© Ken Van Sickle

Ηλίας Γκρής

Από την ιστορία μιας γενιάς

88. Τότε που ακόμη σπούδαζες τη μηχανική των ονείρων, έτυχε ποιητική βραδιά στον Πύργο με δυο ποιητές της «γενιάς του ʼ70».Η αφεντιά σου με τον Γιώργο Καραβασίλη κι εκτενής δημοσιότης στα τοπικά Μέσα. Το κοινό καμιά ογδονταριά νοματαίοι. Και στο τέλος καθήμενος ο μονήρης του Πύργου ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος παρηγορητικός:

«Μη σε πτοεί! Για τον Σινόπουλο πνευματικό μνημόσυνο και ήταν ούτε οι μισοί απ’ ό,τι σε σας!»

Αργά στο Κατάκολο για φαγητό. Και φυσούσε μαγιάτικο αεράκι, η θάλασσα στο βάθος γυαλί!

122. Ομήγυρη ποιητών στη Φιλοθέη στο σπίτι του πανεπιστημιακού Γιώργου Γιάνναρη κι ακούστηκαν ανέκδοτα ποιήματά σου από τον Λήθαργο Κόσμο. Αφού είπαν όλοι τα λογάκια τους, μίλησε ο κατεξοχήν ερωτικός της «γενιάς του ʼ70» ποιητής κι οξύνους κριτικός ο Γ.Κ, βλέπω απόηχο από τον Μάη του ’68 ρητορισμός κι εγκεφαλικότητα… Βρίσκω ποίηση πολιτική που ’χει μπεί σε καλό δρόμο δείχνοντας φιλοδοξία, που δεν υπάρχει αλλού σήμερα.

Βλέπω κάποιο πρόβλημα ρυθμού, αλλά και γνήσια εφιαλτικά κομμάτια… Κι ένα κλίμα Σινόπουλου! Πρόσεχε την επανάληψη λέξεων. Η πυκνότητα καλή! Και μιά επικολυρική αίσθηση πραγμάτων, που δύσκολα συναντάμε σήμερα.

151. Η αμφισβήτηση μαρμάρωσε σακάτισσα σε απόλεμα χέρια.

168. Και αν είσαι ταπεινής καταγωγής, με τα μάτια της Ανατολής κοιτώντας τη Δύση, κι αν θέλεις τη δική σου αυτονομία και πνευματική αυτάρκεια στον χώρο της γενιάς σου, δε σε καθιστά υποδεέστερο το τί ήσουν, αλλά κάθε στιγμή θα κρίνεσαι από το τι και πώς το λες αυτό το σπάνιο κάτι που λες, στο μέγα εγχείρημα να χαράξεις στην πέτρα του καιρού σου ίχνη για τους μελλούμενους.

186. Τα μεσημέρια του Σαββάτου μπύρα και ουῒσκι, κοκκινέλι και μεζεκλίκια στο μπαρ των ποιητών. Και η παρέα [τότε γύρω στα τριάντα μας οι περισσότεροι], βαθμηδόν να διευρύνεται: Αντώνης Φωστιέρης, Ηλίας Κεφάλας, Πάνος Κυπαρίσσης, Γιώργος Καραβασίλης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Γιάννης Βαρβέρης. Και οι ακολουθούντες γενεαλογικώς Βαγγέλης Κάσσος, Στέλιος Καραγιάννης, Νίκος Χειλαδάκης. Κι από κοντά ο Δημήτρης Γιακουμάκη ς[ο κρυφοποιητής ναύαρχος!!]. Και κάποτε, πολύ σπάνια ο Θωμάς Γκόρπας.

Στο Intime του Θεάκου, οδός Φερών στη Βικτώρια.

250. Ασέβεια και αμφισβήτηση, το μοιραίο κι αναγκαίο μονοπάτι του σοφού, που ’ναι πάντα φύση ποιητική!

