Ένας από τους πιο αυθόρμητους τρόπους με τους οποίους επισκέπτομαι ξανά διάφορα στάδια της ζωής μου είναι μέσω των ταινιών και πιο συγκεκριμένα, αλλά όχι αποκλειστικά, μέσω των αγαπημένων σινεμά που είχε κάθε πόλη στην οποία έχω ζήσει. Σε αυτό το κείμενο δεν θα μιλήσω μόνο για έργα και κινηματογράφους, αλλά οφείλω να ξεκινήσω ανακαλώντας κάποια έργα, μαζί με τους ανθρώπους και τις τοποθεσίες όπου τα είδα, διότι ήταν η πρώτη οδός μέσω της οποίας επέλεξα να επισκεφτώ κάποιες κομβικές περιόδους της ζωής μου.
Ανακαλώ ταινίες που έχω δει σε διάφορες ηλικίες και συνήθως η πρώτη συναισθηματική κατάσταση που καλλιεργείται είναι αυτή της συγκίνησης. Ενώ με ενδιαφέρουν οι ερμηνείες και τα σενάρια των έργων καθαυτά, περισσότερο με αγγίζουν τούτες οι αναμνήσεις διότι ανακαλώ μακρινές περιόδους, θυμάμαι πόσο διαφορετικός ήμουν εγώ αλλά και ανθρώπους δικούς μου, οι οποίοι και οι οποίες είτε είναι είτε δεν είναι πλέον κομμάτι της καθημερινότητας μου.
Σαν μικρό παιδί το βασικό στέκι στο οποίο έβλεπα ταινίες στη γειτονιά μου, με φίλους και εννοείται τους γονείς μας, είναι τα Village του Παγκρατίου (πάνω στην Υμηττού), που βρίσκονται σε ένα ημι-εγκαταλελειμμένο εμπορικό κέντρο. Το κέντρο αυτό από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, δηλαδή πριν από την κρίση, ήδη είχε ένα παρακμιακό στοιχείο. Ενώ έχει γύρω στους τέσσερις με πέντε ορόφους, απ’ όταν μπορώ να θυμηθώ πάντοτε οι μισοί χώροι που θα μπορούσαν να στεγάζουν μαγαζιά ήταν άδειοι. Τα Village αυτά ήταν μία από τις λίγες νησίδες ζωής εντός του κέντρου, έτσι πάντα ανυπομονούσα να πηγαίνω εκεί παρά την συνολική κατάστασή του. Δεν με απωθούσε αυτή η αίσθηση εγκατάλειψης του χώρου, ίσως το κλίμα εκεί προσέθετε στην αίσθηση περιπέτειας που είχε ούτως ή άλλως η θέαση έργου στο σινεμά. Παραδόξως έχουν επιβιώσει, και τελευταία φορά που πήγα εκεί ήταν πριν από ένα δίμηνο.
Θυμάμαι συγκεκριμένους κινηματογράφους στις πόλεις μου, δηλαδή στην Αθήνα όλη μου την παιδική και εφηβική ηλικία και για κάποια χρόνια απ’ όταν επέστρεψα από την Θεσσαλονίκη όπου έκανα τις προπτυχιακές μου σπουδές για πέντε χρόνια. Από τον Σεπτέμβρη του ’23 μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του ’24 ζούσα στο Βέλγιο, όπου και έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στη Διεθνή Πολιτική, στην φοιτητική πόλη του Λούβεν/Λέβεν (Leuven) που απέχει περίπου 20 με 40 λεπτά από τις Βρυξέλλες με τρένο, ανάλογα με τη διαδρομή. Όσο σπούδαζα εκεί επισκέφτηκα και τα δύο, μοναδικά, σινεμά της πόλης. Εκείνο που ξεχώρισε ήταν το «Cinema-ZED» (έχει δύο κτήρια, εγώ πήγαινα σε αυτό στην Andreas Vesaliusstraat που λέγεται Cinema-ZED VESALIUS). Ένα επίκαιρο και όμορφο έργο που είδα εκεί ήταν η πιο πρόσφατη δουλειά ενός εκ των αγαπημένων μου σκηνοθετών, του Ken Loach, δηλαδή το The Old Oak. Είναι μία ταινία που θίγει ζητήματα αλληλεγγύης και επίδειξης ανθρωπιάς μεταξύ ντόπιων και μεταναστών με διαφορετικές κουλτούρες αλλά και κοινές ανάγκες για συνύπαρξη, αποδοχή και την κατάκτηση του συνανήκειν. Η πρώτη ταινία του Loach που είδα ήταν το I, Daniel Blake πριν δέκα χρόνια, ενώ η αγαπημένη μου ήταν το Sorry We Missed You, διότι αποτυπώνει με συνταρακτικό τρόπο την οικονομική αστάθεια και ανασφάλεια των επισφαλώς εργαζομένων «αυτο-απασχολούμενων» οδηγών ντελίβερι.
