Σημειώσεις για τη γενιά μας
Η έννοια της γενιάς τείνει να γίνει σήμερα ένα διαδεδομένο εργαλείο κατανόησης του κόσμου γύρω μας. Φυσικά, όπως συμβαίνει με όλα, πολλές φορές η «γενιά» χρησιμοποιείται καταχρηστικά, γίνεται μόδα ή ευκολία. Είτε δέχεται την εύλογη κριτική ότι αποτελεί απλώς μια σύμβαση και τίποτε άλλο – πόσο διαφέρει αλήθεια κάποιος που ανήκει στην Generation X επειδή γεννήθηκε το 1980 από μια Millennial γεννημένη το 1981; Είμαστε από εκείνους που υποστηρίζουν την αξία αυτού του νοητικού εργαλείου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν χρησιμοποιείται απλώς ως μια συμβατική διάκριση αλλά ότι πλαισιώνεται από τις μεγάλες ιστορικές-κοινωνικές εμπειρίες που διαμορφώνουν ένα κοινό υπόβαθρο για πολλούς ανθρώπους. Χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει ότι η γενιά είναι κάτι το ενιαίο και αδιαφοροποίητο. Δεν μιλάμε για ζώδια εδώ.
Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, όμως, εμείς θέλουμε να μιλήσουμε για μια μεταιχμιακή γενιά: τη δική μας. Πρόκειται για όσους και όσες γεννήθηκαν λίγο πριν και λίγο μετά το 1980, όπως εμείς. Μια ηλικιακή φέτα που εκφεύγει των συμφωνημένων ορίων των γενεών, αν και υπάρχει ένα όνομα και για αυτήν: Xennnials, από το Gen X και Millennial. Μια μικρο-γενιά (micro-generation), ακριβώς εκείνη η οποία είδε το πέρασμα από τον αναλογικό στον ψηφιακό κόσμο, από την εποχή των μεγάλων προσδοκιών στην εποχή της ματαίωσης, από την υπόσχεση του οικουμενικού στην αντεπανάσταση της εθνικής καθαρότητας.
Αυτή τη συλλογική διαβατήρια διαδρομή θα προσπαθήσουμε να τη δούμε μέσα από το τόξο που διαγράφεται ανάμεσα σε δύο τηλεοπτικές σειρές, προϊόντα της παγκόσμιας (ή έστω δυτικής) πολιτισμικής συνθήκης μες στην οποία μεγαλώσαμε και διαμορφωθήκαμε: το Friends, που το πρώτο της επεισόδιο προβλήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1994, και το BoJack Horseman, που βγήκε στον αέρα στις 22 Αυγούστου 2014. Θα υποστηρίξουμε ότι, από μια ορισμένη σκοπιά, αυτό είναι το φάσμα μες στο οποίο βρεθήκαμε κι εμείς, και που εντός του βέβαια καθένας και καθεμιά διαγράφει μια μοναδική πορεία, για το καλό ή για το κακό. Και θα το υποστηρίξουμε με τη σκέψη ότι δεν έχει άδικο όποιος πιστεύει πως ό,τι γράφουμε, το γράφουμε προσπαθώντας να συνομιλήσουμε με τους συνομηλίκους μας.
Μια «σοσιαλδημοκρατική» γενιά, από την ευημερία στην απόγνωση…
Ποια ήταν άραγε αυτή η οικουμενική κοινωνικο-πολιτική συνθήκη που μας διαμόρφωσε; Την ξέρουμε από τη βιβλιογραφία, όπως επίσης την ξέρουμε από την προσωπική μας εμπειρία, κι ας είναι κάτι που υπερβαίνει το προσωπικό. Τη ζήσαμε, τη συζητήσαμε, την είδαμε στην τηλεόραση – εμείς, η γενιά που έβλεπε ακόμη (πολλή) τηλεόραση και διαμόρφωνε αναλόγως τα γούστα και τις προσδοκίες της. Ακόμη και οι υποτίθεται πιο υποψιασμένοι από εμάς, οι πιο «ψαγμένοι», εκείνοι που σνόμπαραν τα τηλεοπτικά προϊόντα και άργησαν πολύ να αποδεχθούν ότι ήταν επίσης βουτηγμένοι στην ποπ κουλτούρα και ότι αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να νιώθεις ενοχές. Έτσι ήρθαν τα πράγματα, γιατί έτσι ήταν να έρθουν.
