Αν εξαιρεθεί η ειδολογική προϊστορία της στην κλασική αρχαιότητα, και πάνω απ’ όλα η Πολιτεία του Πλάτωνα (375 π.Χ.), η Ουτοπία γεννιέται ως λογοτεχνικό είδος στην αυγή της εποχής των γεωγραφικών ανακαλύψεων. Το 1492 ο Χριστόφορος Κολόμβος, που αναζητά έναν θαλάσσιο δρόμο προς τις μυθικά πλούσιες αγορές της Ασίας, θα φθάσει, λόγω κωμικοτραγικά λανθασμένων υπολογισμών της έκτασης της θαλάσσιας επιφάνειας της γης, στην Κούβα και στο Σαν Ντομίνγκο. Δώδεκα χρόνια μετά το τελευταίο ταξίδι του Κολόμβου, το 1516, ο Τόμας Μορ, επιφανής δικηγόρος, διπλωμάτης και πολιτικός στην αυλή του άστατου και βίαιου Ερρίκου του όγδοου, επιστήθιος φίλος του Έρασμου και διακεκριμένος εκπρόσωπος του Ουμανισμού στη Βρετανία, θα εκδώσει το πρώτο ουτοπικό κείμενο της σύγχρονης εποχής, την Ουτοπία, από το ελληνικής καταγωγής λογοπαίγνιο εκ του οποίου θα ονομαστεί ολόκληρο το λογοτεχνικό είδος.
Η αρχική τομή: πηγές και κατευθύνσεις
Οι πηγές έμπνευσης της Ουτοπίας είναι πολλαπλές: κατ’ αρχήν, ο Μορ θα βάλει στο στόμα του πρωταγωνιστή του, του Υθλόδαιου, αναφορές στα ταξίδια του Αμέριγκο Βεσπούτσι, που ακολούθησε τον Κολόμβο στην εξερεύνηση της Αμερικής. Ο Μορ είχε πληροφορηθεί για τις θαυμαστές (marvelous, με τα λόγια του ιστορικού της αναγεννησιακής λογοτεχνίας Stephen Greenblatt) ανακαλύψεις των Ιταλών εξερευνητών του Ισπανικού στέμματος από τα έργα του ιστορικού Peter Martyr. Υπάρχει, συνεπώς, στην περιγραφή της «νέας νήσου» (nova insula) της Ουτοπίας, κάτι από την αίσθηση του απρόσμενου, του συναρπαστικού και του ακαταμάχητα θελκτικού που εξέπεμψε στη γηραιά ήπειρο η «εποχή των ανακαλύψεων» ή, ακριβέστερα, η ρομαντική της όψη. Με τη σύγχρονη μορφή της, η Ουτοπία είναι, ανάμεσα σε άλλα, γέννημα της αίσθησης ότι υπάρχει ένας ακόμα άγνωστος κόσμος, με αχαρτογράφητους τόπους και δραματικά διαφορετικούς ανθρώπους από τον γνωστό ευρωπαϊκό. Ειδολογικά, ένα κομμάτι τής Ουτοπίας συγγενεύει με τη λογοτεχνία της ναυτικής περιπέτειας και των θαυμαστών ταξιδιών που, κοιτώντας προς το παρελθόν, μας παραπέμπουν στα Νησιά του Ήλιου του Ιάμβουλου (επιζούν ως αφήγηση και ως θραύσμα στον Διόδωρο Σικελιώτη στα πρώτα μετά Χριστόν χρόνια) και στα Αληθή διηγήματα του Λουκιανού (2ος αιώνας μ.Χ.)· και, κοιτώντας προς το μέλλον, στο πρώτο, για πολλούς μελετητές, σύγχρονο μυθιστόρημα, τον Ροβινσώνα Κρούσο του Ντάνιελ Ντεφόου (1719).
Υπάρχουν όμως και άλλες όψεις και παραδόσεις στην Ουτοπία –γεγονός σημαντικό για την ικανότητα του συγκεκριμένου κειμένου να παίξει τον ρόλο της μήτρας ολόκληρου λογοτεχνικού είδους: η μοναστική παράδοση της συγκρατημένης, ενάρετης και αυστηρά ρυθμισμένης ζωής, την οποία ο Μορ είχε γνωρίσει μέσω της συμβίωσής του με Καρθουσιανούς μοναχούς από το 1503 ως το 1504· η πλατωνική παράδοση της φιλοσοφικής σκέψης για την ιδανική πολιτεία, όχι μόνο στο ομότιτλο έργο αλλά και στο πιθανότατα τελευταίο έργο της ζωής του Πλάτωνα, τους Νόμους· και ο ουμανιστικός διάλογος, μορφή που συντελεί στο «κάδρο» της αφήγησης στο πρώτο βιβλίο της Ουτοπίας και το καθοδηγεί σε όλη την έκτασή του, πριν δώσει τη θέση του στο δεύτερο βιβλίο και στη μίξη ταξιδιωτικής περιγραφής και επισκόπησης διοικητικών, πολιτικών, νομικών και οικονομικών θεσμών.
Στον βαθμό που αποτελεί η ίδια υβρίδιο, η Ουτοπία του Μορ θα δώσει το έναυσμα για πολλές και διαφορετικές αφηγηματικές κατευθύνσεις, για την ακριβή σχέση των οποίων με την Ουτοπία και τον ουτοπισμό η λογοτεχνική κριτική ερίζει ακόμα: στον βαθμό που το κείμενο του Μορ ενσωματώνει την ταξιδιωτική λογοτεχνία και την έμφαση στο φανταστικό, απρόσμενο και θαυμαστό ταξίδι, θα μας φέρει ως τον προαναφερθέντα Ροβινσώνα Κρούσο και τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ κατά τον 18ο αιώνα (1726), αλλά και στις πολλαπλές μιμήσεις τους και διασκευές τους στη λογοτεχνία της ταξιδιωτικής περιπέτειας στον 19ο (με κυρίαρχες μορφές, όταν η ταξιδιωτική λογοτεχνία θα συναντήσει την Επιστημονική Φαντασία, τους Ιούλιο Βερν και Χ. Τζ. Ουέλς). Ως μυθοπλαστική ανθρωπολογία, που επικεντρώνει στην περιγραφή κοινωνιών με διαφορετικούς (και πιθανώς ανώτερους) θεσμούς, ήθη, έθιμα και αντιλήψεις από τη δική μας, θα αντηχήσει στη φιλοσοφική μυθοπλασία και το φιλοσοφικό δοκίμιο, από τον Μονταίνιο του «Περί κανιβάλων» (1580) στην ύστερη Αναγέννηση στο Συμπλήρωμα στο ‘Ταξίδι’ του Μπουγκενβίλ του Ντιντερό (1772, 1796) στον Διαφωτισμό. Ως στοχασμός για τη δυνατότητα πολιτικής, θρησκευτικής και θεσμικής μεταρρύθμισης, θα εμπνεύσει τον συνταγματισμό της Μακαρίας του Χάρτλιμπ (1641) και της Ωκεανίας του Χάρινγκτον (1656) –έργων που οραματίζονται τη σταθερότητα και την τάξη στην ίσως πιο ταραχώδη περίοδο της βρετανικής ιστορίας.
Από την χωρική στη χρονική ουτοπία
Τα τέλη του 18ου αιώνα φέρνουν την ουτοπική παράδοση στο σύνολό της αντιμέτωπη με δύο βαθιές και ουσιώδεις αλλαγές: αφενός, την εξάντληση, λίγο ως πολύ, της σαγήνης του «αχαρτογράφητου κόσμου», καθώς η επιφάνεια της γης αποκαλύπτει όλα της τα γεωγραφικά μυστικά στους διψασμένους για δόξα θαλασσοπόρους (η πρώτη ευρωπαϊκή απόβαση στην Αυστραλία θα γίνει το 1606· ο Τζέημς Κουκ θα την εξερευνήσει το 1770· η Νέα Ζηλανδία θα πρωτοαποκαλυφθεί σε ευρωπαϊκά μάτια το 1642). Αφετέρου, και καθώς η γεωγραφικές ουτοπίες εξασθενούν και η εικόνα του αχαρτογράφητου κόσμου βρίσκει καταφύγιο στον χώρο της λογοτεχνίας της φαντασίας και περιπέτειας (με διασημότερη ενσάρκωση τη «Μέση Γη» του Τόλκιν), μια νέα αντίληψη για τον ιστορικό χρόνο αρχίζει να αναδύεται στον στοχασμό κάποιων από τους εκπροσώπους του Διαφωτισμού. Όσο κι αν εκ των υστέρων φαντάζει αυτονόητη σε βαθμό ανίας, η έννοια της «προόδου» ήταν κάτι σχεδόν ολότελα νέο όταν εμφανίστηκε στα φιλοσοφικά έργα διανοητών όπως ο Τυργκό και ο Κοντορσέ. Οι αρχαίοι Έλληνες, περιλαμβανομένου του Πλάτωνα, δεν μπορούσαν να διανοηθούν τίποτε ανάλογο. Όσο κι αν είναι συντριπτικά ανώτερη της αθηναϊκής δημοκρατίας, η Πλατωνική Πολιτεία αναμένεται να παρακμάσει κάποια στιγμή, όπως έχει παρακμάσει μέχρι καταστροφής η μυθική Ατλαντίδα στον Κριτία. Ο αρχαιοελληνικός χρόνος είναι αφενός κυκλικός σε ό,τι αφορά τα πολιτειακά συστήματα (με τη βασιλεία, την αριστοκρατία, την ολιγαρχία, τη δημοκρατία και την τυραννία να διαδέχονται η μία την άλλη), και αφετέρου δεν γνωρίζει ούτε αρχή ούτε τέλος όπως γνωρίζει ο Ιουδαιοχριστιανικός. Ο κόσμος, για τους αρχαίους, υπήρχε πάντοτε και δεν οδεύει σε κανέναν τελικό στόχο, απλώς περνά από κύκλους ακμής και παρακμής. Όταν αυτή η αντίληψη του χρόνου αντικατασταθεί από την Ιουδαιοχριστιανική, ο ιστορικός χρόνος εμφανίζεται ως μια δευτερεύουσα αποτύπωση του σωτηριολογικού δράματος: δημιουργήθηκε σε μια δεδομένη στιγμή στον χρόνο από έναν παντοδύναμο Θεό, χαράχτηκε ανεξίτηλα από την έλευση του Ιησού και την υπόσχεση της τελικής Κρίσης και θα τελειώσει για πάντα όταν έλθει η ώρα αυτής της Κρίσης, και μαζί η τελική ανταμοιβή των δικαίων και η αντίστοιχη τιμωρία των αδίκων.
