ΑΘΑΛΑΣΣΑ
Ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα
μου δώσατε
αντί για τη θάλασσα.
Το καίω. Καπνός.
Με κρατάτε εδώ επειδή δεν ξέρετε
από μεθυσμένα καράβια
κι επειδή δεν αγαπάτε τον Ρεμπώ.
Θα μπορούσα να σας τα εξηγήσω όλα
μα με προφταίνουν πάντα οι τοίχοι.
Κλείσατε έξω όλο το νερό.
Κι όμως πνίγομαι. To στερητικό
σας άλφα, θηλιά. Κι αυτός
ο παράφωνος αέρας
κλείνει τη φωνή μου.
Πού πήγε όλο το ιώδιο του πελάγους;
Έχω μονάχα αυτό το βαρύ
τσιγάρο που καπνίζω άτσαλα
κι αυτά τα κίτρινα χέρια.
Κι ο έρπης απλώνεται
στον χάρτη της πόλης.
Με βλέπετε; Έχω μια νεκρή
ζώνη στα καμένα μου χείλη.
Ο ΑΛΒΑΡΟ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ
Υπάρχουν νύχτες που σκέφτομαι πως θα ’θελα
μιαν αποβάθρα στο τέλος της γραμμής
εκεί που η Λευκωσία διπλώνεται στα δύο
απ’ τον πόνο—τόσες που έχει καταπιεί
πέτρες αρχαίες βασιλείων στο στομάχι—
μιαν αποβάθρα, να τη δέρνει
το κύμα μανιασμένο.
Να ορθώνεται ένα τείχος από νερό μπροστά μου,
να υπάρχει απαγόρευση απόπλου,
βαρύς χειμώνας,
ανέμοι αγροίκοι να γρυλίζουνε ολόγυρα,
κι εγώ σβησμένο κάποιο να ’μαι ετερώνυμο,
χωρίς επίγνωση του εαυτού μου, βλοσυρός,
με τα παράθυρα κλειστά σ’ όλο το σπίτι,
περικυκλωμένος από πέτρα, αδιαφανής,
να μελετάω όλη νύχτα χάρτες χωρών ανύπαρκτων,
σημαίες και λάβαρα και θυρεούς θηρίων
Συντάγματα με τ’ άρθρα τους ανάκατα
σαν φύκια σ’ ανήσυχο κι ονειρικό βυθό.
Τους φόβους μου ν’ απολαμβάνω,
ντυμένους σαν επιθυμίες, διάφορους
απ’ ό,τι ήμουν πρότερα, καινούργιους.
Να επινοώ καταστάσεις
με τη σφοδρότητα περιφερειακής εξέγερσης,
απείθειας στις εντολές του κέντρου.
Αιρέσεις παράφορες,
που να τις προκαλεί η άξεστή μου άγνοια
και η θλιβερή κατάσταση του δικτύου μεταφορών.
Έτσι θα ήθελα κάποτε να συνομωτώ,
παραμελώντας τα καθήκοντά μου,
αδιαφορώντας για τη μοίρα της κεντρικής διοίκησης
στα μέρη που διεκδικώ.
Και να περνάνε ανύποπτα
μπροστά μου τα καράβια,
να μη με καταγράφει
αυτός που μου μοιάζει και ξενυχτάει καπνίζοντας
στην κουπαστή,
να μη με φαντάζεται ενώ παρατηρεί
το αδιάφορο φεγγάρι.
Και το πρωί, όταν ξυπνήσω,
μες στην αυλή μου να τα θάβω όλα:
την παράλογη θάλασσα,
την ατημελησία των στίχων μου,
τα παράφορα σύμβολα,
τα μισοδιάφανα τείχη των κυμάτων όπου κρύφτηκα,
τα αποθέματα πυρίτιδας στον νου.