Για αυτήν τη μικρο-γενιά μας, οι πρώτες ίσως πολιτικές μνήμες είναι η εικόνα του Ρόναλντ Ρήγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ, ο «πόλεμος των άστρων», η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, οι τηλεοπτικές εικόνες από το Βερολίνο αλλά και τη Ρουμανία, όπως επίσης ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου το 1991, η σταυροφορία του πατρός Μπους και ο βουτηγμένος στο πετρέλαιο κορμοράνος ως προπαγανδιστικό σύμβολο. «The revolution will not be televised», λέγανε στα 70’s· ο πόλεμος εκείνος, όμως, για πρώτη φορά θα γινόταν κυριολεκτικά και πλήρως televised. Η τηλεόραση ήταν το σκοτεινό κουτί της πρώτης μας συνειδητοποίησης.

Και είτε το είδαμε στα 14 είτε στα 18 είτε στα 20, το Friends ήταν μια τηλεοπτική σειρά που αποτέλεσε κοινή αναφορά. Ένα κοινό έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσαμε όλοι, όσο διαφορετικοί κι αν ήμασταν, να συνεννοηθούμε στα βασικά. Επειδή ακριβώς συμπύκνωνε τα βασικά της εποχής εκείνης, η οποία ξεκινούσε με δραματικά γεγονότα (μια κατάρρευση, ένας πόλεμος) αλλά ταυτόχρονα διαπνεόταν από έναν καινούριο, πρωτόγνωρο άνεμο ιστορικής αυτοπεποίθησης και προσδοκίας. Τον άνεμο της αλλαγής, το «Wind of change» που τραγουδούσαν οι Scorpions, κι εμείς μαζί τους, μετά το ταξίδι τους στη Σοβιετική Ένωση του Γκόρμπι και της Περεστρόικα. Βέβαια, η σοβιετία κατέρρευσε χωρίς κανείς να την υπερασπιστεί, οι πλούσιοι έπαψαν να φοβούνται, όπως έγραψε τότε ο Έρικ Χόμπσμπομ, και οι υπόλοιποι λίγο πολύ πιστέψαμε στον επερχόμενο θρίαμβο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, της δικής μας δηλαδή, που θα απλωνόταν σε ολόκληρο τον κόσμο μαζί με τον ιστό του διαδικτύου και θα τύλιγε το «παγκόσμιο χωριό» με ένα προστατευτικό δίχτυ ευημερίας και αισιοδοξίας. Ο ούριος άνεμος της Ιστορίας με Ι κεφαλαίο έπνεε στα πανιά της παγκοσμιοποίησης. Πλέαμε πλησίστιοι προς έναν νέο κόσμο γεμάτο ευκαιρίες για όλους. Λίγα χρόνια πριν οι REM τραγουδούσαν: «It’s the end of the world as we know it», που πάει να πει ο κόσμος όπως τον ξέραμε τελείωσε, προσθέτοντας: «…and I feel fine».
Είναι αλήθεια, νιώθαμε «fine» στην τοποθεσία 90’s. Και κατά μία ακόμη πονηριά της ιστορίας (με ι πεζό καλύτερα), νιώθαμε φίνα σε μια εποχή εντελώς σοσιαλδημοκρατική. Ο Ρήγκαν και η Θάτσερ ήταν πλέον πασέ, εκτός κλίματος, παρότι είχαν διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για τη δεκαετία που είχε έρθει. Το zeitgeist το συνέλαβε η νέα σοσιαλδημοκρατία, στην τελευταία λαμπρή στιγμή της. Η εποχή ανήκε στους σαραντάρηδες (τι ειρωνεία: όσο περίπου είμαστε κι εμείς τώρα). Τα πολιτικά είδωλα, είτε τα λατρεύαμε είτε τα μισούσαμε, ήταν ο Μπιλ Κλίντον και ο Τόνι Μπλαιρ. Ήταν το νέο πολιτικό coolness, το σαξόφωνο του πρώτου και οι αγκαλιές του δεύτερου με τους Oasis στα πάρτυ της Ντάουνινγκ Στριτ.
Η προοδευτική πολιτική άφηνε πίσω τη σκουριά του παρελθόντος, είτε του δικού της (συνδικάτα, κοινωνικές τάξεις, κινήματα) είτε των αντιπάλων (τον παρωχημένο γιαπισμό του Ρήγκαν, τη μισητή αντικοινωνικότητα της Μάγκι). Γινόταν απολύτως μοντέρνα. Δηλαδή γινόταν η πολιτική δύναμη που ενσάρκωνε μια εποχή όπου όλα ήταν δυνατά, για όλους, υπό τον όρο να αφήναμε πίσω τις πολλές ιδεολογίες και να κάναμε μότο μας το «What matters is what works». Καλό είναι ό,τι μπορεί να δουλέψει. Και αυτό που δούλευε ήταν η νέα οικονομία της γνώσης, για την οποία μας προετοίμαζαν τα πανεπιστήμιά μας, για μια ζωή υψηλών επιδόσεων σε δουλειές του λευκού κολάρου, με μίτινγκ, ταξίδια, επικοινωνία με όλο τον κόσμο, κοσμοπολιτισμό, χωρίς σύνορα και χωρίς όρια.
Στο ζεστό σαλόνι του σπιτιού μας, με τα φιλαράκια μας, θα ζούσαμε μια ζωή που δεν είχε ονειρευτεί καμία γενιά έως τότε. Θα φτιάχναμε μια δεύτερη οικογένεια, δική μας, από επιλογή, μες στην οποία θα νιώθαμε ασφαλείς, θα παρτάραμε, θα φλερτάραμε, θα εξελισσόμασταν. Αυτό ήταν το Friends: η προσδοκία μιας τέτοιας ζωής. Και ας μην ήξερε κανείς τι δουλειά έκανε ο Τσάντλερ Μπινγκ. Στο κάτω κάτω, δεν δυσκολεύτηκε να αλλάξει καριέρα και να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, κάπου στην έκτη-έβδομη σαιζόν. Με λίγη θέληση, and with a little help from my friends, όλα μπορούσαν να συμβούν.
Ο Τζόναθαν Κόου, στο βιβλίο του Η απόδειξη της αθωότητάς μου (μετάφραση: Α. Τριμπέρη, Πόλις, 2025), γράφει για το επεισόδιο 8 του πρώτου κύκλου της σειράς, με τίτλο «Αυτό που η γιαγιά πεθαίνει δύο φορές», ότι είναι το πιο ασυνήθιστο γιατί είναι ίσως το μοναδικό όπου βλέπεις κάποιον από τους χαρακτήρες να βρίσκεται αντιμέτωπος με τη θλίψη. Εκεί το συναίσθημα μοιάζει παραδόξως αληθινό, γιατί κατά τα άλλα κανένας από τους ήρωες της σειράς δεν αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μια σημαντική εμπειρία πένθους. Και σχολιάζει: «Φαντάζομαι πως αυτός είναι άλλος ένας λόγος που αρέσει η σειρά σε παιδιά και εφήβους, επειδή δεν αντιμετωπίζει ποτέ καμία από εκείνες τις σοβαρότατες κρίσεις και τα τραύματα της ενήλικης ζωής που μας περιμένουν όλους και που δεν θα καταφέρουμε ποτέ να αποφύγουμε».
