Δημήτρης Αγγελής

Ωδές στη ρευστότητα: Από τη σχεδιαστική υπαινικτικότητα του Μαρκίδη στον αφηγηματικό φωτορεαλισμό του Αναστασίου

Στα σχέδια του Χρήστου Μαρκίδη, όπως αυτά που κοσμούν το τεύχος μας –μέρος των οποίων εκτέθηκε, στις αρχές του περασμένου φθινοπώρου, στη Gallery 7 υπό τον τίτλο «Η οντολογία της ρευστότητας»–, κυριαρχεί η ανθρώπινη μορφή. Όχι μια φιγούρα επιβλητικά ορθή ή ακαταμάχητα ευθυτενής όπως τη θέλει η ματαιόδοξη καταναλωτική μας κουλτούρα και η κοινωνία του θεάματος, αλλά μια μορφή απολύτως γειωμένη: σκυφτή, εσωστρεφής, ξαπλωμένη, πλάγια, στα γόνατα ή ανακούρκουδα καθιστή, που παραπέμπει ευθέως σε περίσκεπτα ή και ανησυχητικά δύσθυμα πρόσωπα από την ιστορία της τέχνης, τα οποία φαίνεται ν’ αποτελούν τους εικαστικούς οδηγούς ή τους ιδεολογικούς άξονες, αν θέλετε, της ζωγραφικής του Μαρκίδη: ο πειραζόμενος από αμφιβολίες Ιωσήφ στη βυζαντινή εικόνα τής του Χριστού Γεννήσεως, ο σκεπτόμενος του Ροντέν, ο ταπεινός Αντρέι Ρουμπλιόφ ή ο καταβυθισμένος στη δική του θεώρηση του κόσμου εμμονικός Στάλκερ των ομώνυμων ταινιών του Ταρκόφσκι, καθώς και οι συνεστραμμένες μορφές του Φράνσις Μπέικον εκφράζουν μια βαθιά εσωτερικότητα, μια ενατένιση προς τα μέσα, ένα προσευχητικό σκάψιμο της ύπαρξης. Τη λαχτάρα της πεπτωκυίας φύσης για λίγη υπερβατική πνευματικότητα. Εδώ η ανθρώπινη μορφή δεν οργανώνει απλώς τον χώρο της, αλλά δημιουργεί εξυπαρχής το περιβάλλον της, «κάνει χώρο» προκειμένου να αναδειχθεί η μυσταγωγική αύρα του εαυτού. Ο ζωγράφος δεν προσεγγίζει τελικά την ανθρώπινη μορφή ψυχολογικά ούτε εκβιάζει συναισθηματικά τον θεατή του. Οι βίαιες συσπάσεις, ο όγκοι και τα τραύματα του απομονωμένου κορμιού δεν μας απευθύνονται, δεν ρητορεύουν ούτε υφίστανται για χάρη μας∙ απλώς υπάρχουν. Ο ζωγράφος αναδεικνύει μια συγκεκριμένη αισθητική της ύπαρξης με θεολογικά όσο και ποιητικά προαπαιτούμενα, η οποία ακριβώς για τον λόγο αυτό προϋποθέτει εξοικείωση με το μυστήριο κι έναν συγκεκριμένο χρόνο βλέμματος. Πιθανόν η έκφραση αισθητική της αφαίρεσης να ταιριάζει ακόμα περισσότερο στα έργα του Μαρκίδη, τα οποία δεν λειτουργούν καθησυχαστικά ή παρηγορητικά, αλλά υποβάλλουν με τη συνειδητή οξύτητα της σχεδιαστικής του χειρονομίας επιτακτικά ερωτήματα για την πορεία μας μέσα στον κόσμο, εμμένοντας –όπως και οι αφηγηματικές βυζαντινές εικόνες (λ.χ. αναπαραστάσεις σαν την Ανάσταση του Λαζάρου ή τα μαρτύρια των αγίων)– στην αποτύπωση της αποφασιστικής στιγμής, της υπαρξιακής διελκυστίνδας μεταξύ του «ναι» και του «όχι», της δικαίωσης της αληθινής ζωής ή της κατίσχυσης του οριστικού θανάτου. Αξίζει να σταθεί κανείς για ώρα μπροστά σ’ αυτά τα υπαινικτικά έργα επιμέλειας εαυτού και να συλλογιστεί το πυκνό νόημά τους.