Οι πιο σημαντικοί κινηματογράφοι της Αθήνας στη δική μου ζωή βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, μάλιστα δύο από τους αγαπημένους μου είναι σχεδόν δίπλα, δηλαδή το «Άστυ» στην Κοραή και το «Άστορ» στη Σταδίου. Αν και από τον Σεπτέμβριο του ’18 έμενα στην Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχε επιστροφή στην Αθήνα σε γιορτινές ή καλοκαιρινές περιόδους στην οποία να μην είχα επισκεφθεί κάποιο σινεμά. Συχνά πήγαινα με φίλους σε αυτούς τους δύο κινηματογράφους όταν επέστρεφα από την φοιτητική μου κατοικία. Μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη ένα βουλγαρικό έργο του 2017 που πρέπει να είχα δει το 2018 στο Άστυ. Η ταινία λέγεται Posoki ή στα ελληνικά Ιστορίες μιας νύχτας. Είναι ένα συγκινητικό κοινωνικό δράμα που απεικονίζει την οικονομική εξαθλίωση, την οικονομική παρακμή και την απελπισία των καθημερινών ανθρώπων μέσα από τη ματιά Βούλγαρων ταξιτζήδων στη Σόφια.
Τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει να πηγαίνω όλο και πιο συχνά σε δύο κινηματογράφους στην Πατησίων, το «Αελλώ Cinemax» και το «Cinobo Πατησίων» (πρώην σινεμά «Αλεξάνδρα»). Φέτος στο δεύτερο, σε συνεργασία με τον κριτικό κινηματογράφου Αλέξανδρο Παπαγεωργίου, έγινε ένας κύκλος προβολών από τις οποίες δεν έχασα καμία (με τίτλο «Εφιάλτες του Μέλλοντος»). Η βασική θεματική ήταν η δυστοπία στα έργα επιστημονικής φαντασίας και ο πεσιμισμός για τις κοινωνικές αλλαγές που μπορεί να επιφέρουν οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτή είναι μία θεματική που με ενδιαφέρει και σε πολιτικό και θεωρητικό επίπεδο. Το έργο που άνοιξε τον κύκλο ήταν το Alphaville του Jean-Luc Godard, ενώ έκλεισε με το Walle–E του Andrew Stanton, μία ιστορία που θέτει περίπλοκους προβληματισμούς με μεγάλο βάθος, παρά το γεγονός πως σε πρώτη όψη μπορεί να περάσει για παιδικό. Στο «Αελλώ» έτυχε να δω δύο από τα τελευταία έργα του Λάνθιμου, δηλαδή το Poor Things και το Bugonia. Απόλαυσα και τις δύο, έχοντας μια προτίμηση για την πιο πρόσφατη ταινία, ίσως και λόγω της συμμετοχής του Jesse Plemmons. Παρ’ όλα αυτά, κανένα από τα δύο αυτά έργα του δεν είναι το αγαπημένο μου, ένα παλιότερο στο οποίο θα αναφερθώ όταν μιλήσω για τη Θεσσαλονίκη μού είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση.
Θα αδικούσα την Αθήνα και τις δικές μου αναμνήσεις εάν δεν αναφερόμουν σε άλλους αγαπημένους κινηματογράφους της πόλης όπως το «δίδυμο» στους Αμπελόκηπους, δηλαδή το «Αθήναιον» και τον «Γαλαξία». Ο δεύτερος πάντα πρόβαλλε πιο σινεφίλ έργα, με έναν κατάλογο πιο κοντά στον αντίστοιχο του «Άστυ» και του «Άστορ», όμως έχω χαρεί τόσες ταινίες στο «Αθήναιον», ειδικά τα χρόνια στο γυμνάσιο και στο λύκειο αλλά και μετά τα δεκαοκτώ, που οφείλω να μην τον παραλείψω. Εξάλλου, ενώ εκτιμώ βαθιά και παρακολουθώ σταθερά πιο σινεφίλ έργα, είμαι και λάτρης των πιο εμπορικών ταινιών, ειδικά των έργων δράσης αλλά και τρόμου.