Δεν καταφέραμε να αποφύγουμε τίποτα. Πάνω που πατούσαμε τα 30 και ήμασταν έτοιμοι να καθίσουμε αναπαυτικά στο δικό μας σαλονάκι, απαράλλαχτο με εκείνο στο Friends, έσκασε στο κεφάλι μας μία παγκόσμια κρίση. Έπειτα άλλη μία, και άλλη μία, ων ουκ έστιν αριθμός. Ζαλισμένοι όπως το έθνος του Διονύσιου Σολωμού που μοιάζει με κότα που τη μαδάνε και ο αέρας συνεπαίρνει τα πούπουλα, προσπαθούμε ακόμη να καταλάβουμε τα δεινά που έπεσαν πάνω μας. Και καμιά φορά γυρίζουμε πίσω σε εκείνη την καθοριστική δεκαετία του 1990, ακούγοντας τις φωνές των δασκάλων. Όπως ας πούμε του σοσιαλδημοκράτη Τόνι Τζαντ, ο οποίος, λίγο πριν πεθάνει, έγραφε αναστοχαστικά και πικρά: «Κι ύστερα ήρθε η δεκαετία του ’90: η πρώτη από τις δύο χαμένες δεκαετίες, στις οποίες οι φαντασιώσεις της ευμάρειας και της απεριόριστης προσωπικής ανέλιξης παραμέρισαν κάθε συζήτηση περί πολιτικής απελευθέρωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης ή συλλογικής δράσης. Στον αγγλόφωνο κόσμο, ο εγωιστικός αμοραλισμός της Θάτσερ και του Ρήγκαν –“Enrichissez-vous!”, όπως είχε πει ο Γκιζό– έδωσε τη θέση του στην κενολόγα συνθηματολογία των πολιτικών του μπέιμπι-μπουμ. Επί Κλίντον και Μπλαιρ, ο ατλαντικός κόσμος λίμνασε μέσα στην αυτοϊκανοποίησή του…» (Tony Judt, Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, 2012).
Ίσως η λέξη-κλειδί να μην είναι τόσο η προσδοκία όσο η αυτοϊκανοποίηση. Ένας κόσμος χορτασμένος χωρίς να έχει προηγουμένως καταλάβει σε τι συνίσταται η πείνα του, καθισμένος αναπαυτικά στο σαλονάκι της «απεριόριστης προσωπικής ανέλιξης» (για τη συλλογική, ούτε κουβέντα), δεν κατάλαβε από πού του ήρθε. Εξού και η ματαίωση, η άλλη λέξη-κλειδί, πήρε υπαρξιακές διαστάσεις.

Είκοσι χρόνια αργότερα, τη σειρά BoJack Horseman δεν την είδαμε τόσο φανατικά όσο το Friends, ούτε την είδαμε όλοι. Είχε φτάσει άλλωστε η εποχή της πλατφόρμας, του διαμοιρασμού, της απειρότητας «περιεχομένου» που προσφέρεται για κάθε ανάγκη και κάθε περίσταση. Όσοι την είδαμε, όμως, αναγνωρίσαμε εκεί κάτι από τη δική μας ανθρωπολογική κατάσταση – έστω και αν δεν καθόμασταν σε κάποιο cozy σαλόνι αλλά σε ένα σπίτι πρόχειρα επιπλωμένο στα ΙΚΕΑ ή, καμιά φορά, στο παλιακό σαλόνι της μαμάς και του μπαμπά.
Το ανθρωπόμορφο άλογο, ο BoJack, ήταν κάποιος που ίσως μας έμοιαζε. Δεν είχε τίποτα από την άνεση και την ασφάλεια της παρέας του Ρος και της Μόνικα, το χαλαρό χιούμορ του Τσάντλερ, την ανεμελιά του Τζόι, τη σέξινες της Ρέιτσελ, τον ναΐφ σουρεαλισμό της Φοίβης. Είχε ένα μηδενιστικό χιουμοράκι βαπτισμένο στο βιτριόλι, σαν άμυνα απέναντι στην εμφανή ανασφάλεια και την ευαλωτότητα των ηρώων του – αλλά και στις αυτοκαταστροφικές τάσεις του ίδιου του BoJack, ο οποίος αναζητά την παλιά του δόξα, όταν σε τρυφερή ηλικία, εκεί στα 90’s, είχε πρωταγωνιστήσει στην πετυχημένη sitcom Horsin’ Around· μια σειρά comfort food, ακριβώς σαν το Friends στην πραγματική δεκαετία του 1990.
Κανένα πρόβλημα δεν έβρισκε αίσιο τέλος στα 20 λεπτά κάθε επεισοδίου, αντιθέτως, όλη η σειρά ήταν ένα μόνιμο πρόβλημα χωρίς καμία λύση. Στο Friends η μεγαλύτερη κατάχρηση ήταν το κάπνισμα, στο BoJack όλα τα άλλα. Στο Friends όλοι παντρεύονται στο τέλος, ενώ στο τελευταίο του επεισόδιο ο BoJack βουλιάζει σε μια μαύρη κολλώδη ουσία που τον καταπίνει και από την οποία δεν μπόρεσε κανείς να ξεφύγει, ποτέ. Και αντί για ηθοποιούς με σάρκα και οστά, ένα animated σύμπαν ανθρωπόμορφων ζώων με τα οποία δεν μπορείς ακριβώς να ταυτιστείς – ή μπορεί και να μη θέλεις.
Αυτή είναι πιθανόν η δομή αίσθησης της εποχής για τη δική μας γενιά, η οποία βρέθηκε βυθισμένη στη μαύρη, κολλώδη, υγρή ουσία της permacrisis που δεν λέει να τελειώσει και που αγγίζει κάθε πτυχή της ζωής: από τη διάψευση της υπόσχεσης για αέναη ευημερία μέχρι το ξενέρωμα από την εργασία, από τις σχέσεις, από την ίδια τη φιλελεύθερη δημοκρατία εν τέλει. Αυτό που ξεκίνησε με τη ρόδινη και cool νέα σοσιαλδημοκρατία τελειώνει με μια ιστορική ήττα των προοδευτικών ιδεών στο δυστοπικό σύμπαν του τραμπισμού και του λεπενισμού στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Η πολύχρωμη, ανοιχτή και συμπεριληπτική παγκοσμιοποίηση μετατράπηκε στην αγχωτική επιστροφή του ανασφαλούς λευκού ανθρώπου στην πιο σκληρή του ταυτότητα. Δεν είμαστε απλώς εκείνοι που είδαν το πέρασμα από έναν κόσμο σε έναν άλλο. Είμαστε εκείνοι που έζησαν σε δύο διαφορετικά σύμπαντα.
…και από την αυτοπεποίθηση στο τραύμα
Υπάρχει ένα επεισόδιο στο BoJack Horseman όπου ο ήρωας βρίσκεται μόνος σε ένα υποθαλάσσιο ενυδρείο, ανίκανος να μιλήσει, και έτσι αναγκάζεται να επικοινωνεί μόνο με χειρονομίες («Fish Out of Water», κύκλος 3, επεισόδιο 4, 2016). Για περίπου είκοσι λεπτά δεν ακούγεται ούτε μία λέξη. Κι όμως, είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά επεισόδια της σειράς – ίσως ακριβώς επειδή καταφέρνει να αποτυπώσει μια εμπειρία βαθιά, υπαρξιακή. Και οικεία, αλλά για ποιους;
Η μικρο-γενιά μας μεγάλωσε ανάμεσα σε αντιφατικές προσδοκίες: από τη μία, την κοινωνική επιταγή για επιτυχία και αυτοπραγμάτωση κι από την άλλη μια πολιτισμική σιωπή γύρω από την ψυχική ευαλωτότητα και το τραύμα· ανάμεσα στον ατομισμό των 90’s και την κατάρρευση βεβαιοτήτων στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Μάθαμε να διαχειριζόμαστε το συναίσθημα με ειρωνεία, να κρύβουμε το τραύμα πίσω από την αυτοπεποίθηση, να σωπαίνουμε για να χωρέσουμε. Το άλογο-BoJack, ζώο εξημερωμένο και ντρεσαρισμένο για αγώνες, είναι μια μεταφορά για την επιτελεστικότητα της ύπαρξης. Η ζωή του θυμίζει τη διαδρομή πολλών από εμάς: παιδικά τραύματα, κρίση ταυτότητας, σπουδές και συνεχής επιμόρφωση, μοναξιά. Πίσω από τις επαγγελματικές επιτυχίες και τα credentials, διακρίνεται συχνά ένα αίσθημα απάτης – το «σύνδρομο του απατεώνα».