301. Φίλος συμβαδιστής μες στην πάλλουσα ευρυχωρία της γενιάς μας, ρωτούσε μ’ επιμονή ο φίλος ποιητής για τις ερωτικές μου περιπέτειες και πόσες γυναίκες με συντρόφευσαν από κλίνης,

και ‘γω του παράσταινα πως μόνο αυτές υπολόγιζα που προικίστηκαν με κάποια διάρκεια κι εσωτερικό περιεχόμενο –κι άντε, να ’ναι τρεις! Οι άλλες κάπου δυό εκατοντάδες, συγχωνεύτηκαν σχεδόν όλες στου χρόνου το άμορφο πλήθος ανωνυμίας.

583. Αν συντάξω ένα gradus ad Parnassum θα έθετα από τους πρωτεργάτες πρώτον, βεβαίως, τον Σολωμό και…, μιας κι επίμονα ρωτάς, απ’ τη γενιά μας δεύτερο θα έβαζα τον Λ.Π., που πρώτος οσμίστηκε εκρηκτικά χειρίστηκε την αμφισβήτηση και θυσιαστικά τη βίωσε, μα ήρθαν χρόνια ωριμότητας φορτικές ανάγκες και την… προσπέρασε.

642. Εάν έχει αλήθεια, [που έχει!!] η επικούρεια αρχή [στην ηθική δοξογραφία τού μεγάλου Αθηναίου] πως η αμφισβήτηση είναι το κριτήριο του ψεύδους, τότε η αμφισβήτηση ως αρχικό γνώρισμα πρωτογενές μιας μικρής ομάδας ποιητών, στάθηκε κριτήριο ψεύδους.

668. Στο «Άμα Λάχει» στην Καλλιδρομίου γύρω στις εννιά˙ ο Λευτέρης Π. πήρε κρέας με πατάτες, ο Αντώνης Φ. γαλέο ψητό και ο Ηλίας Γ. επίμονος ακρεοφάγος, σκουμπρί ψητό που «γούνα» το λένε στην Πάρο σαν το ανοίξεις στα δυο απ’ την κοιλιά σαν πετάλι.

Για αρχή παραπούλια και φάβα μες στο άφθονο λάδι στολισμένη με ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Και μελιτζάνα καλτσούνι! Το κρασί ξηρό κι ο Λευτέρης το ρουφούσε απνευστί· ένα και μισό κιλό το καταφέραμε!

711. Αρχές φθινοπώρου το 1979, όταν απολύθηκα απ’ τον στρατό, ερημίτης σ’ ένα δωμάτιο [και τη μέρα σκοτεινό!], άγνωστος στους ποιητές που ήδη προπορεύονταν στη γενιά μας, όταν το μέλλον φάνταζε τόπος αναπηρίας, σχεδόν άρρωστος από φλογερή υγεία κι έναν οίστρο ποιητικό να φωτίζει στο μυαλό μου με ακατάπαυστο καταιγισμό, άρχισα να γράφω τη Ρημαγμένη Πολιτεία, με κάποιον απόηχο να ’ρχεται μακρινός από το Ουρλιαχτό του Άλλεν Γκίνσμπεργκ σαν άνθιση ευεξίας που φορτικά μού ζητούσε διέξοδο στο χαρτί…

Τότε ήταν θαρρώ που, από ένα νεοτεροποιό ένστικτο, σαρκώθηκε ουσιαστικά μέσα μου ο ποιητής· αυτός που ’μελλε να υπάρξω, κι έγινα και είμαι!

731. Τρωγοπίνοντας στο «Άμα Λάχει», ο Πούλιος, πολύ το χάρηκα, είπε, που ο Ρίτσος πρόλαβε να δει το γκρέμισμα της ιδεολογίας του. Και κατεβαίνοντας μεταμεσονύχτια προς την Ζωοδόχου Πηγής, ο Φωστιέρης θυμήθηκε, κάπου εδώ έμενε ο ποιητής εκ Τρικάλων Νίκος Παππάς· της «γενιάς του ʼ30». Κι εγώ είπα που τον συνάντησα μετά τον θάνατο της γυναίκας του, κατάμονο στα ογδόντα έξι του – μού χάρισε ανέκδοτο ποίημα!

«Τι ζευγάρι κι αυτό! Ο γίγας με τη μινιατούρα!»