Λίγες είναι οι ταινίες δράσεις στις οποίες πρωταγωνιστούν αστέρες όπως ο Schwarzenegger, o Stallone, ο Jackie Chan και ο Bruce Lee που να μην έχω απολαύσει με τον πατέρα ή τον θείο μου στην Αμερική. Με τον πρώτο έχουμε δει δεκάδες τέτοιες ταινίες δράσεις, κυρίως στο σπίτι μας στο Παγκράτι μαζί με τη μητέρα μου. Η μητέρα μου έχει την τάση να σχολιάζει τις ταινίες όσο τις βλέπει, κάτι που πάντοτε με εκνεύριζε. Η ειρωνεία είναι πως εγώ της έχω μοιάσει πλήρως, με αποτέλεσμα να γίνομαι μάλιστα αρκετά πιο ενοχλητικός από αυτήν, κρίνοντας από τις αντιδράσεις φίλων αλλά και αγνώστων στις αίθουσες των σινεμά. Και τους δύο μας φαίνεται πως μας συνεπαίρνουν τόσο πολύ οι ταινίες που βλέπουμε, που δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε τις αυθόρμητες αντιδράσεις μας.
Καθώς η μητέρα μου είναι Αμερικανίδα, η μητρική μου γλώσσα με την κυριολεκτική έννοια της λέξης είναι τα αγγλικά. Αυτό με έχει βοηθήσει σε πολλά πεδία, μεταξύ άλλων και στην παρακολούθηση έργων και την ανάγνωση άρθρων και βιβλίων. Με τη μητέρα μου πάντα κάναμε παθιασμένες συζητήσεις για την αμερικανική πολιτική και βλέπαμε θετικά την άνοδο του Bernie Sanders στο δεύτερο μισό της προηγούμενης δεκαετίας (2015 και έπειτα). Χάρη στη διαφορετική εθνικότητα των γονιών μου έχω επιρροές από δύο κουλτούρες, την ελληνική και την αμερικανική, με την ευρύτερη έννοια.
Ο θείος μου στο Ρότσεστερ (Rochester, NY) έχει αυτό που στην καθομιλουμένη στα αγγλικά το αποκαλούμε «man cave», στο υπόγειο του σπιτιού του. Εκεί, εκτός από βαλσαμωμένα ψάρια που είχε πιάσει στο παρελθόν και διάφορα ιδιαίτερα αναμνηστικά και ιδιαίτερα αντικείμενα σχετικά με το ψάρεμα που έχει συλλέξει, βλέπω ταινίες μαζί του από τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Έχουμε δει αρκετά έργα δράσης, ειδικά όταν είναι μαζί μας και ο πατέρας μου, αλλά στη δική μας παράδοση ξεχώριζαν πάντοτε οι ταινίες τεράτων (όπως ο Godzilla, ιστορικά συνδεδεμένος με την εταιρεία παραγωγής και διανομής έργων Toho στην Ιαπωνία) και οι ταινίες τρόμου, ξεκινώντας από αυτές της δεκαετίας του 1930, όπως το Dracula, σκηνοθετημένο από τον Todd Browning, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Bela Lugosi. Αυτό το όνομα που φέρνει στο μυαλό τόσες συναρπαστικές βραδιές που βλέπαμε τέτοιες ιστορικές ταινίες horror στην γιγαντο-οθόνη στο υπόγειο του θείου μου, με την οποία είναι πολύ ικανοποιημένος καθώς έχει αντέξει πάνω από τριάντα χρόνια ακατάπαυστης χρήσης. Αν και το Nosferatu το είχα δει στην Κέρκυρα πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, τις περισσότερες παραδοσιακές και πιο καλτ τρόμου τις έχω δει όλες στο Ρότσεστερ. Πέραν του πρώτου Δράκουλα, αξίζουν να αναφερθούν ταινίες όπως το Frankenstein (1931), The Mummy (1932), και τα δύο με τον Boris Karloff, το Creature from the Black Lagoon (1954) αλλά και το Horror of Dracula (1958) με τους Christopher Lee και Peter Cushing.
Από μικρός είχα πάθος για τα τέρατα και τους κακούς. Ο αγαπημένος μου κακός ήταν ο Joker από τον κόσμο του Batman και της DC. Έχω δει αν όχι όλες, τότε τις περισσότερες σειρές Batman σε κινούμενα σχέδια, που ξεκινούν από την δεκαετία του ’60, και αντίστοιχα τις ταινίες. Εκτός από το The Dark Knight του 2008, με τη μνημειώδη ερμηνεία του Heath Ledger στον ρόλο του εγκληματία κλόουν, και την εξίσου ίσως αριστοτεχνική ερμηνεία του Joaquin Phoenix στο Joker του 2019, έχει μείνει στην καρδιά μου το Batman του 1989. Στο τελευταίο τον ήρωα τον παίζει ο Michael Keaton, και τον υπέρτατό του εχθρό ο Jack Nicholson. Μπορώ να πω ότι το τρίπτυχο Godzilla, Batman και Scooby-Doo ήταν αυτό που ενέπνευσε την παιδική και προεφηβική μου φαντασία όσον αφορά το ενδιαφέρον και το πάθος που είχα ως μικρός να ζωγραφίζω κόμικς αλλά και να φτιάχνω ταινίες με τους φίλους μου (έχω φτιάξει και κάποιες με την επαγγελματική βοήθεια του προαναφερθέντος θείου μου).
Έχω γεμίσει πολλαπλές κούτες με τετράδια γεμάτα με κόμικς και σκίτσα, ενώ παράλληλα έχω δεκάδες κασέτες βιντεοκάμερας, καθώς αναφέρομαι κυρίως στα χρόνια πριν ή τότε που πρωτοεμφανίστηκαν τα έξυπνα κινητά, κάπου μέσα στο σπίτι. Είχα από μικρός ένα ενδιαφέρον για την υποκριτική αλλά και τη σκηνοθεσία. Παράλληλα, τόσο μου άρεσε να κάνω κόμικς που το είχα πάρει σαν μάθημα επιλογής στο γυμνάσιο και πέραν αυτού για συνεχόμενες χρονιές στο Ρότσεστερ είχα πάει σε καλοκαιρινά μαθήματα ζωγραφικής κόμικς. Θυμάμαι τον δάσκαλό μου, τον John Kastner, και το πρόγραμμα που λάμβανε χώρα στο Memorial Art Gallery, στο κέντρο της πόλης. Πέραν του να τα ζωγραφίζω, είχα μεγάλο πάθος για την ανάγνωση των κόμικς, τόσο για τα πιο πρόσφατα όσο και για τα πιο συλλεκτικού χαρακτήρα, όπως του Batman των ʼ40ς και έπειτα. Ένα από τα πιο ελκυστικά μαγαζιά του Ρότσεστερ κάθε καλοκαίρι ήταν ένα μικρό «κομιξάδικο» κοντά στη λίμνη Canandaigua, με το όνομα «Pulp Nouveau Comix».
Στα τέλη το 2017, με την αποφοίτηση από το λύκειο και την έναρξη των σπουδών μου στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, έχασα σε σημαντικό βαθμό το ενδιαφέρον μου για τη δημιουργία κόμικς, και απέκτησα ουσιαστική επαφή με την κοινωνιολογία, την ιστορία, τις διεθνείς σχέσεις, την κοινωνική και πολιτική θεωρία και την πολιτική φιλοσοφία. Ήταν σαν η δημιουργικότητά μου να επενδύθηκε σε ένα νέο πεδίο, για το οποίο έχω ακόμη το ίδιο ή και μεγαλύτερο πάθος απ’ ό,τι πριν από εφτά χρόνια. Ενώ από νεαρές ηλικίες μπορώ να πω ότι είχα φιλοσοφικές και κοινωνικές ευαισθησίες, το τμήμα των πολιτικών επιστημών, όπως βέβαια ήταν φυσικό, πυροδότησε μία πιο συστηματική και ακαδημαϊκού χαρακτήρα ενασχόληση με τον κλάδο των πολιτικών και κοινωνικών ερευνών. Ειδικά από τα τέλη του 2018 έγινε καθοριστικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου η πρακτική και πιο συγκεκριμένα η κινηματική πλευρά της πολιτικής, δηλαδή η άμεση πολιτική και συνδικαλιστική δράση στον δικό μου κοινωνικό χώρο μέσω σχημάτων, συνελεύσεων και οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Θα μπορούσε να φανεί σε έναν εξωτερικό παρατηρητή απότομη η μετάβαση από έναν κόσμο ταινιών δράσης, τρόμου και κόμικς σε αυτόν της θεωρίας και της πολιτικής. Κοιτώντας πίσω, όμως, βλέπω από τη μία πως πάντα είχα ανησυχίες κοινωνικής φύσεως, ενώ από την άλλη ποτέ δεν έχασα το ενδιαφέρον μου για τα πεδία που μου διήγειραν την φαντασία όταν ήμουν μικρότερος. Στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου συμμετείχα στη θεατρική ομάδα της σχολής μου, μάλιστα καταφέραμε να κάνουμε και δύο βραδιές παραστάσεων, κάτι για το οποίο όλες και όλοι μας ήμασταν πολύ ενθουσιώδεις. Πέραν αυτού, ποτέ δεν σταμάτησα να βλέπω ταινίες τρόμου και έχω δει τις περισσότερες που γνώρισαν κάποια επιτυχία τα τελευταία χρόνια. Παραδόξως πάντα με χαλάρωναν υπό μία έννοια, ακριβώς επειδή μου έδιναν τη δυνατότητα να ξεφεύγω από το πρόγραμμά μου.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο τα αγαπημένα μου μαθήματα ήταν η ιστορία, η πολιτική παιδεία, οι βασικές αρχές κοινωνικών επιστημών, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία και τα θρησκευτικά. Όλα αυτά τα μαθήματα κάλυπταν σε έναν βαθμό την ανάγκη μου να κατανοήσω καλύτερα την πολιτικά και τα πολιτισμικά συμφραζόμενα εντός των οποίων διαμορφώθηκε η σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Θυμάμαι πως είχα μία μεγαλύτερη άνεση στην προφορική συμμετοχή αλλά και στη γραπτή ανάπτυξη ιδεών στα αντίστοιχα μαθήματα, καθήκοντα και διαγωνίσματα. Αφού μπήκα στο τμήμα πολιτικών επιστημών στο Αριστοτέλειo, σταδιακά ξεκίνησα να βλέπω ότι οι προβληματισμοί που είχα μπορούσαν να προσεγγιστούν πιο ουσιαστικά μέσω των εργαλείων που μας προσέφερε η σχολή και οι καθηγητές μας.
Ανεκτίμητη και καταλυτική ήταν η επιρροή που είχαν στη σκέψη μου και στη διαμόρφωση της πολιτικής υποκειμενικότητάς μου οι καθηγητές και οι καθηγήτριες του τμήματος στο οποίο σπούδασα. Θυμάμαι με τι ενθουσιασμό άκουγα τις διαλέξεις τους και πόσο με διήγειραν διανοητικά όλα τα ιστορικά γεγονότα, οι φιλοσοφικές έννοιες και τα διανοητικά εργαλεία με τα οποία ερχόμουν σε επαφή και που μάθαινα να χρησιμοποιώ τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου. Οι συζητήσεις πριν και μετά τα μαθήματα, με συμφοιτητές αλλά και με κάποιους καθηγητές ήταν επίσης ένα συστατικό κομμάτι της διαμορφωτικής αυτής εμπειρίας. Καθηγητ(ρι)ές όπως ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, ο Νικόλας Σεβαστάκης, ο Σπύρος Μαρκέτος, ο Ανδρέας Πανταζόπουλος, ο Γιάννης Σταυρακάκης, η Βασιλική Λάζου, ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο Διονύσιος Δρόσος, ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, ο Γεώργιος Δουράκης, ο Νίκος Ροτζώκος, η Μαρία Καβάλα, ο Άρης Στυλιανού, ο Ανδρέας Μπουρούτης, ο Γιώργιος Ανδρέου, ο Ιωάννης Παπαγεωργίου, η Ευτυχία Τεπέρογλου και πολλοί άλλοι με έκαναν να αγαπήσω τις πολιτικές επιστήμες.
Οφείλω να αναφέρω εδώ και το όνομα του Θέμη Τζήμα, του οποίου δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να παρακολουθήσω μάθημα. Αν και δεν έχω παρευρεθεί ποτέ σε παράδοσή του, έχω ακούσει ώρες συνεντεύξεών του και έχω διαβάσει πολλά άρθρα του, αλλά και το πιο πρόσφατο βιβλίο του που βγήκε πριν από λίγα χρόνια. Στο πλάι μου και σε όλες τις θεωρητικές μου αναζητήσεις έχω πάντοτε τον κ. Μαρκέτο, τον κ. Σεβαστάκη, τον κ. Μαργαρίτη, τον κ. Κιουπκιολή και τον κ. Ζαρωτιάδη, των οποίων παρακολουθώ σταθερά τα τελευταία χρόνια τις διαδικτυακές, συγγραφικές και τις δια ζώσης παρεμβάσεις (βιβλία, συνεντεύξεις, κείμενα, βιβλιοπαρουσιάσεις, συζητήσεις).
Δεν θα ξεχάσω τις συζητήσεις μου με τον κ. Σεβαστάκη έξω από τις αίθουσες των μαθημάτων, στις οποίες εκτός από θεωρία μιλούσαμε για τη μουσική και την αισθητική διαφόρων δεκαετιών. Μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη μία μέρα που είχα παρακολουθήσει με τον πατέρα μου μία panel συζήτηση, στην οποία είχε συμμετάσχει ο κ. Μαρκέτος στο συνέδριο του Ιστορικού Υλισμού (Historical Materialism), το 2019. Θυμάμαι πόσο ικανοποιημένος ήμουν που γνώρισε έναν από τους καθηγητές μου ο πατέρας μου, ένιωσα πως συναντήθηκαν δύο σημαντικά κομμάτια της ζωής μου, η οικογένεια με τις σπουδές και τα πολιτικά μου ενδιαφέροντα. Την άνοιξη του 2020, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, παρακολουθούσα πιστά τα μαθήματα του κ. Κιουπκιολή που πραγματοποιούνταν διαδικτυακά μέσω zoom, όπως όλες οι διαλέξεις εκείνη την περίοδο. Συνδεόμουν πολλές φορές μέσω του κινητού μου και έκανα βόλτες στο κέντρο της Αθήνας, στην οποία είχα κατέβει για κάποιους μήνες όταν βιώναμε τον πρώτο εγκλεισμό. Μία φορά μάλιστα παρακολουθούσα το μάθημα ενώ περπατούσα μέσα στο Πεδίο του Άρεως. Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ έναν καλύτερο συνδυασμό από την κοινωνική θεωρία και τη δροσιά του πάρκου.
Μέσω όλων αυτών των καθηγητών, κανενός εκ των οποίων το όνομα δεν ανέφερα για τυπικούς λόγους αλλά, αντιθέτως, διότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διανοητική μου εξέλιξη και στη σταδιοδρομία μου, ήρθα σε επαφή με πολλαπλά ρεύματα σκέψης και ιστορικής σημασίας ερευνητές και στοχαστές. Ερχόμενος μέσω των διαλέξεων και της βιβλιογραφίας σε επαφή με φιλοσόφους όπως τον Χομπς, τον Λοκ, τον Ρουσσώ και την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, τον Ντιρκέμ, τον Βέμπερ με την έννοια της απομάγευσης του κόσμου και της γραφειοκρατίας, τον Μαρξ και τον διαλεκτικό υλισμό, την αλλοτρίωση και την ταξική ανάλυση της κοινωνίας, τον Ρωλς και την ανάλυση του για τη δικαιοσύνη, τον Φουκώ και το έργο του πάνω στην κοινωνία της επιτήρησης και την εξουσία, τον Μπουρντιέ και τα τέσσερα διαφορετικά είδη κεφαλαίου και το Μπάτλερ με την επιτελεστικότητα του φύλου, κατάλαβα πως άξιζε να προσπαθήσω να βρω έναν τρόπο να ασχολούμαι όλη μου τη ζωή με την πολιτική, πιο συγκεκριμένα με την πολιτική και την κοινωνική θεωρία σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου σαφώς και του επαγγελματικού.
Η σχολή μου αλλά και οι κοινωνικοί κύκλοι που ανέπτυξα στην φοιτητική μου ζωή με βοήθησαν να «γειωθώ» και να καταλάβω πως μπορούσα να βρω απαντήσεις για την πραγματικότητα γύρω μου και για τη δική μου τη ζωή μέσω της δράσης και της μελέτης. Επί της ουσίας το πανεπιστήμιο, οι καθηγητές και οι φίλοι και οι φίλες που έκανα τότε με έκαναν να αγαπήσω το διάβασμα, τη μελέτη, έναν πολιτικό και οιωνοί ακαδημαϊκό τρόπο σκέψης. Δύο από τις πρώτες αναγνώσεις που με εισήγαγαν στην πολιτική φιλοσοφία ήταν το magnum opus του Μαξ Στίρνερ, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του και Η κατάκτηση του ψωμιού του Πιοτρ Κροπότκιν. Σε αυτά τα δύο βιβλία βασίστηκα για να γράψω την πρώτη μου εργασία, στο δεύτερο έτος. Μέσω ερεθισμάτων καθηγητών μου στα επόμενα χρόνια διάβασα, πέραν κάποιων κλασικών βιβλίων στη μαρξιστική σκέψη, και άλλα που ανήκαν στα ρεύματα του μετα-μαρξισμού, των κοινών, της ελευθεριακής και αυτόνομης μαρξιστικής σκέψης, του μεταδομισμού και του μεταδομιστικού αναρχισμού.
Η μετάβαση στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν μια κομβική εμπειρία που μου φανέρωσε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο. Μου ταίριαζε πολύ περισσότερο το πνεύμα και οι αξίες που προωθούσε η σχολή μου και όλο το διανοητικό και πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούσε. Η δικιά μου εμπειρία περιλάμβανε ψυχαγωγία οργανωμένη ανεξάρτητα της διοίκησης από τους φοιτητές, δημιουργικές δραστηριότητες πέραν των μαθημάτων, συζητήσεις και αναζητήσεις. Πέραν αυτού, το πανεπιστήμιο έχει την ομορφιά πως σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις και να χτίσεις φιλικές σχέσεις με παιδιά από τόσες διαφορετικές περιοχές, ειδικά από την ευρύτερη βόρεια και κεντρική Ελλάδα όταν σπουδάζεις στη Θεσσαλονίκη. Σχεδόν τρία χρόνια μετά την αποφοίτησή μου από το προπτυχιακό, διατηρώ κοντινές φιλικές σχέσεις με τόσους ανθρώπους που ζουν εκτός Αθήνας, μάλιστα κάποιοι αγαπημένοι μου φίλοι είναι και από την Κύπρο.
