπευτεί, δεν στρέφεται μόνο στην ίαση του Εαυτού, αλλά και στη θεραπεία ολόκληρης της Λογοτεχνίας, η οποία, το δίχως άλλο, κατά τον ήρωα του Μάτας, νοσεί.

Νοσεί η λογοτεχνία στις μέρες μας; Από τι άραγε νοσεί; Ή μόνον τα υποκείμενα της γραφής νοσούν, αφήνοντάς την αλώβητη; Και πόσο αποτρεπτική έννοια είναι η «νόσος» όταν μιλάμε για τη δημιουργία;

Ερωτήματα που, είκοσι χρόνια περίπου μετά την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος του Ενρίκε Βίλα-Μάτας στη χώρα του, συνεχίζουν με διάφορους τρόπους να απασχολούν τη γραφή και όσους εμπλέκονται σε αυτήν, ιδιωτικά, δημόσια, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Είναι ερωτήματα που δεν έχουν μία απάντηση, ούτε καν μπορούμε να απαντήσουμε καταφατικά μετά βεβαιότητας. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι η λογοτεχνία νοσεί, κανείς δεν μπορεί και να το αντικρούσει. Όψεις μιας κάποιας νόσου ή διαφόρων μορφών αυτής μπορούμε να αφουγκραστούμε ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας σκηνής μέσα σε ένα σπίτι, όπου μόνον οι ήχοι που ακούγονται μας κάνουν να ανησυχούμε, χωρίς να μπορούμε ποτέ να πούμε τι βλέπουμε μετά βεβαιότητας. Άλλωστε το κείμενο πάντα είναι η σκηνή της πράξης. Το πιο ατράνταχτο τεκμήριο. Πόσο όμως ανεπηρέαστοι βυθιζόμαστε στο κείμενο ή πόσο έχει διαστρεβλωθεί η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την όποια λογοτεχνική αξία; Είναι ζήτημα μόνο καλλιέργειας ή επαρκών γραμματικών γνώσεων; Ακόμα και οι λογοτεχνικές τάσεις πόσο επηρεάζονται από την «αρρώστια» της κάθε εποχής;

Σαφώς δεν είναι μόνον ελληνικό το ζήτημα. Δεν είναι λίγα τα βιβλία που εκδίδονται διεθνώς, που μαρτυρούν την αγωνία για την τροπή που παίρνει η λογοτεχνία στις μέρες μας, ούτε λίγα αυτά που φαίνονται διαποτισμένα από νοσολογικές ή και καρκινικές όψεις λογοτεχνιζόντων ή εξωλογοτεχνικών φαινομένων που επηρεάζονται εμπορικά και καλλιτεχνικά από το μάρκετινγκ περισσότερο γύρω από το βιβλίο και λιγότερο από την ποιότητα του ίδιου του κειμένου. Έχουμε συνηθίσει άλλωστε να ακούμε τόσο συχνά για «αριστουργήματα», που η λέξη σαν να έχει χάσει την αίγλη της.

Ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg είναι Ο φίλος της Αμερικανίδας Sigrid Nunez, σε μετάφραση και εισαγωγή του Γιώργου Λαμπράκου. Ο «φίλος» είναι νεκρός. Υπήρξε μέντορας της ηρωίδας, καθηγητής Λογοτεχνίας και συγγραφέας, όπως κι εκείνη άλλωστε. Στο βιβλίο, η ανώνυμη ηρωίδα αποστέλλει μια επιστολή στον αυτόχειρα, για να του μιλήσει μετά θάνατον για την πορεία της λογοτεχνίας, μεταξύ άλλων. Η ίδια βρίσκεται περίπου στην κατάσταση που βρίσκεται και ο Μοντάνο. Αδυνατεί να γράψει και να ολοκληρώσει ένα χειρόγραφο, έχοντας εξαντλήσει την υπομονή της επιμελήτριάς της. Έτσι ξεκινά το γράμμα της, εν είδει ημερολογίου με διακειμενικές αναφορές σε σημαντικά έργα της λογοτεχνίας, όπως και ο Χιρόντο, που στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τη ζωή που είναι άρρωστη από τη λογοτεχνία, τελικά βουτάει σε αυτήν βαθύτερα. Και στις δύο περιπτώσεις, παρ’ όλο που διαφέρει το είδος της γραφής και οι στοχεύσεις των συγγραφέων, το αδιέξοδο της γραφής ξεπερνιέται όταν ο επίδοξος συγγραφέας κοιμίζει το «πρέπει» που του επιβάλλεται. Αντ’ αυτού ταξιδεύει στους εσωτερικούς μονολόγους του, άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε δεύτερο, για να μιλήσει για τη μάχη που δίνει ο καθένας με τον εαυτό του και τους άλλους.

Καταλήγει αυτό άραγε να γίνει το σώμα όπου αναπαύεται η λογοτεχνία; Η διαφυγή από τη βαθυστόχαστη επένδυση της επιβεβλημένης και σοβαροφανούς γραφής αφήνεται εντέλει στο επιμελημένο «αυθόρμητο», μια συγγραφική κατασκευή, για να παρασυρθούν οι ίδιοι στη ροή και να παρασύρουν και τους αναγνώστες; Στη σκιά αυτού που δεν δύναται να γραφεί, είναι που γράφεται το έργο. Και φυσικά, διαχρονικά ο πυρήνας είναι πάντα ο εαυτός.

Το 1963, με ψυχαναλυτική ενάργεια, ένας σκηνοθέτης «φώτισε» καλύτερα από τον καθένα το καλλιτεχνικό μπλοκάρισμα. Έκανε ταινία το κενό του, τη δυσκολία να βρει θέμα, να βγει από το καλλιτεχνικό του αδιέξοδο που τόσοι σημαντικοί έχουν γνωρίσει αλλά κατόρθωσαν χάρη στην επιμονή τους να ξεπεράσουν. Το του Φεντερίκο Φελίνι, με κεντρικό ήρωα τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, είναι ένας ύμνος στην ψυχική περιδίνηση των δημιουργών που στερεύουν, ενώ την ίδια στιγμή, είναι αυτή η άγονη γραμμή που τους οδηγεί στη στεριά, στο εύφορο λιβάδι της δημιουργίας.

«Ο Εντμόν Ζαμπές έλεγε ότι κάθε φορά που κάποιος γράφει διατρέχει τον κίνδυνο να μην το ξανακάνει», τονίζει ο Χιρόντο στον σύντροφο και συνοδοιπόρο του Τονγκόι, στο βιβλίο Η νόσος του Μοντάνο. Και είναι γεγονός ότι ο συγγραφέας κάθε φορά που γράφει, μισθώνει και μια σχεδία για να μεταφερθεί στον Άδη, με την ελπίδα ότι θα επιστρέψει σώος, αν και λαβωμένος. Η κατάβαση στη λογοτεχνία είναι ένα πολυδάπανο εργόχειρο, ποτέ κανείς δεν το ύφανε δίχως κόστος. Τα κέρδη δεν λογίζονται με οικονομικούς όρους, ακόμα και για εκείνους που είδαν τα βιβλία τους να αποκτούν εμπορική απήχηση ή και διεθνή αναγνώριση. Είναι γεγονός πάντως ότι η λογοτεχνία είναι μια «νόσος», από την οποία θεραπεύεσαι μόνον όταν μπεις μέσα της. Και αυτό δεν είναι αλλότρια τακτική για τη διαχείριση και άλλων νόσων, κυρίως ψυχικών αλλά και οργανικών. Η φαντασίωση ότι η ζωή ή ο ανθρώπινος οργανισμός γενικότερα είναι φορείς απόλυτης υγείας και ότι η νόσος μια σπάνια απειλή, έξω από το σώμα, είναι μια μάλλον εσφαλμένη εντύπωση. Ίσως ένα παραμύθιασμα για να ζήσουμε κάπως ασφαλείς και μακάριοι με την πεποίθηση της φαλλικής υπεροχής μας έναντι κάποιων άλλων που νοσούν, αλλά βρίσκονται πολύ μακριά για να μας μολύνουν. Ας αναλογιστούμε πόσο πρόσφατη είναι η κατάκτηση της δυνατότητας των ανθρώπων να μιλάνε, για παράδειγμα, ανοιχτά για την ψυχική τους νόσο. Και είναι μια υγιής κατάκτηση. Ολοένα και περισσότεροι επισκέπτονται τα γραφεία των ψυχοθεραπευτών και επιλέγουν να μιλήσουν για τη διαταραγμένη ψυχική τους υγεία, με τρόπο που σήμερα δεν τους στιγματίζει, αλλά εισπράττουν σεβασμό έως και κύρος. Για την κοινωνική εξέλιξη είναι μια σημαντική πρόοδος.

Για τη λογοτεχνία όμως;

Είναι βέβαιο ότι αυτή η κοινωνική εξέλιξη επηρεάζει τα τελευταία χρόνια και τη λογοτεχνία. Σίγουρα αυτό άλλαξε και με τη συμβολή της ψηφιακής δικτύωσης. Δεν ήταν λίγοι οι συγγραφείς στο παρελθόν που χωρίς να εκθέτουν ποτέ την προσωπική τους ζωή, έγραφαν για τα ανθρώπινα δεινά, μιλώντας για τον εαυτό τους πάντα, χωρίς όμως ο εαυτός να είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος σημαντικότερο από την ίδια τη γραφή. Ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά είναι ο Ντοστογιέφσκι. Μέσω της δικής του ταλαιπωρημένης ζωής και υγείας, πρόσφερε στην ιστορία της Λογοτεχνίας τους διαχρονικούς ήρωές του. Η όποια δική του προσωπική νόσος μπορεί να ήταν παρούσα, το ζητούμενο ήταν όμως πάντα η λογοτεχνία. Η ικανότητα των δημιουργών να σμικραίνουν το αφήγημα του προσωπικού τους Εγώ για να μεγεθύνουν το πανανθρώπινο αφήγημα που συμπεριλαμβάνει τους κραδασμούς του συλλογικού Εγώ, του πάλλοντος συλλογικού ασυνειδήτου πέρα από τα όρια του Χρόνου, είναι που κάνει τη νόσο σχεδόν λυτρωτική. Και τελικά παύει να μας απασχολεί, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα της λογοτεχνίας. Όπως δεν είναι το θέμα της λογοτεχνίας η πολιτική ορθότητα, η επανόρθωση της κακίας και η δικαιοσύνη στον κόσμο, η ισότητα, έτσι δεν είναι και θέμα της λογοτεχνίας η προβολή της νοσολογίας του κάθε δημιουργού. Η φύση της λογοτεχνίας δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι το πνεύμα ενός Οργανισμού σαν τον ΟΗΕ, δεν είναι καν ανθρωπιστική η στόχευσή της. Στόχευση είναι να παραμείνει ανθρώπινη, μόνο που το ανθρώπινο έχει πάμπολλες εκφάνσεις.

Εν προκειμένω, το τραύμα ή γενικότερα η προσωπική ιστορία από την οποία εκκινείται ο δημιουργός είναι μάλλον αναγκαία σε έναν βαθμό (έχει συσχετιστεί σε μελέτες η σχέση ψυχικής νόσου/τραύματος και δημιουργίας), στα χέρια του γίνεται όμως θεραπεία για μύριους άλλους. Η λογοτεχνία, λοιπόν, ενώ προκύπτει από «μικρούς» τραυματισμένους ανθρώπους, είναι η μόνη οδός που μας επιτρέπει να νιώσουμε την ανθρώπινη κατάσταση όσο πιο αυθεντικά γίνεται. Εκεί η νόσος γίνεται απλώς η αφετηρία. Και το μικρό γίνεται μεγάλο, το τραύμα γίνεται θαύμα. Το ταλέντο, η μαστορική, η επιμονή και κυρίως η ψυχική γενναιοδωρία του «πάσχοντος» –ένα πολύ ειδικό ψυχικό φαινόμενο που όποιος το έχει συναντήσει το γνωρίζει– είναι τα άνθη που ξεπετιούνται πάνω στις ρίζες του πρώιμου τραύματος και καλλιεργούνται λέξη λέξη, φράση φράση. Εδώ θα ήταν καλό να αναφερθεί και η ευφυϊα του δημιουργού, ξέχωρα από την ψυχική του κατάσταση. Ο Σελίν και ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι τέτοιες περιπτώσεις.

Τι συμβαίνει όμως τα τελευταία χρόνια; Τι έχει πάθει η λογοτεχνία, ποια νόσος την απειλεί;

«Μοιάζει με μια βυθιζόμενη σχεδία πάνω στην οποία πασχίζουν να ανέβουν υπερβολικά πολλοί άνθρωποι», γράφει η ηρωίδα της Nunez. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως, γράφουν και εκδίδονται (έχουμε ξεχάσει την αρνητική χροιά της λέξης, που ισχύει και για τη λογοτεχνία). Θα λέγαμε ότι βρίσκονται στον αντίποδα της νόσου του Μοντάνο. Έχουν έμπνευση και μάλιστα αστείρευτη, αφού αυτή ανανεώνεται κάθε εξάμηνο, κάθε χρόνο, σε μια συχνότητα που δεν προλαβαίνει το αναγνωστικό κοινό να αφομοιώσει. Θα κάναμε λόγο για μια πολυ-γραφία, κατά την πολυλογία… Πώς να φτάσει ο χρόνος, όταν κάποιος γράφει πιο γρήγορα από ό,τι διαβάζει; Πώς να χωνευτεί η ανθρώπινη εμπειρία μέσα στην πολλαπλασιαστικότητα της ανάγκης τού να είναι κάποιος συνεχώς στην επικαιρότητα; Πώς να παραδεχτεί κάποιος ότι στέρεψε; Ακόμα και εάν φωνάζουν οι λέξεις του τη στέρηση αυτή. Ακόμα και εάν τον προδίδει το γραπτό του. Πώς να τοποθετηθεί η λογοτεχνία απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, απέναντι σε κείμενα που περισσότερο μυρίζουν αλαζονεία, αυτολύπηση και παθολογικό ναρκισσισμό. Πόσα βιβλία διεθνώς και εγχωρίως δεν εκδόθηκαν, με το κοινό να γνωρίζει εκ των προτέρων περισσότερα για την περσόνα του συγγραφέα παρά για το ίδιο το βιβλίο; Πόσα βραβεία δεν δόθηκαν γιατί κάποιος είναι διεμφυλικός, ανάπηρος Πολέμου ή είχε μητέρα άρρωστη ή πατέρα που δεν τον αγάπησε; Προσωπικές ιστορίες, από αυτές που οι ψυχαναλυτές και οι ψυχοθεραπευτές ακούνε καθημερινά και ασταμάτητα.

Νοσούν οι άνθρωποι, ναι είναι γεγονός. Και ποιος δεν νοσεί;, θα απαντούσε ειρωνικά κάποιος κακεντρεχής.

Η Nunez τοποθετεί σε μια φράση της την αθεράπευτη νόσο της λογοτεχνίας: «Έαν η ανάγνωση όντως αυξάνει την ενσυναίσθηση, όπως μας λένε διαρκώς, τότε φαίνεται ότι η γραφή αφαιρεί ένα μέρος της». Θα προσθέταμε: τουλάχιστον για τους οικείους των συγγραφέων.

Πολλοί από τους συγγραφείς σήμερα ζουν στη σκιά των τραυμάτων τους, που μοιάζουν αθεράπευτα, και η θεραπεία ή η συντήρησή τους περνάει μέσα από τη στρεβλή επιβεβαίωση των social media ή την αυτοέκθεση των προσωπικών τους βιωμάτων, με συνταρακτικές λεπτομέρειες, κανιβαλίζοντας καμιά φορά ακόμα και τα παιδιά τους, για να βρουν εκείνοι έναν ίσκιο στο ξεσκέπαστο της ύπαρξης. Από τη γενναιοδωρία του τραύματος έχουμε περάσει στο βαυκαλισμό της αυτοαναφορικότητας, χωρίς συνείδηση ή έρμα. Εκεί που το έμμεσο θα έτρεφε πολλαπλώς τη λογοτεχνία ως μια συμβολική αφηγηματική δύναμη, έρχεται το ωμό, άμεσο, αυτοβιογραφικό πολλές φορές (ζούμε την εποχή του autofiction) για να στεγνώσει τη φαντασίωση. Το πραγματικό δεν χωρά πολλές αναγνώσεις, προλαβαίνει την ερμηνεία να την κάνει ο ίδιος ο συγγραφέας, στερώντας αυτήν τη δυνατότητα από τους αναγνώστες του. Και φυσικά σε αυτόν τον χορό δίνουν το μπράτσο τους κριτικοί λογοτεχνίας (πόσοι έχουν απομείνει πλέον;), αναγνώστες, που επίσης νοσούν από μια βαμπιριστική περιέργεια να κοιτάξουν από την κλειδαρότρυπα, εκδότες που θέλουν να πουλήσουν, βραβεία που δίνονται με εξωλογοτεχνικά κριτήρια, δημοσιογράφοι που κάνουν δημόσιες σχέσεις κ.ο.κ.

