Ο όρος «λογοτεχνική γενιά» χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ένταξη στην Ιστορία ομάδων με κάποια συνοχή, οι οποίες σε σχετικά βραχύ χρονικό πλαίσιο προσφέρουν, με σχετικά κοινό τρόπο, όσον αφορά την αισθητική και το ιδεολογικό υπόβαθρο, εξαιρετικά δείγματα της τέχνης τους. Έτσι, για παράδειγμα, απαντούμε στην Ισπανία τις γενιές του 1898 (Ουναμούνο, Αθορίν κ.ά.) του 1914 (Χιμένεθ, Γκόμεθ δε λα Σέρνα κ.ά.), του 1927 (Λόρκα, Αλμπέρτι, Θερνούδα κ.ά), του 1950 (Σάντσεθ Φερλόσιο, Μαρτίν Γκάιτε κ.ά.) ή του 1968 (τα αδέλφια Λουίς και Χουάν Γκοϊτισόλο, Μπενέτ κ.ά.), για να αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές.
Εστιάζοντας στη γενιά των «Novísimos» [Νεότατων], ταξιδεύουμε στη δεκαετία του ’70· σε αντίθεση, όμως, με προηγούμενες γενιές, οι οποίες γεννήθηκαν από την εντυπωσιακή συνύπαρξη μεγάλων συγγραφέων στο πλαίσιο ενός λογοτεχνικού ρεύματος που τους συμπεριελάμβανε και τους ένωνε, οι Novísimos γεννήθηκαν από μια ανθολογία υπό τον τίτλο Nueve novísimos poetas españoles (Barral Editores, 1970), που εξέδωσε ο José María Castellet [Χοσέ Μαρία Κασταλιέτ] και η οποία περιλαμβάνει με αλφαβητική σειρά τους José María Álvarez [Χοσέ Μαρία Άλβαρεθ] (1942-2024), Félix de Azúa [Φέλιξ δε Αθούα] (1944), Guillermo Carnero [Γκιγέρμο Καρνέρο] (1947), Pedro Gimferrer [Πέδρο Ζιμφερέρ] (1945), Ana María Moix [Άνα Μαρία Μος] (1947-2014), Vicente Molina Foix [Βιθέντε Μολίνα Φος] (1946), Leopoldo María Panero [Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο] (1948-2014), Antonio Martínez Sarrión [Αντόνιο Μαρτίνεθ Σαριόν] (1939-2021) και Manuel Vázquez Montalbán [Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν] (1939-2003).
Αυτοί οι πολύ νέοι, τότε, Ισπανοί ποιητές χαρακτηρίστηκαν από την επαφή τους με τα διεθνή ρεύματα της πρωτοπορίας εκείνης της εποχής, ιδιαίτερα με Γάλλους και Άγγλους ποιητές του 20ού αιώνα και, σε κάποιο βαθμό, από την εμφανή επιρροή ορισμένων Ισπανοαμερικανών ποιητών όπως του César Vallejo [Σέσαρ Βαγέχο] (1892-1938), του Octavio Paz [Οκτάβιο Πας] (1914-1998) ή του Pablo Neruda [Πάμπλο Νερούδα] (1904-1973).
Όπως η πλειονότητα των νέων λογοτεχνικών γενεών, οι Novísimos επεδίωξαν να αποστασιοποιηθούν από τις ηθικές και αισθητικές επιταγές της προηγούμενης ποιητικής δημιουργίας, αναζητώντας νέους τρόπους ποιητικής έκφρασης. Επιπλέον, υποστήριζαν ότι ο κοινωνικός ρεαλισμός, που καλλιεργήθηκε ευρέως από τη «Γενιά του ’50», ήταν αναποτελεσματικός στην επιτακτική ανάγκη αλλαγής του κόσμου, καθώς χρησίμευε απλώς και μόνο για την καταγγελία γεγονότων και καταστάσεων.
Λίγο αργότερα, μετά το τέλος του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο, η δεκαετία του ’80 έφερε στο προσκήνιο μια νέα γενιά που, όπως συμβαίνει συνήθως, έθεσε τους Novísimos σε δεύτερο πλάνο. Ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Luis Antonio de Villena [Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα] (1951) αποκάλεσε αυτούς τους ποιητές της νέας γενιάς «Postnovísimos» [Μετανεότατους].
