Ορέστης Ανδρεαδάκης

Από τον Βερονέζε στον Σκορσέζε

Το πρωί της 18ης Ιουλίου του 1573 ο Πάολο Κάλιαρι –ζωγράφος στο επάγγελμα, ετών 45– ξεκίνησε από το σπίτι του, που ήταν δίπλα στο Palazzo Grassi, μη γνωρίζοντας ακόμα ότι όσα επρόκειτο να πει μπροστά στα έξι μέλη του Sant’Uffizio –της βενετσιάνικης Ιεράς Εξέτασης– μέσα στην εκκλησία του San Teodoro πίσω από την Piazza San Marco θα έμεναν στην Ιστορία ως η πρώτη καταγεγραμμένη υπεράσπιση της ελευθερίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Γεννημένος στην Βερόνα, ο Κάλιαρι υιοθέτησε το όνομα Βερονέζε όταν έφτασε 25χρονος στην Βενετία και γρήγορα έγινε εξαιρετικά διάσημος και μέλος της θρυλικής τριάδας της Βενετσιάνικης Σχολής –μαζί με τον Τιτσιάνο και τον Τιντορέτο. Δραματικές απεικονίσεις μυθολογικών ιστοριών (όπως «Η Αφροδίτη και ο Άδωνις»), τελετουργικές αλληγορίες (όπως η «Αλληγορία της δύναμης και της σοφίας»), αλλά κυρίως δεκάδες έργα με θρησκευτικά θέματα (όπως «Ο Ιησούς δωδεκαετής στον Ναό»)κοσμούσαν παλάτια, βίλες, εκκλησίες και μοναστήρια.

Ήταν μια περίοδος ευημερίας και η Γαληνοτάτη Δημοκρατία βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της δυο μόλις χρόνια μετά την νικηφόρα Ναυμαχία της Ναυπάκτου, την οποία ο Βερονέζε αποτύπωσε κερδίζοντας τον θαυμασμό όχι μόνο των ευγενών και των φιλότεχνων αλλά και του κλήρου, αφού στο πολεμικό αυτό θέμα κυριαρχούν οι φιγούρες της Παναγίας, του Αγίου Μάρκου και του Αγίου Πέτρου.

Ήταν άλλωστε ένας πιστός Καθολικός ο Πάολο Βερονέζε και η θρησκευτικότητά του είναι ξεκάθαρη, πομπώδης, λαμπερή, σε πίνακες όπως «Η Μετάνοια της Μαρίας Μαγδαληνής» και «Ο Μυστικός Αρραβώνας της Αγίας Αικατερίνης».

Γιατί λοιπόν ο τόσο δημοφιλής καλλιτέχνης με την έντονη πνευματικότητα είχε οδηγηθεί στο δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης ως αιρετικός; Και γιατί ο πίνακάς του με την αναπαράσταση του «Μυστικού Δείπνου» είχε προκαλέσει τόσο πολύ;

415 χρόνια αργότερα παρόμοια ερωτήματα βασάνιζαν κάποιον άλλο καλλιτέχνη, επίσης Καθολικό. Τον Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος το 1988 είδε χιλιάδες φανατικούς να χλευάζουν και να επιτίθενται στην ταινία του Ο Τελευταίος Πειρασμόςκαι να τον κατηγορούν ως άπιστο, βλάσφημο κι αιρετικό. Ήξερε βέβαια, όταν αποφάσισε να διασκευάσει το ομότιτλο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, ότι κι ο Κρητικός συγγραφέας είχε αντιμετωπίσει την μήνι των ηγετών και της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τον είχαν απειλήσει με αφορισμό κι είχαν ζητήσει την απαγόρευση του βιβλίου «διότι περιέχει κακές συκοφαντίες κατά του Θεοειδούς προσώπου του Ιησού Χριστού […] διαστρέφει και βλάπτει τη διάκριση του Ευαγγελίου […] με τρόπο χονδρό, χυδαίο και βλάσφημο».

Οι τρεις δεκαετίες όμως που μεσολάβησαν από το 1955 που κυκλοφόρησε Ο τελευταίος πειρασμός, έκαναν τον Σκορσέζε να πιστέψει ότι τα πάθη είχαν αμβλυνθεί, οι εποχές είχαν αλλάξει κι ακόμη και οι πλέον φανατικοί είχαν κατανοήσει τη βαθιά πνευματικότητα και τις θρησκευτικές αγωνίες του Καζαντζάκη.

Επίσης οι προηγούμενες κινηματογραφικές διασκευές βιβλίων του είχαν τεράστια επιτυχία: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τον Ζιλ Ντασέν το 1957 και ο Ζορμπάς από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964, ενώ οι αναρίθμητες μεταφράσεις τον είχαν πια καθιερώσει ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Και βέβαια γνώριζε ο Σκορσέζε ότι το 1975 όλη η Ελλάδα ήταν καθηλωμένη στις μικρές οθόνες επί 50 εβδομάδες για την τηλεοπτική διασκευή του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τον Βασίλη Γεωργιάδη. Είναι κι αυτό ένα αιχμηρό βιβλίο γεμάτο θρησκευτικές αλληγορίες και έντονη κριτική στην υποκρισία κάποιων ιερωμένων.

Όσοι ανέσυραν το υποτιθέμενο βλάσφημο περιεχόμενο του βιβλίου και της ταινίας το 1988, προφανώς δεν ήθελαν να δεχτούν ότι ο Καζαντζάκης έγραψε μια φανταστική ιστορία κι ο Σκορσέζε γύρισε μια μυθοπλασία. Φώτισαν δηλαδή με τον δικό τους τρόπο τα Πάθη του Ιησού Χριστού. Αυτό σημαίνει ελευθερία της Τέχνης.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Ιούλιο του 1573.

Μάλλον θα είχε υγρή ζέστη εκείνο το ιστορικό Σάββατο –όπως υγρές και ζεστές είναι όλες οι καλοκαιρινές μέρες στην βενετσιάνικη Laguna– όταν ο Πάολο Βερονέζε στάθηκε μπροστά στο αυστηρό ιεροδικείο. Μόλις είχε ολοκληρώσει έναν τεράστιο πίνακα –δεκατριών μέτρων μήκους και πεντέμισι μέτρων ύψους– με θέμα τον Μυστικό Δείπνο. Τον είχαν παραγγείλει οι μοναχοί του Τάγματος των Δομινικανών για την τραπεζαρία του San Zanipolo –δηλαδή της Βασιλικής των Santi Giovanni e Paolo– στη συνοικία Καστέλο.

– Ξέρετε γιατί βρίσκεστε εδώ, τον ρώτησε ο Ιεροεξεταστής.

– Φαντάζομαι ότι αφορά αυτό που μου είπαν οι σεβαστοί πατέρες, ότι οι ένδοξες μεγαλειότητές σας τους διέταξαν να τοποθετηθεί στην εικόνα μια Μαγδαληνή αντί του σκύλου. Και τους απάντησα ότι πολύ πρόθυμα θα έκανα ό,τι χρειαζόταν για τη φήμη μου και για το καλό του πίνακα, αλλά ότι δεν κατάλαβα τι θα μπορούσε να κάνει εδώ αυτή η φιγούρα της Μαγδαληνής.

Τον ρώτησαν, επίσης, γιατί έβαλε στον πίνακά του στρατιώτες με γερμανικές στολές οι οποίοι, κατά τη γνώμη τους, παρέπεμπαν στους αιρετικούς Προτεστάντες, και έναν παλιάτσο με έναν παπαγάλο.

Ο Βερονέζε τους απάντησε: «Εμείς οι ζωγράφοι κάνουμε χρήση της ίδιας ελευθερίας που απολαμβάνουν οι ποιητές και οι γελωτοποιοί. Τοποθέτησα αυτούς τους δύο οπλοφόρους δίπλα στη σκάλα […] διότι μου φάνηκε πολύ ταιριαστό ο κύριος ενός τέτοιου οίκου […] να διαθέτει παρευρισκόμενους σαν και αυτούς.»

Τους είπε, ακόμη, ότι ο πίνακας ήταν τόσο μεγάλος που θα έπρεπε να προστεθούν πολλές διαφορετικές φιγούρες.

Οι ιεροεξεταστές ζητούσαν από τον Βερονέζε να απολογηθεί για τις καλλιτεχνικές του επιλογές και να τους προσκομίσει πιστοποιητικά χριστιανικών φρονημάτων. Κι εκείνος τους απαντούσε με τον πιο απλό τρόπο, υπερασπιζόμενος την ελευθερία της Τέχνης.

Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που ένας θρησκευτικός πίνακας προκαλούσε τους ιερείς ή τους μοναχούς που τον είχαν παραγγείλει.

Είχε προηγηθεί το 1427 η τοιχογραφία «Η εκδίωξη του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο» του Μαζάτσο, στην οποία ασκήθηκε δριμεία κριτική διότι οι αμαρτωλοί Πρωτόπλαστοι μοιάζουν σημαντικότεροι από τον Άγγελο που τους εκδιώκει, ενώ αργότερα προστέθηκαν και φύλλα συκής για να καλύψουν την –προκλητική κατά την άποψη των Μεδίκων της Φλωρεντίας– γύμνια τους. Τη δεκαετία του 1980 έγινε προσεκτική αποκατάσταση της τοιχογραφίας και τα φύλλα συκής αφαιρέθηκαν.

Το 1514 o Φρα Μπαρτολομέο ζωγράφισε τον «Άγιο Σεβαστιανό», έναν πίνακα που σήμερα διασώζεται από το αντίγραφο που έκανε το 1526 ο Πάολο Ζάκια ο πρεσβύτερος. Κατηγορήθηκε για την αλλοίωση του μαρτυρίου, τη διαστροφή του θρησκευτικού νοήματος και τα ομοερωτικά υπονοούμενά του. Ήταν η αρχή της ανεπίσημης καθιέρωσης του Αγίου Σεβαστιανού ως προστάτη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.

Ακόμη και η «Δευτέρα Παρουσία»που ζωγράφισε ο Μικελάντζελο ανάμεσα στο 1536 και το 1541, στην Cappella Sistina του Βατικανού, μπήκε στο στόχαστρο των φανατικών, οι οποίοι σοκαρίστηκαν από τις γυμνές φιγούρες.

Ο τελετάρχης του Βατικανού Μπιάτζιο ντα Τσεζένα δήλωσε ότι η τοιχογραφία ήταν «ντροπιαστική και κατάλληλη μόνο για δημόσια λουτρά και ταβέρνες» κι ο Μικελάντζελο τον προσέθεσε στο έργο του ως τον μυθικό Βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, τον κριτή του Κάτω Κόσμου. Τον ζωγράφισε μάλιστα με αυτιά γαϊδάρου και σκέπασε τη γύμνια του με ένα φίδι. Εξοργισμένος διαμαρτυρήθηκε ξανά στον Πάπα Παύλο τον Γ΄, αλλά εκείνος ευτυχώς του απάντησε ότι «η δικαιοδοσία του δεν φτάνει μέχρι την Κόλαση» κι ότι το πορτραίτο θα παραμείνει στη θέση του.

Εκείνο τον Ιούλιο του 1573 όμως γινόταν μια επίσημη δίκη.

Όπως δίκη έγινε και το 1988 για τον Τελευταίο πειρασμό, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας το οποίο απαγόρευσε τις προβολές της ταινίας μετά την θύελλα που είχε ξεσπάσει, τις διαδηλώσεις από φανατισμένους πιστούς και τις ζημιές που προκλήθηκαν σε κινηματογράφους

Ήταν όμως ο πίνακας που προκάλεσε το θρησκευτικό αίσθημα των ιεροεξεταστών, ή η διάθεσή τους να παίξουν ένα παιχνίδι εξουσίας και ατομικής προβολής. Νεότεροι ιστορικοί, όπως ο Έντουαρντ Γκράσμαν του Πανεπιστημίου του Λέιντεν της Ολλανδίας υποστηρίζουν ότι εκείνη την περίοδο είχε σταλεί στην Βενετία ένας νέος Νούτσιος (διαπιστευμένος αντιπρόσωπος του Πάπα δηλαδή). Έτσι οι ιεροεξεταστές ήθελαν να του αποδείξουν ότι τηρούν με την πρέπουσα αυστηρότητα τους παπικούς κανόνες, ότι εφαρμόζουν τις αποφάσεις της Συνόδου του Τρέντο και ακολουθούν τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης, υπερασπιζόμενοι την Καθολική πίστη ενάντια στους αιρετικούς Προτεστάντες.

Κι αυτό το παιχνίδι της σκληροπυρηνικής καθαρότητας και της αυτοπροβολής συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Πώς είναι δυνατόν να σκανδαλιστεί κάποιος από ένα έργο όπως ο Τελευταίος πειρασμός, όπου το θρησκευτικό αίσθημα όχι μόνο δεν θίγεται, αλλά υμνείται ως η σπουδαιότερη κλίση της ανθρώπινης ψυχής;

Πόσο βλάσφημη είναι η παρουσία δύο στρατιωτών κι ενός παπαγάλου δίπλα στον Ιησού;

Ο Βερονέζε βέβαια κατάφερε να ξεφύγει από τους διώκτες του. Η απόφαση της Ιεράς Εξέτασης τον υποχρέωνε να διορθώσει τον πίνακα σε τρεις μήνες με δικά του έξοδα κι αυτός το έκανε απλώς αλλάζοντας τον τίτλο του από «Μυστικό Δείπνο» σε«Δείπνο στο σπίτι του Λευί». Πρόσθεσε μάλιστα σε δύο σημεία την Ευαγγελική περικοπή (για την ακρίβεια από το 5ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά), όπου περιγράφεται η επίσκεψη του Ιησού στο σπίτι του αμαρτωλού τελώνη Λευί. Όταν οι Φαρισαίοι τον κατηγόρησαν ότι τρώει και πίνει με αμαρτωλούς, ο Ιησούς τους απάντησε: «ου χρείαν έχουσι οι υγιαίνοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες. Ουκ ελήλυθα καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.»

Καθόλου τυχαία η επιλογή. Ποιοι ήταν οι Φαρισαίοι στην περίπτωση του Βερονέζε, του Καζαντζάκη και του Σκορσέζε;

Πόσοι διάβασαν το βιβλίο του Καζαντζάκη, ο οποίος στην τελευταία σελίδα γράφει «Δόξα σοι ο Θεός» και στον πρόλογο σημειώνει:

«Πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα, ανταρσία κι αντίσταση, φίλιωση κι υποταγή, και τέλος, ανώτατος σκοπός της πάλης, η ένωση με το Θεό –να ο ανήφορος που πήρε ο Χριστός και μας καλεί να πάρουμε κι εμείς ακολουθώντας τα αιματωμένα του αχνάρια.»

«Είμαι βέβαιος», συνεχίζει ο Καζαντζάκης, «πως κάθε λεύτερος άνθρωπος που θα διαβάσει το βιβλίο ετούτο, το γεμάτο αγάπη, θ’ αγαπήσει περισσότερο παρά ποτέ, καλύτερα παρά ποτέ, το Χριστό.»

Πόσοι είδαν την ταινία του Σκορσέζε όπου ο Γουίλεμ Νταφόεενσαρκώνει έναν σπαρακτικό Ιησού, σύμβολο του αγώνα του ανθρώπου –του κάθε ανθρώπου– να υψωθεί ως τον Θεό, να μετατρέψει όλη τη σάρκα σε πνεύμα; Πόσοι συναισθάνθηκαν τη δραματική αυτή αγωνία στην απόλυτη ευσέβεια και ιερότητά της;

Το αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι στην κινηματογραφική αυτή διασκευή συνυπάρχουν στα credits και τα τρία κυρίαρχα δόγματα του Χριστιανισμού: Ο Καζαντζάκης ήταν Ορθόδοξος, ο Σκορσέζε Καθολικός και ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ Καλβινιστής Προτεστάντης.

Η ταινία πάντως προβάλλεται πλέον ελεύθερα –κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του 2025 μεταδόθηκε με επιτυχία από τον τηλεοπτικό σταθμό του ΣΚΑΪ. Όσο για τον πίνακα του Βερονέζε, εκτίθεται στην Πινακοθήκη της Ακαδημίας στην Βενετία.

Βλέπουμε λοιπόν ότι

Πρώτον: η μεγάλη Τέχνη μπορεί να ανθίσει και σε περιόδους που δεν υπάρχει ελευθερία, διότι οι καλλιτέχνες έβρισκαν και βρίσκουν ακόμα τρόπους να ξεγελάσουν τις καταπιεστικές εξουσίες.

Δεύτερον: η Τέχνη, ωστόσο, διευρύνει τα όρια της ελευθερίας, ανοίγει νέους ορίζοντες και δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες έτσι ώστε αυτή η ελευθερία να μην αφορά μόνο τους καλλιτέχνες δημιουργούς αλλά ολόκληρο τον κόσμο.

Τρίτον: για τους παραπάνω δύο λόγους, η Τέχνη ήταν σχεδόν πάντοτε στο παρελθόν, και παραμένει μέχρι σήμερα, ενοχλητική.

Τέταρτον: όσα έργα τέχνης θεωρήθηκαν προκλητικά, αιρετικά ή βλάσφημα στην εποχή τους, δικαιώθηκαν από τον χρόνο και σήμερα θεωρούνται κλασικά.

Πέμπτον: η πρόκληση δεν ήταν ούτε φτηνή ούτε δωρεάν, αλλά αποσκοπούσε στην επέκταση των καλλιτεχνικών ορίων και τον εμπλουτισμό της Τέχνης, στην όξυνση του κριτικού πνεύματος και τη διεύρυνση του φιλότεχνου κοινού.

Και έκτον: οι ιστορίες του Βερονέζε και του Σκορσέζε μάς λένε περισσότερα για τη στενόμυαλη προσωπικότητα και τα –όχι και τόσο καθαρά– κίνητρα των κατηγόρων, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην προσωπική τους προβολή κι όχι στη διαφύλαξη της θρησκευτικής πίστης.

Κύλιση στην κορυφή