Ο Διαφωτισμός θα φέρει μια νέα αντίληψη για τον χρόνο: ο χαρακτήρας του –ανεξάρτητα με το πόσα είναι κανείς πρόθυμος να εκχωρήσει στη θεία Πρόνοια– είναι γραμμικός και ουσιαστικά κοσμικός (με άλλα λόγια, η πορεία της ιστορίας είναι συνάρτηση κατά βάση ανθρώπινων έργων). Είναι επίσης μη αναστρέψιμος και ακολουθεί μια κατά βάση προοδευτική πορεία σε ανώτερες, πιο ώριμες και φωτισμένες, πιο πολιτισμένες, πιο ειρηνικές, πιο δίκαιες και πιο έλλογες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, παρά τα όποια παροδικά πισωγυρίσματα. Αν και δεν είναι όλες οι εκδοχές φιλοσοφίας της ιστορίας που αναδύονται από τα μέσα ως τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα το ίδιο αισιόδοξες, γεγονός παραμένει ότι η περίοδος αναδεικνύει ένα ρεύμα για το οποίο η ουτοπία –ή τουλάχιστον κάτι που να την προσεγγίζει– βρίσκεται προ των πυλών. Περαιτέρω, δεν είναι μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνία που συναντά κάποιος σε εντελή μορφή κάπου στον άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο της εξωτικής διαφορετικότητας, αλλά μια δυναμική που διαμορφώνεται βαθμιαία και σταδιακά στις υπαρκτές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Το 1771, μόλις πέντε χρόνια πριν την αμερικανική επανάσταση και δεκαοχτώ πριν τη γαλλική, ο Λουί-Σεμπαστιέν Μερσιέ θα δημοσιεύσει Το έτος 2440 –την πρώτη, για πολλούς, σύγχρονη «χρονικοποιημένη ουτοπία» ή ουχρονία, όπως την αποκαλούν κάποιοι. Μετά τη γαλλική επανάσταση, ο Μερσιέ θα εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις, σημειώνοντας, στον πρόλογο της έκδοσης του 1799, πως το βιβλίο του «ανακοίνωσε και προετοίμασε τη γαλλική επανάσταση». Ο ισχυρισμός του είναι μάλλον αμφισβητήσιμος, δεν είναι ωστόσο ασήμαντος, καθώς το τρίπτυχο κοινωνική επανάσταση-ουτοπία-έννοια της προόδου θα αφήσει μακροχρόνια σφραγίδα στην πορεία των ουτοπιών, πολύ πέρα από τα χρονικά όρια του άμεσου ενθουσιασμού του 1789.
Το τρίπτυχο της μετεπαναστατικής αντιπολιτικής
Η Επαναστατική Τρομοκρατία της περιόδου 1793-1794 «μούδιασε» τον αρχικό ενθουσιασμό που συνόδευσε τη γαλλική επανάσταση, δεν έδωσε όμως τέλος στη γενικότερα αισιόδοξη διάθεση της περιόδου. Στα προεπαναστατικά χρόνια θα γεννηθούν δύο Γάλλοι κι ένας Βρετανός, που θα βάλουν τουλάχιστον δύο έννοιες με κεντρική σημασία για τις εξελίξεις του 19ου αιώνα στο τραπέζι: Ο Ανρί Ντε Σαιν Σιμόν (γεννημένος το 1760) και «πατέρας», κυρίως μέσω του νεανικού οπαδού του Αύγουστου Κομτ, της έννοιας της «κοινωνικής επιστήμης», ο Ρόμπερτ Όουεν (γεννημένος το 1771), και ισχυρός υποψήφιος για την υπαιτιότητα της διάδοσης του όρου «σοσιαλισμός», και ο Σαρλ Φουριέ (γεννημένος το 1772), πιθανότατα ένας απ’ τους πιο απρόβλεπτους και αντισυμβατικούς ουτοπιστές της ιστορίας. Οι πρώτοι δύο είναι σαφώς τέκνα της ηγεμονίας της έννοιας της προόδου που συνόδευσε τόσο τις σύγχρονες αστικές επαναστάσεις όσο και την άνοδο της αστικής τάξης σε θέσεις πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτούς όμως, η περαιτέρω κοινωνική πρόοδος προϋποθέτει ρήξη με τον κοινωνικό παραλογισμό που κληροδότησαν τα τέλη του προηγούμενο αιώνα: για τον Σαιν Σιμόν αυτό σημαίνει αντικατάσταση της παραδοσιακής, «επαγγελματικής» εξουσίας των αριστοκρατικών και αστικών τάξεων από τις «παραγωγικές τάξεις» των βιοτεχνών, βιομηχάνων, τεχνιτών και επιστημόνων (αργότερα και των εργατών), και μετατόπιση των κοινωνικών στόχων από τον αυτοσκοπό της ηγεμονίας των παραγωγικά παρασιτικών στρωμάτων στην ευημερία, την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία, που εξέφραζαν τα συμφέροντα των πραγματικών παραγωγικών δυνάμεων. Για τον Όουεν, σημαίνει την αναμόρφωση της παράλογα και απάνθρωπα σκληρής νομοθεσίας της βρετανικής βιομηχανικής κοινωνίας, την παροχή μόρφωσης και ηθικής διαπαιδαγώγησης στα εργατικά στρώματα και, αργότερα, την ίδρυση πρότυπων εργατικών κοινοτήτων που ουσιαστικά διοικούνται με αυτοδιαχείριση και έχουν ως απώτατο στόχο όχι το κέρδος του ιδιώτη-επενδυτή, αλλά την κοινωνική και συλλογική ευημερία.