Αυτό που με έκανε να καταλάβω πως θέλω να ακολουθήσω μία ζωή μελέτης, έρευνας και ενεργής πολιτικής συμμετοχής ήταν το αίσθημα ενθουσιασμού και χαράς που δημιουργούνταν, και που συνεχίζει να προκαλείται, όποτε άκουγα τις διαλέξεις των καθηγητών μου ή άλλων διανοητών, όποτε παρακολουθούσα δημόσιες συζητήσεις πολιτικοκοινωνικής φύσεως και βιβλιοπαρουσιάσεις. Δύσκολα μπορώ να συγκρίνω την πνευματική διέγερση και τη χαρά που μου προσφέρει η συμμετοχή σε τέτοια δρώμενα και εκδηλώσεις. Ευελπιστώ να μπορέσω και εγώ να ακολουθήσω τον ακαδημαϊκό δρόμο, διατηρώντας και ενισχύοντας την εμπλοκή μου με την κινηματική δράση. Δεν θα ήταν εξάλλου ίδια η εμπειρία μου στη σχολή χωρίς τις πορείες, τις συνελεύσεις σχημάτων και του συλλόγου, τις καταλήψεις και γενικότερα χωρίς όλες τις κινητοποιήσεις. Ο αγώνας που δίνεται για ένα δημόσιο και δημοκρατικό πανεπιστήμιο, κατά της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης της τριτοβάθμιας, όλων των αποκλεισμών, των πειθαρχικών και της αστυνομικής καταστολής δεν έχει τελειώσει. Θα συνεχίσει να πολιτικοποιεί και να συλλογικοποιεί τις ανάγκες και τις επιθυμίες των επόμενών μας.
Στα φοιτητικά μου χρόνια παρακολούθησα και ομιλίες εκτός της σχολής, όπως προανέφερα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου του 2020, που είχαμε πάει με έναν φίλο μου στην ταράτσα, λόγω κοβιντ, του ελεύθερου κοινωνικού χώρου «Nosotros» για να ακούσουμε έναν σημαντικό μεταδομιστή αναρχικό (μετα-αναρχικό) καθηγητή πολιτικής θεωρίας, τον Saul Newman. Είχα αγχωθεί πριν να του κάνω μία ερώτηση, γι’ αυτό και φρόντισα να πιώ μια μπίρα και να κάνω κάμποσα τσιγάρα. Ήταν μία έντονη και σουρεάλ εμπειρία να θέτω ερώτημα σε έναν άνθρωπο του οποίου διάβαζα βιβλίο λίγες μέρες πριν. Το πιο όμορφο από εκείνη τη βραδιά είναι πως γνωρίσαμε δύο παιδιά που στη συνέχεια έγιναν και αυτοί πολύ καλοί φίλοι.
Αυτή η δυναμική, καθοριστικών γνωριμιών σε τέτοια πλαίσια, μπορεί να συνοψίσει πολλές βραδιές της φοιτητικής και κινηματικής μου ζωής. Μία άλλη όμορφη αλληλεπίδραση με καθηγητή, το έργο του οποίου μελετούσα, ήταν στο συνέδριο του Ιστορικού Υλισμού (Historical Materialism) του 2023 στο Πάντειο, όπου παρακολούθησα την ομιλία του James Steinhoff, ο οποίος επαναπλαισιώνει και ανανεώνει την μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας στο σημερινό πλαίσιο της εξάπλωσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Δεν θα ξεχάσω τη σύντομη συζήτηση που κάναμε στον εξωτερικό χώρο του πανεπιστημίου σχετικά με την πιθανότητα έλευσης της γενικής τεχνητής νοημοσύνης (artificial general intelligence – AGI) και των ανατροπών που θα έφερνε η «μετατροπή» κάποιων μηχανών σε ζωντανή εργασία, με μαρξιστικούς όρους. Η προβληματική αφορά τη μετατροπή της «νεκρής εργασίας», του σταθερού κεφαλαίου/μέσων παραγωγής (στο οποίο περιλαμβάνονται και τα μηχανήματα) σε εργασία από την οποία να μπορεί να αντληθεί υπεραξία, δηλαδή σε «ζωντανή εργασία», εφόσον αλλάξει η νομική και κοινωνική θέση των μηχανών, κάτι το οποίο θα μπορούσε να γίνει μόνο εάν φτάσουν να κατέχουν νοημοσύνη λόγω του ερχομού της AGI. Αυτό το σενάριο ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας και των υποθετικών μακρινών σεναρίων αυτή τη στιγμή. Αναλύεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου Inhuman Power: Artificial Intelligence and the Future of Capitalism, των Kjøsen, Steinhoff και Dyer-Witheford. Κατά την άποψη μου είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας της τελευταίας δεκαετίας.