Σε εντελώς άλλη κατεύθυνση κινείται ζωγραφικά αλλά και ιδιοσυγκρασιακά η έκθεση «Tάνγκραμ» του Δημήτρη Αναστασίου (γκαλερί Citronne, Κολωνάκι, έως 28.1.2023) –όπου τάνγκραμ είναι ένα είδος κινέζικου παζλ με επτά πλακίδια που μπορεί να συνδυαστούν σε πολλές παραλλαγές, αποτελώντας «το συντομότερο ψυχολογικό τεστ στον κόσμο». Η ίδια η λέξη δηλαδή προκαταβάλλει τον θεατή για την εναλλαξιμότητα και τη ρευστότητα των συνθέσεων του Αναστασίου, η οποία δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να αναγνώσει τα έργα, να τα αποδομήσει ή να τα ερμηνεύσει με όποια σειρά-αφηγηματική γραμμή επιθυμεί. Στο δικό του αναπαραστατικό, αυτοπαρατηρητικό και συγχρόνως αυτοϋπονομευόμενο διαρκώς σύμπαν (δες λ.χ. τις «Τέσσερις εποχές», στα έργα του Αναστασίου κυριαρχεί η μορφή του ίδιου του ζωγράφου), βλέπουμε για μία ακόμα φορά με λαμπρή ευφυΐα να συνδυάζονται ρεαλιστικά οι κοινωνιολογικές παρατηρήσεις (λ.χ. η ανθρώπινη μοναξιά στη νησίδα της λεωφόρου στο τάνγκραμ «Νησιά» ή στο «Γράμμα») με τα πιο ετερόκλητα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά αναγνώσματα, μ’ έναν τρόπο τόσο φυσικό και συνάμα παιγνιώδη, που η μάλλον σουρεαλιστική συνύπαρξή τους καθίσταται αυτόχρημα σχεδόν αυτονόητη. Η θητεία του Αναστασίου στα κόμικ (το graphic novel Α=-Α, Καλειδοσκόπιο, 2018) τον κάνει να δημιουργεί διαρκώς ιστορίες, μόνο που οι δικές του παράδοξες αφηγήσεις παραμένουν αινιγματικές και πάντοτε ανοιχτές σε πολλαπλές ερμηνείες. Στο εκπληκτικό «Κουκλόσπιτο», ένα πυκνό σχόλιο-παζλ από 5 έργα πάνω στις ενδοοικογενειακές σχέσεις, ο πατέρας γίνεται μαριονέτα στα χέρια του γιου, τον οποίο με τη σειρά του κρατάει ο πατέρας του, υποδηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας οφείλει εξίσου τη γέννησή του στον γιο του (ως ρόλος και σχέση), όπως ο γιος οφείλει τη γέννησή του στον πατέρα. Στην «Ανθρώπινη κατάσταση ΙΙ (Ο κρατών)», στον ζωγράφο υποδεικνύει την ενδεδειγμένη πορεία προς τα εμπρός ο σκαρφαλωμένος στην πλάτη εαυτός του, πράγμα που σ’ εμένα θύμισε το «δίκωλο» του Γιάννη Κιουρτσάκη από το Σαν Μυθιστόρημα: το καρναβαλικό δρώμενο του Πόντου όπου κάποιος κουβαλάει στην πλάτη του έναν άλλο, όπου ο Άλλος είναι συστατικό στοιχείο του εαυτού του (στον Κιουρτσάκη ο ζωντανός αδελφός μεταφέρει στη ράχη του το σώμα του νεκρού αδελφού του), μόνο που εδώ πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Η αυταναφορικότητα του ζωγράφου υποδηλώνει κατάργηση της πολυφωνίας του εαυτού ή θέαση του ίδιου του εαυτού ως άλλου; Η ευφάνταστη παραπεμπτικότητα και οι πλούσιοι συμβολισμοί των έργων του Αναστασίου είναι λόγος σοβαρός για να δείτε την έκθεσή του. Προλαβαίνετε ακόμα!   

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή