Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Εντμόν Ζαμπές

Από το Βιβλίο των ερωτήσεων

Εισαγωγή-μετάφραση: Κατερίνα Χατζοπούλου

Ο Εντμόν Ζαμπές (Κάιρο, 1912 – Παρίσι, 1991), γαλλόφωνος συγγραφέας και ποιητής, υπήρξε μία σπουδαία φωνή των ευρωπαϊκών μεταπολεμικών γραμμάτων, με έργο πλούσιο και υβριδικό. Μεγαλωμένος στην Αίγυπτο από γαλλόφωνους εβραίους γονείς, ιταλικής υπηκοότητας, λαμβάνει γαλλική παιδεία. Έρχεται σε επαφή με το έργο των Γάλλων υπερρεαλιστών και αρχίζει να αλληλογραφεί με τον Max Jacob, ο οποίος θα έχει ρόλο μέντορα για εκείνον. Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του εκδίδονται τη δεκαετία του ’30, ενώ ακόμη βρίσκεται στο Κάιρο. Με το ξέσπασμα της κρίσης του Σουέζ, το 1957, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, και να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Αυτός ο βίαιος εκπατρισμός συνιστά, όπως είναι φυσικό, ένα ορόσημο στη σκέψη του ποιητή. Ο Ζαμπές, που μέχρι τότε διατηρούσε χαλαρούς δεσμούς με την εβραϊκή του ταυτότητα, θα βιώσει την εξορία, την υπαρξιακή περιπλάνηση και την ιουδαϊκότητα, και θα αρχίσει να οικοδομεί ένα έργο υβριδικό, το οποίο κινείται στα όρια της ποίησης και του στοχασμού. Σημείο εκκίνησης η κυκλοφορία, το 1963, του περίφημου Βιβλίου των ερωτήσεων, το οποίο θα αποτελέσει τον πρώτο τόμο του ομότιτλου επτάτομου έργου. Τα βιβλία που ακολουθούν (με κάποιες εξαιρέσεις) εντάσσονται σε ευρύτερα σύνολα ή αλλιώς κύκλους Βιβλίων, με κάθε κύκλο να καλύπτει, συνήθως, μια δεκαετία: Το βιβλίο των ερωτήσεων (1963-1973), αποτελούμενο από επτά τόμους, Το βιβλίο των ομοιοτήτων (1976-1980), από τρεις, Το βιβλίο των περιθωρίων (1982-1987), από τέσσερις, και, τέλος, Το βιβλίο της φιλοξενίας (1991), που κυκλοφορεί μετά τον θάνατο του συγγραφέα.

Το έργο του Ζαμπές, ιδιόμορφο και απαιτητικό, θεμελιώνεται στη διερώτηση: Η σιωπή του Θεού μετά το Άουσβιτς, η μοναξιά και το αίσθημα του μη ανήκειν έλκουν ερωτήσεις, όχι απαντήσεις. Ερωτήσεις που κυοφορούν νέες ερωτήσεις εμφυσώντας ζωή στις σελίδες ενός βιβλίου δίχως πέρας. Η γραφή, λοιπόν, λαμβάνει τη μορφή μιας περιπλάνησης στη γλώσσα, ταυτόχρονα, όμως, συνιστά έναν τόπο ελευθερίας, όπου η οδύνη «σαν να γαληνεύει λίγο».

Στην παρούσα δημοσίευση, παρουσιάζονται μεταφρασμένα τέσσερα αποσπάσματα από τον κύκλο του Βιβλίου των ερωτήσεων. Στις πρώτες σελίδες του, διαβάζουμε:

Μια πόλη, τη νύχτα, είναι μια άδεια βιτρίνα.

Λίγα γκράφιτι σ’ έναν τοίχο αρκούν, αμέσως ξυπνούν, αρπάζουν την πένα αναμνήσεις που στα χέρια μου κοιμούνταν. Τα δάχτυλα κινούν το βλέμμα.

Το μυθιστόρημα της Σάρα και του Γιάκελ, μέσα από διαλόγους και στοχασμούς φανταστικών ραβίνων, είναι η αφήγηση ενός έρωτα που κατέστρεψαν οι άνθρωποι και οι λέξεις. Έχει τη διάσταση του βιβλίου και το πικρό πείσμα μιας περιπλανώμενης ερώτησης.[1]

Και λίγες σελίδες παρακάτω:

Οι προβολείς ενός αυτοκινήτου φωτίζουν την πρόσοψη ενός κτηρίου – πού ακριβώς; Τόσοι δρόμοι πίσω του, κι άλλοι τόσοι μπροστά, που δεν ξέρει πια. Στον τοίχο διαβάζει:

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ

JEWS GO HOME

Το Βιβλίο των ερωτήσεων δεν είναι, βέβαια, μυθιστόρημα. Κάθε άλλο. Η ιστορία των δύο νέων Εβραίων εκτυλίσσεται μέσα από μια θραυσματική, μη γραμμική, πολυφωνική αφήγηση, που διαπνέεται από βαθιά ποιητικότητα. Αφορισμοί και διάλογοι, ερωτήσεις και σχόλια φανταστικών ραβίνων, στίχοι και τραγούδια συνθέτουν ένα έργο μοναδικό, το οποίο εκκινεί από την ανείπωτη φρίκη της Σοά για να εξακτινωθεί σε ένα πλήθος στοχασμών. Η Σάρα επιστρέφει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης έχοντας χάσει τα λογικά της, ενώ ο Γιάκελ, μόνος πια, στέκεται μάρτυρας της τραγικής τους μοίρας. Πίσω, όμως, από τα συμβολικά αυτά πρόσωπα, ο αναγνώστης αισθάνεται να ξετυλίγεται η ιστορία ενός λαού –και κάθε λαού– που παρασύρεται και συνθλίβεται μέσα στον ρου της ιστορίας. Όσο για το χέρι όπου υπνώττουν οι αναμνήσεις, το χέρι που κρατά την πένα, δεν είναι άλλο από το χέρι του Ζαμπές. Με τα μάτια της φαντασίας, βλέπει κανείς τον ίδιο τον ποιητή, σε έναν μοναχικό περίπατο στους δρόμους της πόλης όπου είχε αναζητήσει καταφύγιο, να έρχεται αντιμέτωπος με το διαπεραστικό σκοτάδι μιας τέτοιας επιγραφής: «Θάνατος στους Εβραίους». Αέναη εξορία.

(Η μετάφραση έγινε από τη συγκεντρωτική έκδοση Edmond Jabès, Lelivredesquestions, tome 1, L’imaginaire, Gallimard, Παρίσι 2023. Τα αποσπάσματα βρίσκονται στις σελίδες 75, 152-155, 163-166 και 332-333).

«Γράμμα στον Γκαμπριέλ»
(απόσπασμα)

– Κρατώ στα χέρια το Βιβλίο των ερωτήσεων. Είναι δοκίμιο;

– Όχι. Ίσως.

– Είναι ποίημα με βαθιά πηγάδια;

– Όχι. Ίσως.

– Αφήγηση μήπως;

– Μπορεί.

– Θέλεις, φαντάζομαι, να διαβαστεί σαν αφήγηση των ποταμών και των υφάλων σου;

– Βιβλίο ξένο, σαν τη λέξη και σαν τον Εβραίο, έξω από κάθε κατηγορία, πώς να το ονομάσω;

– Θα μπορούσες ίσως να το πεις: Το βιβλίο. Ποια είναι τα πρόσωπα της ιστορίας; Η Σάρα και ο Γιάκελ, σίγουρα, μα κι ένας αφηγητής που έκανε τ’ όνομα του ήρωα δικό του. Γιατί;

– Όλα τα βότσαλα δεν είναι βότσαλα; Και όλα τ’ αστέρια δεν είναι άστρα λαμπερά;

– Κάθε αστέρι έχει τ’ όνομά του.

– Μέσα στο βιβλίο, τ’ όνομα Γιάκελ φανερώθηκε απ’ τα ίδια του τα γράμματα, χαράχτηκε απ’ τα χαμένα φιλιά της Σάρας: ένα και μόνο, ίδιο, όνομα.

– Η Σάρα είναι η ηχώ του Γιάκελ;

– Στο πέρας του ονόματος, βρίσκεις το θηλυκό όνομα. Ένα και μόνο.

– Οι ερωτήσεις σου είναι πληγές; Λυγίσαμε τα γόνατα για να τις δέσουμε.

– Οι ερωτήσεις είναι του βιβλίου οι κορυφές. Θα πρέπει το βράδυ να κατέβω στην κοιλάδα.

– Μας φέρνεις τον λόγο που μαθαίνεται μες στη σιωπή όπου αυτοεξορίστηκε ο Θεός.

– Είμαι η αμφιβολία του λόγου εκεί που τον προσμένουν.

– Πώς συμφιλιώνονται πίστη και αμφιβολία; Δεν πιστεύεις. Σε λυπάμαι.

– Η αυγή διαδέχεται τη σκιά μες στην ημέρα και τη νύχτα. Το ν’ αμφιβάλλεις δεν σημαίνει το ν’ αρνείσαι κάθε αγκάθι πίστης, ώστε να πιστέψεις ακατάβλητα, για πρώτη φορά;

Η πίστη θάβει στο χώμα την πίστη για την προσδοκώμενη ανάσταση.

– Συγχέεις την πίστη με την πείνα. Το φως δεν βρίσκεται στην επιθυμία που τρέφεται με επιθυμία.

– Ποιος βρίσκεται εγγύτερα στον Θεό; Αυτός που Τον επινοεί όπως Εκείνος έπλασε τον άνθρωπο ή αυτός που προσεύχεται για να Τον πλησιάσει;

Το φως κρύβεται στη λάμψη του πυρίτη.

[Τέσσερις εποχές] [2]

Χτύπα με, όπως χτύπησες τον πατέρα μου και τους προγόνους· δεν έχω άλλη τροφή απ’ το ταπεινωμένο μου αίμα.
Ρεμπ Τομπί

«Τέσσερις εποχές έχει ο άνθρωπος, όραση και ακοή, ομιλία και αφή».

Ρεμπ Ατιάς

   Ένα πρωί, όπως ήταν ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, εκείνη έγραψε με τον αντίχειρα τ’ αρχικά της στην άμμο.

   S. S.

   Sarah Schwall

   S. S.

   S. S.

   (Πώς λεγόταν, Σάρα, εκείνος ο νεαρός αξιωματικός των SS που είχε χαραγμένα τ’ αρχικά σου στην ψυχή του, που έκοβε βόλτες χάρη σ’ αυτά, που ήταν όλος μια στολή με τ’ αρχικά σου;

   Πώς λεγόταν εκείνος ο αδίστακτος, αγέρωχος νεαρός που αντλούσε όλη του τη δύναμη απ’ τα δυο κεφαλαία του ονόματός σου;

   Δεν ήταν μόνο αυτός περήφανος για το γόητρο του διπλού γράμματος.

   Χιλιάδες άλλοι μαζί μ’ εκείνον.

   Πώς κατάφερες να τους αντισταθείς μέσα στο ίδιο σου τ’ όνομα;

   Πώς κατάφερες να εμποδίσεις τ’ άλλα γράμματα να βουλιάξουν, το ένα μετά τ’ άλλο, στον ωκεανό των νεκρών γραμμάτων, απ’ όπου αναδυόταν, πιο εκτυφλωτικό κι απ’ την αυγή, το διπλό γράμμα που θα εξουσίαζε τον κόσμο αψηφώντας τον ήλιο;

   Οι άνθρωποι δεν έβλεπαν πια παρά μέσα απ’ το διπλό τούτο γράμμα, ενώ εσύ κι εγώ κι όσοι μας έμοιαζαν, στο πρόσωπο και στην καρδιά, πιστεύαμε ακόμη στον ήλιο του παλιού καιρού, στον ήλιο της γης, στον ολοστρόγγυλο ήλιο, τον δικό μας.

   Sarah Schwall

   arah chwall

   rah wall

   S. S.

   Έτσι καίγεται ένα φύλλο χαρτί στο τζάκι· έτσι καίγεται ένας άνθρωπος, μαζί μ’ άλλους, πλάι στον ανοιχτό λάκκο· έτσι μένει ζωντανή η ανάμνηση ενός προσώπου αγαπημένου μέσα στις στάχτες που σκέπασαν το κατώφλι μας.

   Ο άνεμος, όμως, για εσάς φυσά, φονιάδες).

   «Φοβάσαι να δεις και βλέπεις αυτό που φοβάσαι».

Ρεμπ Λαρίς

   «Μιλάς και γίνεσαι λέξεις, μυριάδες λέξεις, που όρθωσαν ανάστημα».

Ρεμπ Λεά

   Σάρα, η μέρα χάθηκε. Η μέρα έγινε ατέρμονη αναμονή. Θα δούμε κάποτε το τέλος;

   Κυλάει νερό κάτω απ’ τον φλοιό των προδομένων χρόνων, όπως σ’ ένα ξεχασμένο χωράφι.

   Με τι κουράγιο να σκεφτείς τον θερισμό; Το νερό που ονειρεύτηκες γέμισε στάχυ σκληρό.

   Οι καρδιές στεγνώσαν.

   – Σάρα, το γράμμα μου δεν σε φτάνει πια. Πες μου τι σκέφτεσαι.

   – Αυτό που ξέρεις θα σου πω, κι έχεις σχεδόν ξεχάσει. Σε σκέφτομαι μέσα απ’ τα νέα μου δεσμά. Με μάτια που βούτηξαν στην κόλαση, σε βλέπω.

   – Έχεις την ηλικία της όρασης, κι εγώ ακόμη της ακοής.

   – Άκου, Γιάκελ, άκου. Αυτό που βλέπω, εύχομαι μόνο, να μη δεις ποτέ.

   – Έχεις την ηλικία του λόγου, Σάρα, και σου πήραν τα λόγια. Μέσα από εσένα, βήμα βήμα, μπαίνω στην ηλικία της όρασης.

   – Κράτα τα χέρια μου στα δικά σου, Γιάκελ· μόνη μου δύναμη, αγαπημένα δεσμά.

   – Πάρε το χέρι μου, Σάρα. Σ’ το δίνω. Περνώ, σε λίγο, στην τελευταία εποχή.

   – Σε λίγο, Γιάκελ, σε λίγο. Πρέπει πρώτα τα χέρια μας να κόψεις, το ένα από τ’ άλλο για να γεννηθούν, να γίνουν δρόμος, δύσβατος δρόμος, χεριών που έσμιξαν.

«Η εποχή των εραστών»

    Γιάκελ: Μια λευκή σελίδα είναι μια θύελλα βημάτων που γυρεύουν τα ίχνη τους. Η ύπαρξη είναι μια διαρκής ενατένιση σημείων.

    Σάρα: Το όνειρο, Γιάκελ, δεν είναι κιόλας ένας θάνατος; Στα νέφη ποντάρεις, στα περιθώρια. Ο άνθρωπος κουβαλά τον χρόνο. Παίζουμε ενάντια. Χρόνος το μέλλον που αρπάζει φωτιά, ξανά και ξανά, κάθε στιγμή.

    Γιάκελ: Έμπορος στάχτης είναι ο άνθρωπος. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου, κρατώ τη στιγμή, μερίδιό μου στο αιώνιο.

   Σάρα, στιγμή και αιωνιότητά μου.

   Σάρα: Η λέξη καταργεί την απόσταση, φέρνει τον χώρο σε απόγνωση. Εμείς της δίνουμε μορφή ή εκείνη μας δίνει σχήμα;

    Γιάκελ: Οι ώρες μαθαίνουν στον άνθρωπο πως, πεσμένος ή όρθιος, προχωρά, γράφει κύκλους, σαν τους δείκτες του ρολογιού που εν αγνοία τους γυρίζουν.

    Κόρες της σελήνης, που αγωνιούν να φωτίσουν μια σπιθαμή του κόσμου, ένα κλάσμα, έστω ελάχιστο, του απείρου, φιλάρεσκες σαν το φύλο τους, ζηλόφθονες σαν δεσμοφύλακες.

    Εκείνο το πρωί, ξημέρωνε η μέρα γενναιόδωρο φως. Ο ήλιος έτρεπε το σκοτάδι σε φυγή. Είχα ξυπνήσει πριν την αυγή για να γίνω μάρτυρας μιας νίκης, αναμενόμενης ίσως, μα όχι σε κάθε της απρόβλεπτη πτυχή. Είδα τη νύχτα να σκορπίζει, τα σκοτεινά της χαρακώματα να κυριεύονται. Τόσα απροσδόκητα τεχνάσματα. Τόσες ενέδρες στημένες μυστικά.

    Παράθυρα οι λέξεις, πόρτες μισάνοιχτες στον χώρο και τον χρόνο· τις νιώθω, κάτω απ’ την παλάμη πάλλονται, αφήνουν τα σημάδια τους εκεί.

    Σάρα: Ο ήλιος, σ’ έναν φανερό αντιπερισπασμό, κλίνει τη ζωή με όλους τους τρόπους. Οι εραστές βουτούν μέσα στη νύχτα. Μες στο σκοτάδι, αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, όπως αυτοί που κολυμπούν, και κάθε χάδι στο κορμί τους είναι ύμνος. Βαθιά στο νερό, η καρδιά χτυπά πιο δυνατά.

    Γιάκελ: Πού είσαι, Σάρα; Αρχόντισσά δίχως πύργο, ποτάμι δίχως όχθες. Το σώμα σου πια δεν σε κρατά.

    Σάρα: Σου έγραψα. Σου γράφω. Σου έγραψα. Σου γράφω. Η οδύνη βρίσκει καταφύγιο στις λέξεις, στα δάκρυα της πένας, και όσο μιλώ, όσο γράφω, μοιάζει για λίγο να γαληνεύει. Αγκαλιάζω κάθε συλλαβή και δεν είμαι πια παρά κορμί από σύμφωνα, ψυχή από φωνήεντα. Δύσκολο, λες; Τ’ όνομα γράφω του αγαπημένου, και η λέξη γίνεται ο άνδρας που αγαπώ. Αρκεί η πένα να βουτήξει στο μελάνι, αρκεί να υπακούσει στις κινήσεις του χεριού, αρκεί η φωνή, για μια στιγμή, να υποχωρήσει στη λαχτάρα των χειλιών, στις προσταγές της σκέψης, και ξάφνου η νύχτα γίνεται μέρα, η μέρα πάλι νύχτα. Λαξεύω ένα σπίτι στην επιθυμία. Γράφω: «Έρχομαι, αγάπη μου, έρχομαι…» Και γίνομαι κιόλας η φτερούγα που σε φέρνει πίσω. Λέω: «Περίμενε, αγάπη μου…» Κι ευθύς οι τοίχοι της φυλακής μου μ’ αιχμαλωτίζουν πάλι.

    Γιάκελ: Σου έγραψα. Σου γράφω. Σου έγραψα. Σου γράφω. Σε καλώ με το χαϊδευτικό, πουλάκι μου. Σε βλέπω πάλι, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ταραγμένη που φεύγω. «Γιατί; Γιατί;» παρακαλείς. Σε βλέπω πάλι, το τελευταίο εκείνο βράδυ, μέσ’ απ’ το τυχαίο παράθυρο, να διασχίζεις τρέχοντας τον δρόμο που μας χώριζε, ως το σπίτι σου. Σκοτείνιασε τόσο.

    Σάρα: Σου έγραψα. Σου γράφω. Σου έγραψα. Σου γράφω. Γράψε μου, αγάπη μου. Όλη μέρα, κάθε μέρα, περιμένω ένα γράμμα σου. Δώσε στην εξομολόγησή σου τη μορφή του προσώπου μου· άσε τις λέξεις να με σμιλέψουν. Είμαι όμορφη γιατί τα χείλη σου με υμνούν. Είμαι χλωμή γιατί μουσκεύει η θλίψη σου τα μάγουλά μου. Γράφεις: «Τα δάχτυλά σου, πινέλα, δίνουν σάρκα στην ελπίδα», κι εκείνα, έκθαμβα, βλασταίνουν. Τα χέρια μου είναι, λες, νεαροί καταρράκτες, ο λαιμός μου φωλιά τρομαγμένων πουλιών, και είμαι νερό που διώχθηκε από τα βουνά, γουργούρισμα αιχμάλωτου αέρα στην καρδιά τους. Μέσα στο βλέμμα σου, τα μάτια μου πλαταίνουν· στο άγγιγμά σου, τα στήθη μου ριγούν. Έλα κοντά μου, αγαπημένε. Άσε να σμίξουν τα βήματά μας. Ο δρόμος είμαστε εμείς.

    Γιάκελ: Στρεφόμαστε μέσα μας, σαν τη σελήνη μες στη χρυσή και λεπτή της φλούδα, σαν τη ροή του νερού μέσα στο γέλιο του ποταμού. Ένας ολόκληρος κόσμος τα μπλεγμένα κορμιά μας. Ποτέ δεν είχα φανταστεί την έκτασή του και το βάθος. Εσύ κι εγώ: στην όψη απλώς δυο εραστές. Τους βλέπει κανείς, τους μιλά. Δεν πιάνουν χώρο πολύ. Ρίχνουν σκιά το πρωί. Μέσα τους, όμως, είναι δυο γίγαντες, που διεκδικούν στις τάξεις τους οι θεοί. Έξω απ’ τον εαυτό, λίγος ο άνθρωπος, τόσο μικρός. Είμαστε απέραντοι, Σάρα. Βαδίζω πλάι σου.

    Σάρα: Γράφω: «Σημάδια είμαστε που φώλιασαν στα χέρια μας, ήχοι που πρόφεραν τα χείλη μας», και ξάφνου ένα κόμμα γίνεται αναστεναγμός· μια τελεία, σύνορο. Λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, προχωράμε, χωρίς να νιώθουμε πόσα χιλιόμετρα διανύσαμε.

    Γιάκελ: Βρίσκεσαι πλάι μου, Σάρα. Λικνίζομαι σε μια αιώρα πλεγμένη απ’ τ’ άρωμά σου. Πιασμένος στης λήθης τα ξερά κλαδιά.

    Σάρα: Είμαι η άνοιξη της λήθης. Καθρέφτες οι λίμνες, με το βλέμμα μάς μετρούν.

    Πού είσαι, Γιάκελ; Οι λέξεις ποτίζουν τη σάρκα, όπως ένα στυπόχαρτο.

    Πώς να διαβάσεις τον κόσμο στο δέρμα.

[Μικρός διάλογος]

   Ένα βράδυ, φεύγοντας από τη συναγωγή, ο Ρεμπ Νουάλ είπε στον Ρεμπ Σεριέλ:

   – Το σύμπαν είναι κρυστάλλινο νερό σε πήλινο μπολ. Όσο σφιχτά κι αν το κρατήσεις, ποτέ δεν θ’ αδράξεις το νερό.

   – Μπορώ να βρέξω τα δάχτυλά μου ή να το πιω, αποκρίθηκε ο Ρεμπ Σεριέλ.

   – Σε τι ωφελεί; είπε ο Ρεμπ Νουάλ. Τα δάχτυλα αμέσως θα στεγνώσουν και η δίψα θ’ ανάψει σε μια στιγμή.

   Καταλήγοντας:

   – Η δίψα είναι το πεπρωμένο μας.


[1] Όλα τα παραθέματα σε μετάφραση της γράφουσας. Στο Edmond Jabès, Le livre des questions, tome 1, L’imaginaire, Gallimard, Παρίσι 2023, σ. 30 και σ. 56, αντιστοίχως.

[2] Οι τίτλοι σε τετράγωνες αγκύλες έχουν δοθεί από τη μεταφράστρια.

Κύλιση στην κορυφή