Θα αναφέρω και κάποια ακόμη βιβλία που επηρέασαν τη σκέψη μου τα τελευταία χρόνια, ενώ τα βλέπω και με ένα κριτικό φίλτρο. O Dyer-Witherford, κύριος εκπρόσωπος της αυτόνομης μαρξιστικής σκέψης στον πανεπιστημιακό κόσμο, είναι ο συγγραφέας δύο ακόμη βιβλίων που εκτιμώ βαθιά, του Cyber–Marx: Cycles and Circuits of Struggle in High Technology Capitalism και του Cyber-proletariat: Global Labour in the Digital Vortex. Άλλο εξαιρετικό βιβλίο είναι το Automation and Autonomy: Labour, Capital and Machines in the Artificial Intelligence Industry του προαναφερθέντος James Steinhoff. H πασίγνωστη τριλογία του Toni Negri και του Michael Hardt (δηλαδή τα βιβλία Empire, Multitude: War and Democracy in the Age of Empire και Commonwealth), που έμαθα από τον κ. Κιουπκιολή, και το εξίσου γνωστό συγγραφικό έργο των Ernesto Laclau και Chantal Mouffe για τον αριστερό λαϊκισμό, τη ριζοσπαστική δημοκρατία και τον αγωνισμό, που έμαθα από τον κ. Σταυρακάκη και τον κ. Κιουπκιολή, επίσης πρέπει να αναφερθούν. Το Κοινό: Δοκίμιο για την Επανάσταση στον 21ο Αιώνα, των Christian Laval και Pierre Dardot είναι μία από τις αναγνώσεις/σημεία αναφοράς μου σχετικά με την έννοια των κοινών/ του κοινού, ένα πεδίο στο οποίο ειδικεύεται ο κ. Κιουπκιολής.
Η εμπειρία της Θεσσαλονίκης με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο και καλύπτει το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ενήλικης ζωής μου. Εφόσον ξεκίνησα με το σινεμά, δεν μπορώ παρά να αναφερθώ στην κινηματογραφική ομάδα της σχολής, στην οποία συμμετείχα στο 5ο έτος, το 2021-22. H λεγόμενη «CinePolsci» δεν ήταν μόνο μία κινηματογραφική ομάδα του συλλόγου του τμήματός μας, αλλά ήταν και μία κοινότητα. Μετά τις ταινίες συζητούσαμε, χορεύαμε και χτίζαμε κοντινές διαπροσωπικές σχέσεις, πολλές από τις οποίες έχω κρατήσει μέχρι σήμερα.
Το πρώτο έργο που προβάλλαμε ήταν το Enter the Void του Gaspar Noé, του οποίο τα έργα βλέπω φανατικά. O Noé σε έργα όπως αυτό που ανέφερα, αλλά και στα Love, Climax και στο Irréversible συνδυάζει μία εξωπραγματική έως και ψυχεδελική αίσθηση αρκετές φορές, με κάτι το ωμό και σκληρό. Παρόμοια ωμότητα και αμεσότητα εντοπίζω και σε κάποια γνωστά έργα του νοτιοκορεατικού κινηματογράφου, όπως το Oldboy, το Parasite, το I Saw the Devil και το The Wailing. Το La Haine ή τα έργα του Οικονομίδη επίσης μου έρχονται στο μυαλό ως καλά παραδείγματα αναπαραστάσεων βαναυσότητας, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην καθημερινότητα εντός του αστικού ιστού.
Θα κλείσω το κείμενο αναφέροντας το αγαπημένο μου σινεμά της Θεσσαλονίκης. Στον κινηματογράφο «Μακεδονικόν» είδα ξεχωριστά έργα όπως το ιρανικό No Date, No Signature και το Call Me by Your Name που με είχε συγκινήσει έντονα. Για εμένα το έργο του Λάνθιμου, που το ξεχωρίζω από όλα τα υπόλοιπα, και το οποίο επίσης είδα στο ίδιο σινεμά, είναι το The Killing of a Sacred Deer (με την Nicole Kidman, τον Barry Keoghan και τον Colin Farrell). Ήταν τόσο έντονο το έργο που θυμάμαι να έχει συνταράξει τη φίλη με την οποία το είχα δει.