Περισσότερο εμπρηστικός, ο Φουριέ καταδικάζει το σύνολο της αστικής προόδου με την κατηγορία ότι έχει οδηγήσει μονάχα στη συνολική υποδούλωση και δυστυχία (καθιστώντας τον ευρωπαϊκό πολιτισμό χειρότερο της βαρβαρότητας) και υπόσχεται μια νέα εποχή, όπου η ευτυχία, η πλησμονή των αισθήσεων, η ευτυχία και η ανεμπόδιστη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου θα τεθούν στο επίκεντρο της κοινωνικής ανάπτυξης –αρκεί, βεβαίως, να ακολουθηθεί πιστά η διαρκώς αναπτυσσόμενη, σύνθετη και μάλλον ιδιόρρυθμη θεωρία του για εκατοντάδες διαφορετικούς τύπους ψυχικών προδιαθέσεων και δεκάδες δυνητικούς συνδυασμούς τους στις πρότυπες «Φάλαγγες» (phalansteries) που οραματίστηκε ως παραγωγικά θεμέλια της νέας κοινωνίας. Η αμφισβήτηση της θρησκοληψίας, ο ειρηνισμός και το αντιπολεμικό συναίσθημα, ο διεθνισμός, και η δεκτικότητα στη γυναικεία χειραφέτηση χαρακτηρίζουν επίσης από κοινού τους τρεις μεγάλους του (μη μυθοπλαστικού πλέον) ουτοπισμού κατά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Μια δεύτερη, και εξίσου σημαντική, κοινή συνισταμένη αφορά τον «αντιπολιτικό» προσανατολισμό των τριών πρωτεργατών του «ουτοπικού σοσιαλισμού», όπως έγινε γνωστός. Ο αντιπολιτικός αυτός χαρακτήρας αφορά μια σειρά από αρχές στο έργο τους: πρώτα και κυριότερα την απόρριψη εκ μέρους τους της ιδέας της φυσικότητας και του αναπόφευκτου χαρακτήρα της λεγόμενης «ταξικής πάλης». Για τους τρεις ουτοπικούς σοσιαλιστές, οι κοινωνικές συγκρούσεις αποτελούν απλώς το αποτέλεσμα εφαρμογής λανθασμένων αρχών, ιδεών και πρακτικών, που τα σχέδιά τους θα διορθώσουν, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα κοινωνικής αρμονίας ανάμεσα σε ως τότε λυσσαλέα ανταγωνιστικές κοινωνικές ομάδες. Δεύτερον, και ως συνέπεια της πρώτης διαπίστωσης, οι δύο Γάλλοι θα απορρίψουν συχνά την ιδεολογική και πολιτική κληρονομιά της γαλλικής επανάστασης ως άχρηστη για την αναγκαία κοινωνική μεταρρύθμιση και ακόμα και επιζήμια, ενώ ο Βρετανός θα αντιταχθεί σε κάθε ιδέα ταξικής σύγκρουσης μεταξύ εργατών και αστικής τάξης, θεωρώντας την ταξική βία μονοδιάστατα αντιπαραγωγική. Τρίτον, και οι τρεις θα επικεντρωθούν στην κοινωνική μεταρρύθμιση και όχι στη μεταρρύθμιση πολιτικών θεσμών: η αναδιαμόρφωση και ανασυγκρότηση της κοινωνίας με βάση «επιστημονικές» (τουλάχιστον θεωρητικά) αρχές, αντικαθιστά την επικέντρωση της επαναστατικής εποχής στη μεταρρύθμιση Συνταγμάτων και πολιτικών θεσμών, την οποία η ουτοπική τριανδρία μας θεωρεί μάταιη και ικανή να οδηγήσει όχι στην κοινωνική ευτυχία, αλλά μόνο στην αναπαραγωγή των τάξεων των επαγγελματιών πολιτικών και νομοθετών.
Παρά το γεγονός ότι η έλευση στην ευρωπαϊκή σκηνή των Μαρξ και Ένγκελς θεωρείται ως επίσημο τέλος του «ουτοπικού σοσιαλισμού» (κυρίως μετά την κριτική τους στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 1848), οι δύο Γερμανοί επαναστάτες και πολίτες του κόσμου δεν παρέλειψαν ποτέ να κριτικάρουν την ανεπάρκεια των πολιτικών μεταρρυθμίσεων στις αστικές επαναστάσεις από τη σκοπιά της επιμονής προβληματικά άνισων κοινωνικών σχέσεων (βλέπε, χαρακτηριστικά, το Για το εβραϊκό ζήτημα του Μαρξ, 1843). Αυτό το γεγονός δεν είναι το μοναδικό που τους συνδέει με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές. Οι Μαρξ και Ένγκελς υιοθέτησαν ακόμα, σε σημαντικό βαθμό, την κριτική της αστικής κοινωνίας των ουτοπικών σοσιαλιστών και εμπνεύστηκαν απ’ αυτήν –για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά το πρόταγμα της γυναικείας χειραφέτησης. Τέλος, υιοθέτησαν κεντρικά ουτοπικά συνθήματα – ανάμεσα σε άλλα, το Σαιν Σιμονικής έμπνευσης «από τη διοίκηση των ανθρώπων στη διαχείριση των πραγμάτων» και, ακόμα πιο διάσημα, το σύνθημα της προμετωπίδας της Ικαρίας (1840) του εμπνευσμένου από τον Μορ και τον Όουεν ουτοπιστή Ετιέν Καμπέ: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».
Με δεδομένο, τέλος, ότι ο μαρξικός σοσιαλισμός αποβλέπει, σε τελική ανάλυση, σε μια αταξική κοινωνία, ο απώτερος στόχος του είναι σαφώς συγκρίσιμος με τον «αντιπολιτικό» προσανατολισμό των «ουτοπικών σοσιαλιστών»: η πολιτική ζωή, με τη μορφή του διαρκούς ανταγωνισμού ανάμεσα σε πολιτικά κόμματα για νίκη σε εκλογικές αναμετρήσεις, του συναγωνισμού πολιτικών προσώπων σε υποσχέσεις προς τον «λαό», και, εν συνόψει, όλων αυτών που ακόμη και σήμερα συνδέονται με τη δημοκρατική πολιτικότητα, δεν άσκησε ποτέ έλξη στους πρωτεργάτες του μαρξισμού. Αν και διαφώνησαν κάθετα με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές για τα μέσα της επίλυσης των κοινωνικών ζητημάτων, θεωρώντας αναγκαία την αποτύπωση στο πεδίο της πολιτικής δράσης της πάλης των τάξεων, συνέκλιναν ωστόσο μ’ αυτούς σε ό,τι αφορούσε τον μαρασμό της πολιτικής στη μελλοντική, αταξική κοινωνία (βλέπε, εδώ τη σχετική κριτική του Η ανθρώπινη κατάσταση της Χάνα Άρεντ, η οποία αναλαμβάνει την αριστοτελική υπεράσπιση της αναγκαιότητας για τον άνθρωπο του πολιτικού προσανατολισμού, απορρίπτοντας τον Μαρξ ακριβώς για την ουτοπική αντιπολιτικότητα της σκέψης του).
Το λυκόφως των ουτοπιών και η ανάδυση της δυστοπίας
Η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε η τελευταία περίοδος κατά την οποία οι ουτοπίες αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο της λογοτεχνικής παραγωγής να σηματοδοτεί και το απόγειο της δημοφιλίας τους: εκατοντάδες ουτοπικά κείμενα, τόσο μυθοπλαστικά όσο και προγραμματικά, δημοσιεύτηκαν στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και άλλες χώρες στα τελευταία είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα. Δεσπόζουσα ανάμεσά τους, η θέση δύο σοσιαλιστικών –αν και πολύ διαφορετικών μεταξύ τους– ουτοπικών μυθοπλασιών, του Κοιτώντας προς τα πίσω, 2000-1887 (1888) του Αμερικανού Έντουαρντ Μπέλαμι και του Νέα από το Πουθενά (1890) του Βρετανού Ουίλιαμ Μόρρις. Τα δύο αυτά κείμενα –το εμπορικά δημοφιλέστερο και το κριτικά επιφανέστερο της περιόδου– είχαν σημαντική επίδραση, αφενός στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής αλλά και της αρχιτεκτονικής και της κοινωνικής νομοθεσίας (Μπέλαμι), και αφετέρου σε αυτό της μαρξιστικής αισθητικής και κοινωνικής θεωρίας (Μόρρις). Ήδη όμως, και αρχικά με τη μορφή σατιρικών και πολεμικών απορρίψεων των ιδεών του Μπέλαμι σε μια σειρά από μυθοπλαστικά κείμενα «διάψευσης» που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία και αλλού, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο με μια σχετική μαζικότητα το είδος της δυστοπίας.
Θα πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε τις δυστοπίες απλές συμμετρικές αρνήσεις των ουτοπιών και κατά συνέπεια αναπόφευκτες λογικές εκδοχές της ουτοπικής μυθοπλασίας. Ας εξετάσουμε συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους η θεώρηση αυτή είναι προβληματική: πρώτον, αν και η σύγχρονη Ουτοπία υπάρχει ως είδος, όπως είδαμε, από το 1516, η ανάδυση της σύγχρονης δυστοπίας μπορεί να παρατηρηθεί με σχετική ασφάλεια μόνο στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, εφόσον τουλάχιστον παραδεχτούμε ότι οι δυστοπίες είναι κάτι παραπάνω από αντιουτοπικές σάτιρες (δηλαδή, κείμενα που προϋποθέτουν ουτοπικά αντίστοιχα για να παραγάγουν αφηγηματικό νόημα). Η χρονική διαφορά τρεισήμισι αιώνων ανάμεσα στην ανάδυση των δύο ειδών δείχνει ότι το δεύτερο δεν ήταν απλώς μια λογικά αναπόφευκτη αντιστροφή του πρώτου.
Δεύτερον, η συχνά χρησιμοποιούμενη από την κριτική διατύπωση πως «η ουτοπία του ενός είναι η δυστοπία του άλλου», που φαίνεται να πιστοποιεί τη συμμετρικά αντίστροφη σχέση των δύο ειδών, είναι μάλλον παραπλανητική. Γιατί, αν και είναι εφικτό να αντιστρέψει κανείς ουτοπικές παραστάσεις, εντοπίζοντας τις αντιφάσεις και αδυναμίες τους, σε δυστοπικές, το αντίστροφο δεν είναι καθόλου το ίδιο εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο, για να το θέσουμε απλά, να δει κανείς το Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα (1949) του Όργουελ ή το Η ιστορία της θεραπαινίδας (1985) της Άτγουντ ουτοπικά –ως ουτοπίες ενός τμήματος της κοινωνίας, που σηματοδοτούν τη δυστοπία για ένα άλλο τμήμα. Η πραγματική αυτή ασυμμετρία επεκτείνεται και στο ειδολογικό πεδίο: ενώ υπάρχουν τόσο μυθοπλαστικές όσο και προγραμματικές ουτοπίες –ουτοπίες, στη δεύτερη περίπτωση, που αποτελούν εκθέσεις για το δέον ώστε να επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση στην κατεύθυνση της κοινωνικής αρμονίας και ευτυχίας– υπάρχουν μόνο μυθοπλαστικές δυστοπίες: κανείς δεν έγραψε κείμενο με ρητό και δεδηλωμένο στόχο να καταστήσουμε χειρότερη από τη σημερινή μια μελλοντική κοινωνία. Δεν υπάρχουν δυστοπικά ανάλογα της Πολιτείας του Πλάτωνα ή των έργων των Σαιν Σιμόν, Όουεν ή Φουριέ.
Τρίτον, τα δύο είδη διαφέρουν ουσιωδώς δομικά και αφηγηματολογικά: οι μυθοπλαστικές ουτοπίες, είτε χωρικές είτε χρονικές, περιλαμβάνουν τους αφηγηματικούς ρόλους του επισκέπτη στον ουτοπικό κόσμο και του οδηγού του σ’ αυτόν. Κινούνται, από άποψη ρητορικής, ανάμεσα στην περιγραφή, τον διάλογο, την ιδεολογική πραγματεία και την αφήγηση, ενσωματώνοντας, όπως είδαμε, διαφορετικές μορφές λόγου σε ένα συνολικό υβρίδιο. Οι δυστοπίες, απεναντίας, είναι σαφώς λιγότερο ετερογενή και υβριδικά κείμενα. Σ’ αυτές, ο δυισμός επισκέπτη-οδηγού καταργείται γιατί ο αφηγητής της δυστοπίας είναι κατά κανόνα ένα μέλος της δυστοπικής κοινωνίας, και άρα κάποιος που τη βιώνει «εκ των ένδον». Η αφήγηση έχει δεσπόζουσα θέση και υπερισχύει της αναλυτικής έκθεσης ιδεών. Δεν είναι αναγκαίες οι εκτενείς περιηγητικές περιγραφές της δυστοπικής κοινωνίας κατ’ αντιστοιχία των συχνά εξαιρετικά φλύαρων περιγραφών που απαντά κανείς σε εκτεταμένα κεφάλαια των ουτοπιών. Συνολικά, οι δυστοπίες βρίσκονται εξ αρχής κοντά στο μυθιστόρημα και αφομοιώνονται γρήγορα σ’ αυτό (ως υποείδος του, συχνά με τη μορφή της δυστοπίας Επιστημονικής Φαντασίας), ενώ οι ουτοπίες δεν αφομοιώνονται ποτέ στο μυθιστόρημα, αποτελώντας είτε εντελώς μη μυθοπλαστικές είτε μυθοπλαστικές μεν, αλλά μη μυθιστορηματικές αφηγήσεις. Σε αντίθεση με τις δυστοπίες, άλλωστε, οι ουτοπίες δεν επικεντρώνονται καν στην ατομική δράση και συνείδηση, και περιλαμβάνουν μόνο στο ελάχιστο (αν και όταν το περιλαμβάνουν καν) το βασικό εκείνο συστατικό της μυθιστορηματικής πλοκής που είναι η ένταση και η σύγκρουση μεταξύ αντικρουόμενων βουλήσεων ή μεταξύ συνείδησης και εμπειρίας ή μεταξύ ιδεωδών και πραγματικότητας.
Το γεγονός ότι, μετά από τρεισήμισι αιώνες αποκλειστικής σχεδόν ηγεμονίας της ουτοπίας, το είδος οπισθοχωρεί ραγδαία στον 20ό αιώνα και υποσκελίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά από τις δυστοπίες απαιτεί, προφανώς εξήγηση. Οι αμέσως προηγούμενες παρατηρήσεις συνοψίζουν τον πρώτο από τρεις βασικούς λόγους για αυτό το φαινόμενο. Μπορούμε να ονομάσουμε τον σχετικό παράγοντα «ενδογενή-αφηγηματολογικό». Υπάρχουν όμως και ιδεολογικοί παράγοντες, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις στο λογοτεχνικό πεδίο κατά τον 20ό αιώνα. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η ιδεολογία της προόδου, η οποία, όπως είδαμε, αναδύεται ταυτόχρονα με την πολιτική ανάδυση της αστικής τάξης στην εξουσία κατά την εποχή των σύγχρονων επαναστάσεων, αρχίζει να οπισθοχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε μια ευρύτερη κουλτούρα απαισιοδοξίας. Η απαισιοδοξία αυτή έχει πολλές ρίζες: εν μέρει, αφορά (κυρίως στη Βρετανία) μια ευρύτερη συναίσθηση της σταδιακής παρακμής της βρετανικής αυτοκρατορίας και παγκόσμιας κυριαρχίας, η οποία συνοδεύεται από έντονες αγωνίες για τις συνέπειες του «φυλετικού πολέμου». Η θεματολογία αυτή, την οποία θα βρούμε και στις αναδυόμενες οικονομικά και γεωπολιτικά ΗΠΑ, αποτελεί παράγωγο της ευρύτερης ηγεμόνευσης του λεγόμενου «κοινωνικού δαρβινισμού», ο οποίος μετατρέπει τη ζωή των συλλογικοτήτων σε ανηλεή διαπάλη για την «επιβίωση του ισχυροτέρου» και εκτοπίζει πλήρως από την ημερήσια διάταξη τις παλιότερες στοχεύσεις της αρμονίας και της παγκόσμιας συνεργασίας και ειρήνης. Είναι, άλλωστε, η εποχή του υψηλού ιμπεριαλισμού, της ραγδαίας πορείας εξοπλισμών των Μεγάλων Δυνάμεων και της αίσθησης πως η παγκόσμια κυριαρχία θα αποτελέσει τόσο αποτέλεσμα διακρατικών όσο και διαφυλετικών συγκρούσεων.
Ο αυξανόμενος πεσιμισμός για το μέλλον, τον οποίο θα δούμε επίσης να αντανακλάται, κυρίως στη Γαλλία, από την άνοδο της «λογοτεχνίας της παρακμής», συνοδεύεται επίσης από φιλοσοφικο-ιστορικές διαπιστώσεις (Σόπεναουερ, Νορντάου, Νίτσε, Σπένγκλερ) και αντλεί ερείσματα ακόμα και από τις φυσικές επιστήμες –για παράδειγμα, από την έννοια της εντροπίας στη θερμοδυναμική και από αγωνίες για τον επερχόμενο «κοσμικό θάνατο» όταν το σύνολο της κοινωνικής ενέργειας που οδήγησε την αστική κοινωνία στον βιομηχανικό και τεχνολογικό θρίαμβο έχει εξαντληθεί. Η πρόοδος δεν είναι πλέον καθόλου αυτονόητη ή εξασφαλισμένη, και το φάσμα των υπάνθρωπων ορδών που θα συναντήσουμε στους Μόρλοκς της Χρονομηχανής του Χ. Τζ. Ουέλς (1895) ή, με κοινωνικά καταγγελτικό πρόσημο, στη Σιδερένια φτέρνα του Τζακ Λόντον (1908), αποτελεί πλέον ένα ενδεχόμενο με πολύ μεγαλύτερη έλξη και πειστικότητα για το αστικό αναγνωστικό κοινό από τα οπτιμιστικά σενάρια των ουτοπιών.
Στο Ιστορικό μυθιστόρημα και σε μια σειρά από άλλες μελέτες, ο σημαντικός κριτικός της λογοτεχνίας Γκιοργκ Λουκάτς θα εντοπίσει, ήδη από το 1848, την απαρχή μιας στροφής στον τρόπο με τον οποίο η κυρίαρχη αστική τάξη αντιλαμβάνεται την ιστορία. Η στροφή αυτή χαρακτηρίζεται από την απώλεια αυτοπεποίθησης για το στάτους της αστικής τάξης ως «οικουμενικής» τάξης και των συμφερόντων της ως «οικουμενικών» συμφερόντων. Ενώ η εποχή των επαναστάσεων στα τέλη του 18ου αιώνα, κατά την οποία θεμελίωσε τη θέση της η ιδεολογία της προόδου, ήταν μια περίοδος όπου η αστική τάξη ήταν πράγματι στην πρώτη γραμμή των επαναστατικών κοινωνικών αλλαγών, οι μετέπειτα εξελίξεις, κυρίως μετά την Παρισινή Κομμούνα του 1871, ανέδειξαν ένα πολύ διαφορετικό συναίσθημα: τον φόβο της επανάστασης ως μια πολύ πραγματική διάσταση της αστικής συνείδησης. Οι επαναστάσεις του 1905, και –κυρίως– του 1917 στη Ρωσία επιβεβαίωσαν αυτόν τον φόβο: το μέλλον φαινόταν πλέον κάτι που θα καθοριζόταν όχι από τη σταδιακή και βαθμιαία βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών αλλά από την ανηλεή και βίαιη σύγκρουση με μια νέα τάξη, που από την αστική σκοπιά παρουσιάζεται ως ενδογενώς βάρβαρη και καταστροφική στις στοχεύσεις της.
Σκοτεινοί ορίζοντες
Η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και η διαμόρφωση, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, του Σοβιετικού μπλοκ εν γένει, χωρίζει τον κόσμο στα δύο και εγκαινιάζει την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Έκφρασή της, το σημαντικότερο των δυστοπικών μυθιστορημάτων από άποψη επίδρασης και δημοφιλίας και ένα από τα πιο δημοφιλή και επιδραστικά μυθιστορήματα όλων των εποχών: το Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα του Τζορτζ Όργουελ. Η μαζική σφαγή δύο παγκοσμίων πολέμων, ο φασισμός, και το Ολοκαύτωμα συμπληρώνουν τη συνολική εικόνα ενός όλο και σκοτεινότερου ορίζοντα του μέλλοντος. Και η δυστοπία θριαμβεύει σε ευθεία αναλογία με αυτό το σκοτείνιασμα.
Ουσιαστικά, η πορεία εξέλιξής της στο υπόλοιπο του 20ού αιώνα και στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα αποτελεί συνάρτηση μιας διαρκούς διόγκωσης του πεδίου των φόβων που ρυθμίζουν πλέον τη ζωή στον δυτικό, σχετικά ευκατάστατο κόσμο, και κυρίως στα μεσαία στρώματα, που είναι και το βασικό αναγνωστικό κοινό των δυστοπιών: τον φόβο της τεχνολογίας, της τεχνολογικής αυτοματοποίησης, της ρομποτικής (E.M. Φόρστερ, «Η μηχανή σταματά», Άλντους Χάξλεϊ, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος και επίγονοι)· τον φόβο της κλωνοποίησης και της γενετικής παρέμβασης (Κάζουο Ισιγκούρο, Μη μ’ αφήσεις ποτέ)· τον φόβο των πολυεθνικών, της απρόσωπης εξουσίας των πολυεθνικών (δυστοπίες κυβερνοπάνκ)· τον φόβο της περιβαλλοντικής καταστροφής (Κιμ Στάνλεϊ Ρόμπινσον, Νέα Υόρκη 2140, Έμι Ιταράντα, Η μνήμη του νερού)· τον φόβο του Αποκαλυπτικού τέλους της ζωής (Κόρμακ Μακάρθι, Ο δρόμος)· τον φόβο της επιστροφής σ’ ένα αταβιστικό, ανελεύθερο και βαρβαρικό παρελθόν (Μάργκαρετ Άτγουντ, Η ιστορία της θεραπαινίδας)· τον φόβο νέων «Ολοκληρωτισμών», νέου χαρακτήρα καταπιέσεων και βίας (Ρέι Μπράντμπουρι, Φαρενάιτ 451, Ομάρ Ελ Ακάντ, Αμερικανικός πόλεμος, Τζων Λάντσεστερ, Ο τοίχος)· τον φόβο της κατάρρευσης των κοινωνικών κανόνων συμπεριφοράς και του εκφυλισμού της ίδιας της γλώσσας (Άντονι Μπάρτζες, Κουρδιστό πορτοκάλι).
Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2010, κυρίως, ο όρος «δυστοπία» ξέφυγε από τα όρια της μυθοπλασίας. Μια πρόχειρη ηλεκτρονική αναζήτηση του επιθέτου «δυστοπικός-ή-ό» θα αποκαλύψει (με βάση τα σημερινά δεδομένα) πάνω από 50 εκατομμύρια αναφορές στο διαδίκτυο: ο κινηματογράφος, η πολιτική ρητορική και η καθημερινή ομιλία αναδεικνύουν το ουσιαστικό και το επίθετο σε κάποιες από τις συχνότερα χρησιμοποιημένες «διαγνωστικού» χαρακτήρα φράσεις της εποχής που διανύουμε. Η ετυμηγορία είναι σαφής: η «δυστοπία» και η «δυστοπικότητα» αποτελούν πλέον κάτι σαν την «κοινή λογική» της εποχής μας, που τις εντοπίζει παντού, σε κάθε τι, από την αρχιτεκτονική και την κατάσταση των πόλεων ως τις έμφυλες σχέσεις, από την πολιτική και τη γεωπολιτική κατάσταση ως τις ιατρικές και τεχνολογικές εξελίξεις, από την περιβαλλοντική καταστροφή ως τον χαρακτήρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όσο για την ουτοπία, με την εξαίρεση μιας σχετικά σύντομης περιόδου από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως τα μέσα περίπου του 1970, κατά την οποία αναδύθηκαν τα τελευταία, ίσως, αριστουργήματα του είδους (οπωσδήποτε το Dispossessed της Ούρσουλα Λε Γκουέν, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Ο αναρχικός των δύο κόσμων, το Γυναίκα στην κόψη του χρόνου της Μαρτζ Πιέρσι, και άλλα), η προοπτική ανάκαμψης εξανεμίστηκε με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού στο πολιτικό σκηνικό από τα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 και ένθεν.
Εκ των υστέρων, η σχεδόν πλήρης εξάλειψη της ουτοπίας, που δεν διεκδίκησε ποτέ τις δάφνες της αισθητικής καταξίωσης στον βαθμό που απαντούμε σε άλλα λογοτεχνικά είδη, και βέβαια, στην απόρριψη της ίδιας της λογικής του είδους στον μοντερνισμό, αποκαλύπτει μάλλον σοβαρότερες συνέπειες πολιτισμικά από αυτές που έγιναν αρχικά αντιληπτές: εδώ και δεκαετίες, η εξανέμιση των ουτοπικών προοπτικών στη λογοτεχνία αντανακλά την εξανέμισή τους στην πραγματική ζωή, την σοβαρότατη κρίση (βλέπε τις πολλαπλές παρεμβάσεις για το θέμα του Frederic Jameson) της ίδιας της μελλοντικότητας ως διάστασης της ανθρώπινης σκέψης, της δυνατότητάς μας καν να αρχίσουμε να οραματιζόμαστε, οσοδήποτε ανεπαρκώς ή αντιφατικά, τις βασικές διαστάσεις μιας κοινωνίας διαφορετικής από τη δική μας και συνεπώς επίσης λιγότερο «δυστοπικής». Το αν η ηγεμονία της δυστοπίας στο λογοτεχνικό πεδίο αλλά και σ’ αυτό του ευρύτερου πολιτισμού και της ιδεολογίας θα αντιμετωπίσει στο μέλλον οποιαδήποτε ουτοπική ή έστω «αντι-αντιουτοπική» (βλέπε και πάλι Jameson, Μια αμερικανική ουτοπία) πρόκληση ή ανταπάντηση παραμένει, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, εξίσου άγνωστο με το μέλλον του πλανήτη και της ανθρώπινης κοινωνίας εν γένει.
⸙⸙
Σημείωση
Η σχετική βιβλιογραφία είναι τεράστια και γι’ αυτό αποφεύχθηκε η χρήση υποσημειώσεων και αναλυτικών αναφορών. Ο γράφων παραπέμπει, σε ό,τι αφορά τις ειδολογικές συνιστώσες της αντι-ουτοπίας και της δυστοπίας, στο «Αντιουτοπία και δυστοπία: Για να ξανασκεφτούμε το πεδίο», μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, στο Utopia Project Archive 2006-2010, επιμ. Βασίλης Βλασταράς, Αθήνα: ΑΣΚΤ, 2011· και σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της ουτοπίας από την κλασική εποχή ως την Αναγέννηση, στο αγγλόφωνο άρθρο του στο Oxford Research Encyclopedia of Literature.
Στην Εγκυκλοπαίδεια της Οξφόρδης αναμένονται επίσης σύντομα τα εκτεταμένα άρθρα του συγγραφέα για την εξέλιξη της ουτοπίας από τον 18ο αιώνα ως τα τέλη του 19ου, και θα ακολουθήσουν άρθρα για την ανάδυση της δυστοπίας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα. Το παρόν κείμενο συνοψίζει, ουσιαστικά, αυτή την έρευνα.
⸙⸙⸙
Δρ. Αντώνης Μπαλασόπουλος, Πανεπιστήμιο Κύπρου