Παιδιά των 80’s, με εφηβεία στα 90’s και ενηλικίωση στην εποχή του γυαλιστερού 2000, μεγαλώσαμε ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον αναλογικό και τον ψηφιακό. Θυμόμαστε τα καρτοτηλέφωνα, τις κασέτες και το να περιμένεις να εμφανίσεις φωτογραφίες. Και ταυτόχρονα είμαστε εκείνοι που έκαναν το πρώτο τους blog στο blogspot, που ανέβασαν τα πρώτα τους status στο Facebook και έζησαν τη μετατροπή της ζωής σε story. Ξέρουμε το πριν, ξέρουμε και το μετά. Αυτό το «ανάμεσα» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο μιας ημιτελούς ταυτότητας.
Σε ένα επίπεδο άλλο από το ιστορικο-κοινωνικό, η τηλεοπτική μετατόπιση από το Friends στο BoJack Horseman δεν αφορά μόνο το ύφος ή το είδος. Σηματοδοτεί μια στροφή: από τη φαντασίωση της αμέριμνης κανονικότητας στη συνείδηση της ρωγμής, από το αίσιο τέλος στην αναστοχαστική αποδοχή της ασυνέχειας. Μέσα σε αυτό το ιστορικό τόξο, μοιάζει να είμαστε εκείνη η γενιά που κλήθηκε να κατασκευάσει την ταυτότητά της μέσα από την επισφάλεια, να φροντίσει χωρίς να έχει φροντιστεί, να δημιουργήσει σχέσεις χωρίς να έχει γλώσσα για τη συναισθηματική αλήθεια. Στο Friends η φιλία παρουσιαζόταν ως πανάκεια – οι άνθρωποι γέλαγαν, αγαπιόντουσαν άνευ όρων και παρέμεναν, ουσιαστικά, οι ίδιοι. Ήταν ένα ανεδαφικό αλλά γοητευτικό αφήγημα, πως με έναν καναπέ, έναν καφέ και την παρέα σου, όλα θα πάνε καλά. ΣτοBojack Horseman, αντιθέτως, δεν υπάρχει καμία τέτοια εγγύηση. Εδώ, οι άνθρωποι πληγώνουν και πληγώνονται, μιλούν για κατάθλιψη, για κακοποίηση, για εξαρτήσεις, για την ανάγκη να «ξεγίνεις» ό,τι σε έφτιαξαν να είσαι. Και συχνά, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συνεχίσεις, κουβαλώντας τα όλα μαζί σου. Αν κάτι αποτελεί το κοινό μας έδαφος, είναι ίσως ότι αποτελούμε μια γενιά που σπούδασε, εξειδικεύτηκε, απέκτησε τίτλους, ξένες γλώσσες, υποτροφίες, δεξιότητες, προσόντα, που έγινε η πιο «έτοιμη» γενιά – και όμως, ηττήθηκε, από την κρίση, την επισφάλεια, τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις. Καλύτερη από τις προηγούμενες σε πολλά μετρήσιμα μεγέθη, αλλά παγιδευμένη σε μια συνθήκη διαρκούς αναμονής. Έκανε «ό,τι έπρεπε» αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί που της υποσχέθηκαν. Κάπου ανάμεσα στην υπερεπάρκεια και τη ματαίωση, άρχισε να ραγίζει η αφήγηση.