Η νέα γενιά ποιητών, λοιπόν, προκύπτει επίσης από μια ποιητική ανθολογία που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος Visor το 1986 υπό τον τίτλο Postnovísimos, με την επιμέλεια του προαναφερθέντος Λουίς Αντόνιο δε Βιγένα, η οποία συγκέντρωσε δώδεκα από τους ποιητές και τις ποιήτριες της εποχής, που με αλφαβητική σειρά είναι οι: Leopoldo Alas Mínguez [Λεοπόλδο Άλας Μίνγκεθ] (1962-2008), Blanca Andreu [Μπλάνκα Αντρέου] (1959), Felipe Benítez Reyes [Φελίπε Μπενίτεθ Ρέγες] (1960), Julia Castillo [Χούλια Καστίγιο] (1956), Luis García Montero [Λουίς Γκαρθία Μοντέρο] (1958), José Gutiérrez [Χοσέ Γκουτιέρεθ] (1955), Julio Llamazares [Χούλιο Γιαμαθάρες] (1955), Miguel Mas [Μιγκέλ Μας] (1955), Ángel Muñoz Petisme [Άνχελ Μουνιόθ Πετίσμε] (1961), Illán Paesa (Ιγιάν Παέσα, ετερώνυμο του Βιγένα), Jorge Riechmann [Χόρχε Ριέτσμαν] (1962) και Rafael Rosado [Ραφαέλ Ροσάδο] που σύντομα εγκατέλειψε τη γραφή.
Οι Postnovísimos υπερασπίζονται την απόλυτη ελευθερία του ποιητή κατά τη σύνθεση των ποιημάτων του, χρησιμοποιώντας ελεύθερο στίχο, τον οποίο συχνά συνδυάζουν με μια ιδιαίτερη οπτική απεικόνιση του ποιήματος ώστε να προκαλεί εντύπωση στο μάτι. Όσον αφορά την αντίληψή τους περί ποίησης, ελκύονται από την κοινωνική ποιητική της Γενιάς του ’50.
Ακολουθεί ένα δείγμα της ποίησης που καλλιέργησαν αυτές οι δύο γενιές με ποιήματα τριών novísimos (Φ. δε Αθούα, Μ. Βάθκεθ Μονταλμπάν, Λ. Μ. Πανέρο) και τριών postnovísimos (Μπ. Αντρέου, Χ. Γιαμαθάρες, Φ. Μπενίτεθ Ρέγες).
Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν
[Ω ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ]
Ω πόλη του τρόμου
ανάμεσα στις λεωφόρους χλομά
δέντρα του φθινοπώρου
οι εισβολείς
τουφέκιζαν αρχεία
μεθυσμένοι από μνήμη βάρβαροι
μπουχτισμένοι από σάρκα ταπεινωμένη
και βεβηλωμένη
ο φόβος ήταν μια παρουσία
η σιωπή το σάβανό του
οι λέξεις κρυμμένες στα πράγματα
οι ιδέες στα μάτια
παρατηρούσαν
τον διχασμό ανάμεσα σ’ αυτόν που πεθαίνει και σ’ αυτόν που σκοτώνει.
από τη συλλογή: Praga, 1982
Ο Manuel Vázquez Montalbán (Βαρκελώνη, 1939 – Μπανγκόκ, 2003) έγινε ιδιαίτερα διάσημος λόγω των αστυνομικών μυθιστορημάτων του με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο. Πληθωρική προσωπικότητα, αυτοπροσδιοριζόταν ως «δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος, συγγραφέας προλόγων, χιουμορίστας, κριτικός, γαστρονόμος, οπαδός της Μπαρτσελόνα και εν γένει πολυπράγμων».
Φέλιξ δε Αθούα
[ΕΓΩ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΙ ΜΕΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕ]
Εγώ δεν ξέρω τι περιμένουμε οι μεν από τους δε,
ούτε τον λόγο για να ’χω το χέρι μου πιστό σύμμαχο.
Τίποτα δεν μπορώ να περιμένω από ένα χέρι
ικανό να δείχνει τον δίκαιο και τον φαύλο
ή να γράφει ποιήματα στις κάμαρες
ενός καλοκαιριού ποτισμένου με κρασί κι αλάτι κι αίμα.
Μόνο, ίσως,
να θυμάται άλλους ανθρώπους
που τώρα σέρνονται ανάμεσα σε νεκρά πουλιά
και να ζει στα σοβαρά ένα ημερολόγιο
τα ψέματα του οποίου αδυνατούν να κρύψουν
το εφήμερο της αρίθμησής του.
από τη συλλογή: Lengua de cal, 1972
Ο Félix de Azúa (Βαρκελώνη, 1944) είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας από το 2015.
Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο
H ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ ΕΝΟΣ ΧΕΡΙΟΥ Ή
Η ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Στην Isa-belle Bonet
«Όλη την ευδαιμονία του κόσμου
τη βρίσκω στη Σουλέικα
όταν τη σφίγγω λίγο στην αγκαλιά μου
νιώθω άξιος του εαυτού μου·
αν μ’ άφηνε, θα έχανα τα μάτια μου»
(Γκαίτε, Δυτικό-ανατολικό Ντιβάνι)
Μια γυναίκα με πλησίασε και στα μάτια της
είδα όλους μου τους έρωτές γκρεμισμένους
και μ’ εξέπληξε που κάποια αγαπούσε ακόμη το πτώμα,
κάποια σαν εκείνη τη γυναίκα που το ψιθύρισμά της
επαναλάμβανε μες στη νύχτα την ηχώ όλων των ισοπεδωμένων ερώτων μου
και μ’ εξέπληξε που κάποια έγλειφε ακόμη στα κάκαδα
πεισματικά την ουσία που κάποτε ήταν χρυσός,
εκείνο που ο χρόνος απεκάθηρε σε τίποτα.
Και την είδα όπως εκείνος που βλέπει δίχως να το πιστεύει
στην έρημο τη σκιά κάποιου νερού,
την αγάπησα δίχως να τολμώ να το πιστέψω.
Και τότε της πρόσφερα το γυμνό μου μυαλό,
πρόστυχο σαν βάτραχος, πρόστυχο σαν τη
ζωή,
σαν την ειρήνη που σε τίποτα δεν χρησιμεύει
προτρέποντάς την καθημερινά να το αγγίζει
απαλά με τη γλώσσα της επαναλαμβάνοντας
έτσι μια τελετουργία που το μοναδικό της νόημα
είναι ότι το να το λησμονεί είναι ιερό.
από τη συλλογή: Narciso en el acorde último de las flautas, 1979
Ο Leopoldo María Panero (Μαδρίτη, 1948 – Λας Πάλμας δε Γκραν Κανάρια, 2014) ήταν ποιητής, το αρχέτυπο του καλλιεργημένου-καταραμένου. Υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος της γενιάς του που συμπεριελήφθη στη λίστα των κλασικών συγγραφέων των εκδόσεων Cátedra.
Μπλάνκα Αντρέου
Πες πως ήθελες να ’σαι άλογο λυγερό, όνομα
κάποιου αλόγου μυθικού,
ή μήπως όνομα τριστάνου, και σκοτεινού.
Πες το, άλογο ελληνικό, πως άγαλμα ήθελες να ’σαι εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια,
πες νότος, και πες περιστέρι πικροδάφνη λευκή,
πως θα ’θελες να ’σαι σε τέτοια πράγματα,
να πεθαίνεις στην ουσία τους, να ’σαι κίονας.
Πες ότι πάμπολλες φορές
αστρολάβοι, άστρα, το νεύρο των αγγέλων,
ήρθαν να κάνουν μουσική για τον Ρίλκε τον ποιητή,
όχι για τα γόνατά σου ή την ψυχή σου από τοίχο.
Ενόσω η μαριχουάνα αποστάζει θάλασσες πράσινες,
μιλάει στις μαζώξεις με τα δάκρυά της τα πράσινα,
ή κλέβει απ’ το φως το φως το πιο πράσινο,
δεν σε γνωρίζεις, δεν σε γνωρίζεις.
από τη συλλογή: De una niña de provincias que se vino a vivir en un Chagall, 1981
Η Blanca Andreu (Λα Κορούνια, 1959) είναι ποιήτρια. Το 1980, όταν ήταν μόλις 20 ετών, κέρδισε με την ποιητική συλλογή De una niña de provincias que se vino a vivir en un Chagall, το σημαντικό Βραβείο Adonáis. Ζει στη Λα Κορούνια και τα τελευταία χρόνια αποφεύγει τις δημόσιες εμφανίσεις.
Φελίπε Μπενίτεθ Ρέγες
ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΟΛΗΣ ΜΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Υπάρχουν νύχτες που θα ’πρεπε να ’ναι η ζωή.
Έντονες μεγάλες νύχτες εξωπραγματικές
με την πικρή γεύση του εφήμερου
και τη δηλητηριώδη γεύση της αμαρτίας
– σαν να ’μασταν πιο νέοι
και να μας επιτρεπόταν ακόμη να σπαταλάμε
αρετή, χρήμα και χρόνο ατιμωρητί.
Θα ’πρεπε να ’ναι η ζωή,
το σύμβολο όλης της ζωής μας,
η χρυσαφένια ανάμνηση της νιότης.
Και, σαν το απότομο ξύπνημα ενός παλιού πάθους,
να γύριζαν ξανά εκείνες οι νύχτες
για να μας πληγώσουν από ζήλια
για όλα όσα υπήρξαμε και ζήσαμε
κι ακόμη μερικές φορές μάς προκαλεί
με την ξεδιαντροπιά του.
Γιατί έπρεπε να ’ναι η ζωή.
Και ίσως ήταν, μιας και η ανάμνηση
τις διασώζει και τους εκχωρεί το προνόμιο να ενωθούν
σε μια μοναδική νύχτα θριάμβου,
αλησμόνητη, όπου ο κόσμος
θα έμοιαζε να έχει εναποθέσει
τα εντυπωσιακά και δελεαστικά καλά του
στα πόδια της αλαζονικής μας εφηβείας.
Μεγάλη ευπροσήγορη νύχτα, νύχτα χιονιού,
είθε η μνήμη να σε διατηρεί σαν θερμό πετράδι,
με λάμψη βεγγαλικών πανηγυριού,
στον σβησμένο ουρανό όπου αιωρούνται
οι νεκροί άγγελοι, οι εφηβικοί πόθοι.
από τη συλλογή:Los vanos mundos, 1985
Ο Felipe Benítez Reyes (Κάδιθ, 1960) είναι συγγραφέας, δημιουργός ενός πολυσύνθετου σύμπαντος που περιλαμβάνει ποίηση, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και επιφυλλίδες.
Χούλιο Γιαμαθάρες
[Η ΡΑΘΥΜΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΙΑ ΚΑΙ ΓΑΛΑΖΙΑ]
Η ραθυμία μας είναι γλυκιά και γαλάζια και βασανισμένη τούτη την ώρα.
Όλα είναι τόσο νωχελικά σαν το διάβα ενός βοδιού πάνω στο χιόνι. Όλα τόσο μαλακά σαν τους κόκκινους καρπούς του λιόπρινου.
Ο παρατημός μας είναι μεγάλος σαν την ύπαρξη, βαθύς σαν τη γεύση των πατημένων φρούτων. Ο παρατημός μας δεν τελειώνει με την κούραση.
Δεν είναι ένα λάθος η νωχελικότητα, μήτε εκτείνονται στην ψυχή μας οι κοιλότητες της γνώσης.
Σε κάποιον μακρινό θαμνότοπο φωλιάζει ένα λαδοπούλι που γεννιέται τη μέρα. Νιώθω, μερικές φορές, τη βαθυκόκκινη δίψα του. Ο παρατημός του είναι τόσο γλυκός όσο και ο δικός μας.
Η νωχελικότητά του δεν στερείται συνήθειας.
από τη συλλογή: La lentitud de los bueyes, 1979
Ο Julio Llamazares (Βεγκαμιάν, Λεόν, 1955) είναι μυθιστοριογράφος, συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων, ποιητής και σεναριογράφος. Ήταν δύο φορές φιναλίστ του Εθνικού Βραβείου Λογοτεχνίας της Ισπανίας με τα μυθιστορήματα Το φεγγάρι των λύκων (1985) και Η κίτρινη βροχή (1988).
⸙⸙⸙
Επιμέλεια αφιερώματος και μεταφραστική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η μετάφραση έγινε στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Επιμόρφωσης «Ελληνοϊσπανικές Σπουδές, Ιστορία, Λογοτεχνία, Μετάφραση [ΕΛΙΣ]» του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τον Ιούνιο του 2025. Στη μεταφραστική ομάδα συμμετείχαν οι: Κατερίνα Αποστολίδη, Χρυσάνθη Γιαννιά, Βασιλική Γάτσιου, Ξένια Γιόκαρη, Μαρία Δαμιτζόγλου, Θεώνη Κάμπρα, Λυδία – Θωμαΐς Κίσσα, Δέσποινα Κωστοπούλου, Χριστίνα Κωστοπούλου, Φωτεινή Μαντινάου, Μιχάλης Μερσίνης, Σεμίνα Μπάφα, Ειρήνη Οικονόμου, Βιβή Ουρανού, Αναστασία Παυλή, Μαργαρίτα Σαμψάκη, Γεώργιος Τζιρίτης, Γιώργος Χατζητριανταφύλλου, Βασιλική Χρηστάκου.