Και ο Αντώνης: «Γι’ αυτήν έλεγε ο Σεφέρης ότι του θυμίζει μια μπάντα στα Βουρλά της Μικράς Ασίας και το ταμπούρλο που έκανε, Ρί τα μπούμ παπά! Ρί τα μπούμ παπά!».

750. Πλατεία Ελευθερίας στη Λευκωσία· βαδίζουμε σκεπτικοί μες στο ασιάτικο ανθρωπομάνι με τον ποιητή Κώστα Παπαγεωργίου [που ’χαμε δυο βραδιές σε Λευκωσία, Λεμεσό για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης] και τον πεζογράφο Χρίστο Χατζήπαπα τον Κύπριο! – τυπικές οι διατυπώσεις στ’ οδόφραγμα της Πράσινης Γραμμής και περνάς στο κατεχόμενο της πόλης· σιδηρουργεία, παλιατζίδικα της κακιάς ώρας, ξεβαμμένα ετοιμόρροπα κτήρια και άδεια μαγαζιά, η άθλια εικόνα δυσπραγίας, εκεί που άνθιζε κάποτε η προκοπή!

«Είναι», λέει ο Κώστας πικρογελώντας, «σαν να είσαι σε παλάτι και να περνάς σε τσαντήρι!»

777. Κι αν μου ’λειψε η άγια συνειδητότητα [αυτή η ύψιστη κατάκτηση], σπαταλώντας σε ηδονές του εφήμερου πολύτιμη ενέργεια σε συναναστροφές που τώρα βλέπω το πόσο ανάξιες ήταν, κι αν αφέθηκα στην αμεριμνησία της λήθης των ποιοτικών διαφορών που, [αν όχι εσύ, ποιος μπορεί να διακρίνει στον αχταρμά ασημαντότητας και αξιοσύνης;] και τότε δεν παρέλειψα να δουλεύω και δοκίμια που έγραφα για την ποίηση με μιαν άτεγκτη ματιά συνώνυμη της τελειότητας. Εκεί και το «Ποίηση και αμφισβήτηση», που δεν του στέρησα τίποτε από την τόλμη και ειλικρίνεια που με διακατείχαν.

Και όταν δημοσιεύτηκε σε έντυπο [πολύ πριν να εκδοθεί το Περί Ποιήσεως], δέχθηκα τα πυρά κάποιων –ιδίως του Μ.Μ: «Δείτε πώς χτυπάει ο Γκρης την αμφισβήτηση!», σημείωνε στη φωτοκόπια που ενεχείριζε σε διάφορους.

Και διέσπειρε κατηγόριες πως σήκωσα πόλεμο στα ιερά και τα όσια της γενιάς μας, δηλ. στην αμφισβήτηση, δίχως να ’χει καν την υποψία ότι παρακινιόταν από ζηλόφθονο υπονομευτικό πνεύμα, ακόμη και για ένα κείμενο που μόνο η δημιουργική ενός αδιάφθορου πνεύματος κριτική τού άξιζε! Κάτι που έκανε ο χρόνος με την οριστική κατακύρωση της γενιάς μας ως «γενιάς του ʼ70» στη γραμματεία μας!

 868. Με τον Λευτέρη Πούλιο κρασάκι στη «Ροζαλία» και μου ’λεγε πως του έλεγε ο Αλέξης Τραϊανός πως σαν έβλεπε ταινία με σκηνές αυτοκτονίας την παρακολουθούσε και δέκα φορές!

Τότε θα ’ταν που είδε κάποιον σε μια σκηνή να συνδέει σωληνάκι με την εξάτμιση αυτοκινήτου και γύριζε την άκρη του μες στην καμπίνα του οχήματος εισπνέοντας τις αναθυμιάσεις…

«Ένα σωληνάκι, λουκούμι!» έλεγε του Λευτέρη.

 Κι αυτό εφάρμοσε στον εαυτό του ο Τραϊανός σε μιαν ερημιά στο Καπανδρίτι.

[Από το ανέκδοτο Κατά των ειδώλων.]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή