Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Από την σιωπή στη συλλογικότητα: σημειώσεις για τη γενιά της μεταπολίτευσης

Αναζητώντας σημάδια και ίχνη της γενιάς μου θα επιστρέψω στον χρονικό διχασμό ανάμεσα στη στρατιωτική δικτατορία και τη μεταπολίτευση και στο γεωγραφικό όριο επαρχίας και πόλης. Με δραστικές αλλαγές και μεταβάσεις όταν από μαθητής γυμνασίου, στο χωριό μου, στην Καβάλα τον Ιούλιο του 1974, βρέθηκα τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ευνοημένος, πάντως, που σήμερα μπορώ να μιλήσω για τη γενιά μου· πολλοί συνομήλικοί μου, που παρέμειναν αγρότες στον κάμπο των Φιλίππων ή μετανάστευσαν στη Γερμανία και σε άλλες πόλεις, δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να μιλήσουν για την προσωπική τους περιπέτεια. Δεν ξέρω αν το εξατάξιο γυμνάσιο επί χούντας, είχε τον ίδιο αντίκτυπο σε όλες και όλους μας· για μένα πάντως η απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά τις 8 μ.μ., η απαγόρευση παρακολούθησης ταινιών στον κινηματογράφο (Μέγας Αλέξανδρος), το κούρεμα, το ντύσιμο, ο εκκλησιασμός της Κυριακής με απουσιολόγιο (μια μέρα που θέλαμε να κοιμηθούμε λίγο παραπάνω), έκαναν την εξαετία εκείνη την πιο κακοποιητική περίοδο της εφηβείας μου, μια διαστροφική διείσδυση στην ψυχή και στο μυαλό, ένα φράγμα στην αυτοέκφραση ενός εφήβου.

Έτσι, το φθινόπωρο της μεταπολίτευσης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με αυτό που αποκαλείται δημοκρατικό πολίτευμα και που δεν το είχαμε ποτέ διδαχθεί στις γυμνασιακές τάξεις. Πώς λοιπόν ένας πρωτοετής φοιτητής να συνδιαλεχθεί με τόσα καινούργια δεδομένα; Τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, τον έρωτα και όλα αυτά σε μια μεγάλη πόλη και ταυτόχρονα αναζητώντας τους κατάλληλους πυρήνες για να ενταχθεί και να συνδεθεί με τους άλλους;

***

Το Πανεπιστήμιο ήταν η μεγάλη της γενιάς μου Σχολή. Γιατί εκεί κυριολεκτικά χτυπούσε ο ρυθμός της καρδιάς μας τόσο σε συλλογικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Νοικιάζαμε σε μικροσκοπικά δωμάτια πέριξ του πανεπιστημίου, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς θέρμανση, με ένα γκαζάκι για τον καφέ και λιτά φοιτητικά έπιπλα, ένα κασετοφωνάκι όπου παίζαμε αντιγραμμένες κασέτες. Ξυπνούσαμε και φεύγαμε για το πανεπιστήμιο· εκεί ήταν η ζωή μας, τα μαθήματα, τα κυλικεία, τρώγαμε στη Λέσχη, διαβάζαμε στη Βιβλιοθήκη, πίναμε καφέ στα κυλικεία των σχολών με πιο δημοφιλές τον, γαλλικής αύρας, καφέ της Φιλοσοφικής με τις ομορφότερες φοιτήτριες. Τις ζεστές μέρες ξαπλώναμε στο χορτάρι και παίρναμε έναν υπνάκο, τις απόκριες διοργανώνονταν πάρτι μεταμφιεσμένων στο Πολυτεχνείο, συμμετείχαμε σε πορείες και από την πρώτη στιγμή ενταχθήκαμε σε ομάδες πολιτιστικής δράσης.

Στο υπόγειο της Φιλοσοφικής υπήρχαν ήδη τα γραφεία του Φοιτητικού Ομίλου Θεάτρου και Κινηματογράφου απαρτισμένου από φοιτητές και φοιτήτριες κάθε σχολής και παράταξης. Στο διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπούνταν όλα τα κόμματα και οι αποφάσεις για πολιτιστικές δράσεις ήταν απόρροια συλλογικών διαδικασιών. Παρά τις έντονες διαφωνίες, ο κοινός μας στόχος ήταν η σύμπλευση στα πολιτιστικά και στους χώρους συλλογικής μαθητείας: η Κινηματογραφική Λέσχη λειτουργούσε κάθε Σάββατο στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικής, με τυπωμένο πρόγραμμα, πάγκο βιβλίων, τεύχη αφιερωμένα σε ξεχωριστά κινηματογραφικά είδη. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου παρακολουθούσαμε ατέλειωτες ώρες ταινίες και, αν τα καταφέρναμε, τρυπώναμε και στις δημοσιογραφικές προβολές.

Ταυτόχρονα η Θεατρική ομάδα ανέβαζε παραστάσεις στους δρόμους του πανεπιστημίου, στα αμφιθέατρα, σε γειτονικές πόλεις ή περιόδευε προσκεκλημένη σε άλλα πανεπιστήμια όπως των Ιωαννίνων. Υπήρχε βέβαια και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με φοιτητικά εισιτήρια, η σημαντικότερη θεατρική μου παιδεία, ειδικά επί διεύθυνσης Μίνωα Βολανάκη, όπου ήρθαμε σε επαφή με το κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο, είδαμε μεγάλους ερμηνευτές, ανάμεσά τους τη Μελίνα Μερκούρη, την Έλλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Οι Αριθμημένοι του Κανέτι με στοίχειωναν μέρες μετά και έτρεξα να το ξαναδώ.

Ωστόσο ψαχνόμασταν και για άλλες εμπειρίες. Βόλτες στην Εγνατία, στον Βαρδάρη, παρέες στις υπόγειες ταβέρνες όπως ο «Παράδεισος» και στα περιθωριακά μαγαζιά των συνοικιών σαν τη «Στάσα» στη Σταυρούπολη, όπου συνυπήρχαμε φοιτητές, φαντάροι, κορίτσια και τραβεστί της εποχής, λαϊκοί εργάτες, μια ατμόσφαιρα που θα άρεσε στον Χριστιανόπουλο ή στον Γιώργο Ιωάννου –ειδικά τον πρώτο τον συναντούσαμε τακτικά στα περιβαρδάρια στέκια μας. Η συνύπαρξη τόσων ετερόκλητων ανθρώπων ήταν φυσική, δεν υπήρχε η εστετίστικη προσέγγιση των ψαγμένων που ανακαλύπτουν το περιθώριο και τελικά το εξαφανίζουν χωρίς να αφομοιώνουν τίποτε. Ήμασταν μια παρέα, παιδιά δικά τους και δικά μας.

Η Θεσσαλονίκη σήκωνε το βάρος της ιστορικής της μνήμης και διεκδικούσε την ταυτότητα μιας πόλης που ήθελε να αγκαλιάσει όλους τους μόνιμους και περαστικούς κατοίκους της. Μαζί με το μεταπολεμικό της πολιτιστικό παρελθόν μπορούσε να αφομοιώσει και την ανήσυχη δική μας γενιά; Εμείς είχαμε επενδύσει στην πόλη, ζούσαμε τον μύθο της σε εξέλιξη. Ενώ διαβάζαμε Καρέλλη, Θέμελη, Αγαθοπούλου, δοκιμάζαμε να γράψουμε και τη δική μας ποίηση, απαγγέλοντας τα βράδια στα παλιά διαμερίσματα της Εγνατίας πάνω σε χωριάτικες βελέντζες και με δεκάδες κεριά αναμμένα τριγύρω μας. Ζαλιζόμασταν με ούζο ή κρασί, δεν είχαμε λεφτά να περισσεύουν, ό,τι έστελναν οι γονείς μας, και πολλές φορές δανειζόμασταν μεταξύ μας. Η αγορά ενός βιβλίου από το ενημερωμένο βιβλιοπωλείο του Ραγιά ήταν μεγάλο έξοδο. Εκεί αγόρασα τον δίτομο Καβάφη του Ίκαρου, γιατί τον διδασκόμασταν από τον Γιώργο Σαββίδη, και με συντάραξε. Τι ευεργέτημα αυτά τα δύο πρώτα χρόνια κοινών μαθημάτων με τη νεοελληνική φιλολογία. Εκεί και ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Και τα λατινικά, στα οποία διέπρεπα περισσότερο και από τα αγγλικά!

Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια της Φιλοσοφικής διάβαζα κάποια κείμενα που είχα γράψει σε μια μικρή παρέα, άλλοι δίπλα μας πουλούσαν την εφημερίδα του Ρήγα, άλλοι έτρεχαν στις πρόβες του μουσικού τμήματος του ΦΟΘΚ. Και τα βράδια τρέχαμε στους κινηματογράφους, στον «Αίαντα», στη «Φαργκάνη», στη «Θυμέλη» να δούμε Παζολίνι, Φασμπίντερ, Σλέντορφ, Ζουλάφσκι, κλασικές ταινίες των Ντοβζένκο, Αϊζενστάιν, την τριλογία του Γουόρχολ, τα πρόσφατα του Κόπολα, του Δαμιανού, ενώ για την ταινία Happy Day του Παντελή Βούλγαρη αποπειράθηκα να γράψω την πρώτη μου κινηματογραφική κριτική για τα Τετράδια κινηματογράφου του ΦΟΘΚ· και κάποτε στα ερωτικά σινεμά γιουχάρουμε δήθεν τις ολιγόλεπτες τσόντες, γελούσαμε, αλλά και λαχταρούσαμε μέσα στις αχανείς αίθουσες που μύριζαν τσιγαρίλα και σπέρμα. Το σινεμά ήταν η δική μας αφύπνιση, το σώμα που εκτίθετο και θα διεκδικούσαμε μαζί με όλα τα υπόλοιπα: πολιτική, έρωτα, αμφισβήτηση, απενοχοποίηση, που δεν ήταν και τόσο εύκολα ζητήματα για τον καθένα χωριστά.

Οι αγάπες και οι έρωτες άνθιζαν στα δωμάτια, στις συγκατοικήσεις, στα σημειώματα αποχωρισμού, στα γράμματα λατρείας, στις κακοφωτισμένες kodak φωτογραφίες με ημίγυμνα κορμιά. Νιώθαμε σαν τους πρωταγωνιστές του δικού μας κινηματογραφικού συνεργείου είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά, αφού κάποιοι συμφοιτητές μας απέκτησαν μηχανές super 8 και γύριζαν ερασιτεχνικά φιλμάκια που τα προβάλλαμε στις επάνω αίθουσες της Λέσχης ή πάνω σε τοίχους διαμερισμάτων. Είχε ήδη κινηματογραφηθεί μια ροκ εκδοχή της Γκόλφως από την θεατρική ομάδα του ΦΟΘΚ, καθώς και αποσπάσματα από τις πρόβες στις Βάκχες στις οποίες συμμετείχα κι εγώ. Σε μια άλλη φάση θελήσαμε να ανεβάσουμε τα Ανεμοδαρμένα ύψη μέσα σε ένα παλιό διαμέρισμα, μια παράσταση είκοσι τεσσάρων ωρών αλλά παίχτηκαν κάπου δυόμισι, λόγω σκηνοθετικών διαφωνιών…

Από την περίοδο της φοιτητικής μου μεταπολίτευσης θα κρατήσω αυτό που δεν βρήκα ποτέ ξανά: τη συμπόρευση, την αλληλοκατανόηση και την ανοχή πέρα από ταξικές, πολιτικές ή άλλες ερωτικές διαφορετικότητες. Αυτή η σύμπνοια, λίγο μετά τις σπουδές μας θα κλονιστεί, στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, από το AIDS, θα θρηνήσουμε κόσμο από τα ναρκωτικά, θα συνεχιστεί με έναν αφύσικα μιμητικό εξευρωπαϊσμό που θα κλονίσει τις ρίζες και τις παραδόσεις μας, θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες με τον ατομικισμό, τον αμοραλισμό, τον σνομπισμό, την πολιτική απαξίωση και θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας, με τις ψηφιακές και εικονικές «πραγματικότητες» όπου τίποτε δεν είναι αληθινό εκτός από αυτό που βλέπουμε ή νομίζουμε ότι βλέπουμε στις οθόνες μας.

***

Το 2001, στο μυθιστόρημα Το Παρτάλι, κατέγραψα μυθοπλαστικά όσα περίπου θα ήθελα να πω με αυτό το κείμενο. Μια προσωπική, λογοτεχνική κατάθεση, ελπίζω αρκετά αντιπροσωπευτική για ένα κομμάτι της γενιάς μου και ενδεχομένως υλικό μελέτης για τη νεότερη. Η νοσταλγία για τη γενιά της μεταπολίτευσης δεν είναι μια ρομαντική ανάκληση αλλά μια μελαγχολική επίκληση μιας εύφορης δεκαετίας, μια ληγμένη ουτοπία όπου είχαμε λόγο πολιτικοποιημένο, σώμα διαθέσιμο, αισθήσεις ενεργοποιημένες, αγάπη, συντροφικότητα, ερωτισμό. Είχαμε πάρει την εκδίκηση από την καταπίεση της χούντας, όμως δεν θα μας χαρίζονταν τα επόμενα χρόνια γιατί κάποιοι από μας κάναμε τα λάθη μας. Αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση και ίσως ήρθε η ώρα να διεξαχθεί με όσους προσπαθούν τελευταία να υποβαθμίσουν την εποχή και τη γενιά της μεταπολίτευσης.

Νέα Σμύρνη, Δεκέμβριος 2025

Κύλιση στην κορυφή