Το παρελθόν, ακόμα και όταν δεν το επιλέγουμε, επιμένει: το τραύμα δεν εξαφανίζεται, αλλά επιτελείται διαρκώς μέσα από το σώμα, τη γλώσσα και τις σχέσεις. Όπως έχει υποστηρίξει η Sara Ahmed, τα συναισθήματα «κολλούν» σε υποκείμενα και εμπειρίες, διαμορφώνοντας όχι απλώς αναπαραστάσεις αλλά και τις ίδιες τις υποκειμενικότητες (The Cultural Politics of Emotion, Edinburgh University Press, 2014). Όσες και όσοι ενηλικιωθήκαμε λίγο πολύ τη δεκαετία του 1990-2000 είχαμε να διαχειριστούμε αυτό το φορτίο όχι με τη γλώσσα της εξομολόγησης, αλλά με εργαλεία ειρωνείας, υπεραπόδοσης και απόκρυψης. Το αίσθημα ανεπάρκειας αποτέλεσε συχνά όχι απόρροια ατομικής ανασφάλειας, αλλά απόδειξη ενός συλλογικού μορφώματος που δεν απέκτησε ποτέ επαρκείς όρους έκφρασης. Γίναμε ενήλικες με την αίσθηση πως κάτι δεν πάει καλά, πως «δεν αρκούμε», πως όσο κι αν προσπαθούμε δεν γεμίζει ποτέ το κενό. Η ανηδονία μας δεν είναι τεμπελιά ούτε αχαριστία – είναι η κόπωση από το να είσαι διαρκώς «σωστός». Το τραύμα έγινε η δική μας γλώσσα. Και κάπως έτσι, το τηλεοπτικό τοπίο άρχισε κι αυτό να αλλάζει, να μας απευθύνεται αλλιώς. Όχι με χαμόγελα και μουσικές τίτλων, αλλά με σιωπές, καθυστερήσεις, χαρακτήρες που δεν λύνονται αλλά παραμένουν μπερδεμένοι, αντιφατικοί, ατελείς· που ζουν με τις ρωγμές τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, το τραύμα λειτουργεί όχι μόνο ως ατομική εμπειρία αλλά ως συλλογικό μορφικό υπόστρωμα (affective structure), όπως γράφει πάλι η Sara Ahmed. Η κουλτούρα δεν αναπαριστά απλώς τον ψυχισμό της εποχής, αλλά τον συγκροτεί. Και η στροφή σε αφηγήσεις όπως το BoJack αποτυπώνει μια ανάγκη: να μιλήσουμε για ό,τι δεν ειπώθηκε, να αναγνωρίσουμε τις ρωγμές χωρίς να καταρρεύσουμε.
Η μητέρα του BoJack, η Μπίατρις, φέρει μέσα της το φάντασμα μιας εποχής που απαγόρευε τη δημόσια εκδήλωση της θλίψης. Η ψυχρότητα του πατέρα, η επιτελεσμένη κανονικότητα της οικογένειας, παραπέμπουν σε γενιές που διαχειρίστηκαν την απώλεια όχι με αναγνώριση αλλά με σιωπή. Όμως αυτό που σε άλλες εποχές θα ερμηνευόταν ως προσωπική αδυναμία, ίσως πρέπει να ιδωθεί ως κοινωνικό σύμπτωμα: μια μορφή πολιτισμικού τραύματος που δεν κατονομάστηκε, αλλά επέμεινε. Η Marianne Hirsch έχει περιγράψει αυτό το φαινόμενο ως «μεταβίβαση τραύματος»: τη σιωπηλή, ασυνείδητη μετάδοση βιωμάτων από τη μία γενιά στην επόμενη (The Generation of Postmemory, Columbia University Press, 2012).
Ο BoJack δεν συγχωρεί και δεν συγχωρείται. Η αποτυχία του δεν είναι ατομικό σφάλμα, αλλά σύμπτωμα ενός ευρύτερου πολιτισμικού αφηγήματος που απέτυχε: μιας αφήγησης επιτυχίας, ατομικής βελτιστοποίησης και ανεξάντλητων δυνατοτήτων. Αντί της ολοκλήρωσης, η διαρκής αναμονή· αντί της αυτοπραγμάτωσης, η ψυχική κόπωση· αντί της φροντίδας, η προσπάθεια επιβίωσης σε έναν κόσμο υπερβολικών προσδοκιών και ατελών συνδέσεων. Η επιθυμία για ανθρώπινη επαφή, για ουσιαστική σύνδεση, για σχέσεις –ακόμη και όταν αυτές παραμένουν ασαφείς ή ανώνυμες– συνιστά με τη σειρά της μια πολιτική πράξη. Το situationship (η σχέση/relationship ως κατάσταση/situation που δεν πηγαίνει ακριβώς κάπου) δεν αποτελεί απλώς μια επιφανειακή ερωτική τάση της εποχής, αλλά αναδύεται ως κοινωνικό και ψυχολογικό σύμπτωμα ενός τρόπου ύπαρξης διαμορφωμένου μέσα στην ασάφεια και τον φόβο της ευαλωτότητας. Η γλώσσα που τη συνοδεύει –λέξεις μισές, φράσεις κομμένες– μαρτυρά μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς την πίστη πως οι σχέσεις μπορούν να κρατήσουν. Η επισφάλεια διαβρώνει τη διάρκεια και τη σταθερότητα, αυτά που για τους γονείς μας θεωρούνταν αυτονόητα. Το «θέλω», το «μου λείπεις», το «είμαι εδώ» εκλαμβάνονται ως υπερβολές· η ρητή συναισθηματική δήλωση μετατρέπεται σε απειλή. Όπως σημειώνει η Lauren Berlant, οι μορφές σχέσεων που δομούνται «στα όρια της εγγύτητας και της απόστασης» δεν είναι απολίτικες, αλλά ενδεικτικές των όρων υπό τους οποίους τα άτομα μαθαίνουν να επιθυμούν και να σχετίζονται (Cruel Optimism, Duke University Press 2011).
Δεν είναι τυχαίο ότι το χιούμορ της σειράς είναι μετα-χιούμορ. Πάνω στο γέλιο χτίζεται η κατάρρευση. Οι ατάκες λειτουργούν σαν επιθέματα για πληγές που δεν έχουν κλείσει. Είναι το γέλιο που προκύπτει όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς και η σάτιρα γίνεται ο μόνος τρόπος να πεις την αλήθεια σου χωρίς να ξεγυμνωθείς εντελώς. Αν η δεκαετία του ’90 έφτιαξε μια τηλεόραση όπου τα προβλήματα λύνονταν σε 20 λεπτά, η δική μας εποχή έφερε σειρές όπου το πρόβλημα είναι ο χρόνος. Που περνά χωρίς να σου λύνει τίποτα και σε σπρώχνει όχι προς την ωριμότητα, αλλά προς τη συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει «τέλειος εαυτός», ούτε happy end – μόνο η διαρκής απόπειρα να γίνεις λιγότερο κακός, λιγότερο σκληρός με τον εαυτό σου, πιο ήπιος με τους άλλους.
Ο BoJack, όπως και εμείς, κουβαλά το παρελθόν του. Δεν απελευθερώνεται, αλλά αρχίζει να το βλέπει. Κι αυτό είναι ήδη ένα πρώτο βήμα. Εμείς που μεγαλώσαμε με Friends και με Χριστόφορο Παπακαλιάτη, που πιστέψαμε πως όλα θα πάνε καλά γιατί έτσι δείχνει στις σειρές, βρήκαμε, ίσως, στο Bojack Horseman έναν τρόπο να καταλάβουμε πως το να πενθείς είναι μέρος του να ζεις. Πως η ματαίωση δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή ενός πιο έντιμου τρόπου να υπάρχουμε.
Σε εκείνο το ίδιο επεισόδιο που εκτυλίσσεται στο βυθό της θάλασσας χωρίς να ακούγεται ούτε λέξη, κάποια στιγμή ο BoJack σημειώνει μια φράση: «Σε αυτόν τον τρομακτικό κόσμο, το μόνο που έχουμε είναι οι συνδέσεις που κάνουμε με τους άλλους» (In this terrifying world, all we have are the connections that we make). Σαν μακρινός απόηχος εκείνης της παλιάς μαρξικής ιδέας ότι είμαστε το σύνολο των κοινωνικών μας σχέσεων. Τώρα όμως σε έναν κόσμο απομαγεμένο και άβολο, χωρίς «φιλαράκια» και άνετους καναπέδες, αλλά έστω με συνδέσεις κάπως πιο ειλικρινείς. Ή μπορεί και όχι.
Ίσως όμως, τελικά, αυτό να είναι το κληροδότημα της σειράς, και της εποχής: όχι πως αλλάζεις, αλλά πως μαθαίνεις να κουβαλάς. Πως μέσα στην ανηδονία, στην απορία, στην απόγνωση, υπάρχει ακόμα κάτι που μοιάζει με αγάπη και ομορφιά. Έστω και σιωπηλή ή αδέξια. Έστω κι αν δεν σώζει τον κόσμο.