Και τελικά ποιος χάνει από αυτό το αλισβερίσι;

Όταν έκλεισε πρόσφατα ένας φημισμένος ελληνικός εκδοτικός οίκος που είχε πτωχεύσει, πολλοί ήταν αυτοί που «βγήκαν από τα ρούχα τους», επειδή τα βιβλία του οίκου έγιναν χαρτοπολτός. Αναρωτιέμαι εάν αντιλαμβανόμαστε πόσα βιβλία είναι ήδη χαρτοπολτός από την ημέρα που εκδίδονται; Πόσες ιστορίες εκδίδονται επί ματαίω; Πόσες λέξεις καρφώνονται στο χαρτί, αλλά αίμα δεν βγαίνει; Πότε η ιδιότητα του συγγραφέα έγινε συνώνυμη του σταρ;

Η νόσος του Μοντάνο ίσως τα τελευταία χρόνια είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Όχι γιατί δεν γράφεται τίποτα, κυρίως επειδή γράφονται πολλά, συνεχώς, ασταμάτητα.

Η Λογοτεχνία που αναζητά τροφή για να θρέψει το τραύμα της, έγινε από σκοπός ένα απλό μέσο για μύρια μικρά βαμπίρ που θέλουν τα ίδια να επιβιώσουν πίνοντας το αίμα της, επειδή δεν τους αγάπησε η μάνα ή ο πατέρας τους, και ακόμα, αν και ενήλικοι, δεν το έχουν ξεπεράσει. Αλλά αυτή δεν είναι δουλειά της λογοτεχνίας, είναι σιωπηλή και αθέατη δουλειά της ψυχοθεραπείας. Πολύ συχνά το ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω», θα έδινε ως άσκηση για τους συγγραφείς μερικούς σοβαρούς λογοτεχνικούς καρπούς και την ίδια στιγμή θα ξεκαθάριζε στο λογοτεχνικό τοπίο την ήρα από το στάρι.

Κλείνοντας, ο Τζον Λε Καρέ στη Σήραγγα των περιστεριών (εκδ. Bell, μτφρ. Βεατρίκη Καντζόλα Σαμπατάκου) δεν θα μπορούσε να το γράψει καλύτερα: «Από την ημέρα που έκανα τις πρώτες διστακτικές μου απόπειρες να γράψω ένα μυθιστόρημα, ήταν εκείνος (σημείωση δική μου: ο πατέρας του συγγραφέα) με τον οποίο ήθελα να ασχοληθώ, αλλά απείχα έτη φωτός από τη στιγμή που θα ήμουν έτοιμος να το κάνω. Τα πρώτα μου προσχέδια του έργου που τελικά έγινε το βιβλίο Ένας τέλειος κατάσκοπος έσταζαν αυτολύπηση: ρίξε μια ματιά, ευγενικέ αναγνώστη, σε αυτό το συναισθηματικά σακατεμένο αγόρι, που το έχει συνθλίψει κάτω από τα πόδια του ο τυραννικός πατέρας. Μόνο αφότου ήταν σίγουρα νεκρός και ξανάρχισα να γράφω το μυθιστόρημα έκανα αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή, και δέχτηκα τα αμαρτήματα του γιου ως πολύ πιο αξιόμεμπτα από τα αμαρτήματα του πατέρα».

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή